Η ελληνική αγορά τέχνης δεν είναι μικρή. Είναι αόρατη

Πόσα έργα τέχνης πωλούνται κάθε χρόνο στην Ελλάδα; Ποιος είναι ο συνολικός τζίρος της αγοράς;

Η ελληνική αγορά τέχνης δεν είναι μικρή. Είναι αόρατη

Αρθρογραφεί στο TheOpinion ο Κώστας Παρχαρίδης, Γκαλερίστας, Costas Parcharidis-Chalkos Art Gallery.

Η ελληνική αγορά τέχνης δεν είναι μικρή. Είναι αόρατηΠόσα έργα τέχνης πωλούνται κάθε χρόνο στην Ελλάδα; Ποιος είναι ο συνολικός τζίρος της αγοράς; Πόσοι ιδιώτες αγοράζουν έργα και πόσοι μπορούν πραγματικά να χαρακτηριστούν συλλέκτες; Πόσες πωλήσεις πραγματοποιούνται μέσω γκαλερί, πόσες απευθείας από τα εργαστήρια και πόσες χωρίς κανένα παραστατικό;

Η απάντηση είναι απλή και αποκαλυπτική: δεν γνωρίζουμε.

Δεν υπάρχει αξιόπιστη καταγραφή της ελληνικής αγοράς εικαστικών τεχνών. Διαθέτουμε ορισμένα στοιχεία από δημοπρασίες, αποσπασματικές πληροφορίες από εκθέσεις και φουάρ και, φυσικά, την προσωπική εικόνα που έχει ο καθένας μας μέσα από την επαγγελματική του δραστηριότητα. Αυτά, όμως, δεν αρκούν.

Και όταν μια αγορά δεν μπορεί να μετρήσει τον εαυτό της, δεν μπορεί να αποδείξει ούτε τη σημασία της.

Η έλλειψη στοιχείων δεν είναι απλώς μια στατιστική αδυναμία. Είναι μία από τις βασικές παθογένειες του χώρου. Έργα αλλάζουν χέρια χωρίς παραστατικά, πιστοποιητικά γνησιότητας ή επαρκή τεκμηρίωση της προέλευσής τους. Αυτή η κατάσταση ευνοεί την ευκαιριακή πώληση, τη σύγχυση στις τιμές και τον αθέμιτο ανταγωνισμό απέναντι σε όσους προσπαθούν να λειτουργήσουν επαγγελματικά.

Ο νέος αγοραστής αισθάνεται ανασφάλεια και τελικά απομακρύνεται από μια αγορά στην οποία θα μπορούσε να εξελιχθεί στον αυριανό συλλέκτη.

Την ίδια στιγμή, ελάχιστοι εικαστικοί στην Ελλάδα μπορούν να ζήσουν αποκλειστικά από την τέχνη τους. Πολλοί δεν έχουν καν δηλωμένη επαγγελματική δραστηριότητα. Διδάσκουν, εργάζονται σε άλλους τομείς ή χρηματοδοτούν οι ίδιοι την παραγωγή τους, εγκλωβισμένοι σε μια ερασιτεχνική διαδικασία χωρίς οικονομική προοπτική.

Εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε τον καλλιτέχνη ως μια ρομαντική μορφή που δημιουργεί από εσωτερική ανάγκη και όχι ως επαγγελματία που παράγει έργο, αναλαμβάνει έξοδα, πληρώνει φόρους και μπορεί να ενισχύσει την εικόνα και την οικονομία της χώρας.

Οι προτάσεις για να αλλάξει αυτή η κατάσταση μπορεί να είναι πολλές. Ξεχωρίζω τρεις που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν σχετικά γρήγορα και να λειτουργήσουν καταλυτικά. Τις καταθέτω ελπίζοντας να ξεκινήσει ένας γόνιμος διάλογος.

Πρώτον, ένα πραγματικό Παρατηρητήριο Αγοράς Τέχνης, το οποίο θα καταγράφει ετησίως τον αριθμό και την αξία των συναλλαγών, τις κατηγορίες τιμών και τα κανάλια διάθεσης, χωρίς να δημοσιοποιεί στοιχεία συλλεκτών.

Δεύτερον, ένα σύγχρονο και διαρκώς ενημερωμένο Μητρώο Εικαστικών Καλλιτεχνών. Όχι έναν ακόμη κατάλογο ονομάτων, αλλά ένα επαγγελματικό εργαλείο στο οποίο θα καταγράφονται οι εκθέσεις, οι αναθέσεις, οι νόμιμες πωλήσεις, ο ετήσιος κύκλος εργασιών και οι σταθερές συνεργασίες – ποια γκαλερί εκπροσωπεί κάθε καλλιτέχνη. Τα οικονομικά δεδομένα μπορούν να προστατεύονται, είναι όμως απαραίτητα ώστε η Πολιτεία να γνωρίζει ποιοι είναι πραγματικά ενεργοί και να συνδέει το μητρώο με προγράμματα, αναθέσεις και επιχορηγήσεις.

Τρίτον, ένα σταθερό πρόγραμμα δημόσιων αποκτήσεων έργων από εν ζωή καλλιτέχνες. Δήμοι, περιφέρειες, μουσεία και πινακοθήκες πρέπει να διαθέτουν ετήσιους προϋπολογισμούς και να αγοράζουν έργα μέσα από ανοιχτές και διαφανείς διαδικασίες.

Όσο η ελληνική αγορά τέχνης παραμένει αόρατη, αόρατη παραμένει και η εργασία των ανθρώπων που τη στηρίζουν. Και μια χώρα στην οποία οι καλλιτέχνες δεν μπορούν να ζήσουν από την τέχνη τους δεν αντιμετωπίζει απλώς ένα πρόβλημα αγοράς.

Αντιμετωπίζει ένα βαθύτερο πρόβλημα πολιτισμού.