Τι θα αλλάξει στην Αμερική μετά την νίκη των Δημοκρατικών
Νέα πολιτικά δεδομένα διαμορφώνονται στις ΗΠΑ μετά την επικράτηση των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές, καθώς το κόμμα εξασφάλισε την πλειοψηφία στη Γερουσία και βρίσκεται σε τροχιά ανάκτησης του ελέγχου και στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Η εξέλιξη σηματοδοτεί το τέλος της διετούς κοινοβουλευτικής κυριαρχίας των Ρεπουμπλικανών στη δεύτερη προεδρική θητεία του Ντόναλντ Τραμπ και αναμένεται να επηρεάσει καθοριστικά τη λειτουργία της Ουάσιγκτον από τους πρώτους μήνες του 2027.
Με τον έλεγχο του Κογκρέσου, οι Δημοκρατικοί αποκτούν τη δυνατότητα να περιορίσουν τις νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης, να ενισχύσουν τον κοινοβουλευτικό έλεγχο και να ζητήσουν εξηγήσεις από αξιωματούχους της διοίκησης. Παράλληλα, η πλειοψηφία στη Γερουσία τούς δίνει τη δυνατότητα να ασκήσουν πίεση σε κρίσιμους διορισμούς της προεδρίας.
Από την πλευρά του, ο Ντόναλντ Τραμπ επιχείρησε να υποβαθμίσει την εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικανών. Σε συνέντευξή του στους «New York Times» δήλωσε ότι είναι «απολύτως διατεθειμένος να αποδεχθεί τα αποτελέσματα», ενώ εξέφρασε την προσδοκία ότι θα υπάρξει περιθώριο συνεργασίας με τους Δημοκρατικούς. Σε επικοινωνία του με το Fox News, τους συνεχάρη για την εκλογική τους επίδοση, υποστηρίζοντας ωστόσο ότι το αποτέλεσμα δεν αποτελεί προσωπική αποδοκιμασία προς τον ίδιο. «Δεν το θεωρώ πλήγμα εναντίον μου. Είχαμε τα δύο καλύτερα χρόνια στην ιστορία της προεδρίας», ανέφερε.
Το σχέδιο των πρώτων 100 ωρών και τα νομοθετικά εμπόδια
Η ανάκτηση της πλειοψηφίας στη Βουλή δίνει στους Δημοκρατικούς τη δυνατότητα να καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό την κοινοβουλευτική ατζέντα. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό που περιγράφεται στα σχετικά δημοσιεύματα, το κόμμα προετοιμάζει ένα εντατικό νομοθετικό πρόγραμμα για τις πρώτες 100 ώρες από την ανάληψη του ελέγχου, το οποίο οι «New York Times» χαρακτηρίζουν ως ένα «σπριντ σοκ και δέους».
Στις προτεραιότητες περιλαμβάνονται πρωτοβουλίες για την κατάργηση των δασμών που έχει επιβάλει η κυβέρνηση Τραμπ, τον τερματισμό του πολέμου στο Ιράν και τη μείωση του κόστους της υγειονομικής περίθαλψης. Η πρόθεση των Δημοκρατικών είναι να αξιοποιήσουν την κοινοβουλευτική τους πλειοψηφία για να φέρουν στο προσκήνιο ζητήματα στα οποία διαφωνούν με την πολιτική του Λευκού Οίκου.
Ωστόσο, η ψήφιση των συγκεκριμένων πρωτοβουλιών δεν θεωρείται δεδομένη. Στη Γερουσία, ο κανόνας των 60 ψήφων για την προώθηση των περισσότερων νομοσχεδίων αποτελεί σημαντικό εμπόδιο, καθώς οι Δημοκρατικοί δύσκολα θα εξασφαλίσουν την απαιτούμενη διακομματική στήριξη. Εξαίρεση αποτελούν ορισμένες ειδικές διαδικασίες, όπως η δημοσιονομική συμφιλίωση (budget reconciliation).
Επιπλέον, ο πρόεδρος διατηρεί το δικαίωμα να ασκήσει βέτο σε νομοσχέδια που εγκρίνονται από το Κογκρέσο. Για να παρακαμφθεί ένα προεδρικό βέτο απαιτείται πλειοψηφία δύο τρίτων τόσο στη Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και στη Γερουσία, γεγονός που περιορίζει τις δυνατότητες των Δημοκρατικών να μετατρέψουν τις προτάσεις τους σε νόμους.
Το «όπλο» των κλητεύσεων και οι κοινοβουλευτικές έρευνες
Ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία που αποκτούν οι Δημοκρατικοί με τον έλεγχο της Βουλής είναι η δυνατότητα έκδοσης κλητεύσεων (subpoenas), μέσω των οποίων μπορούν να ζητήσουν την προσκόμιση εγγράφων και την κατάθεση μαρτύρων στο πλαίσιο κοινοβουλευτικών ερευνών.
Στο επίκεντρο αναμένεται να βρεθούν οι επιχειρηματικές δραστηριότητες της οικογένειας Τραμπ και οι πιθανές διασυνδέσεις τους με την άσκηση των προεδρικών εξουσιών. Παράλληλα, οι Δημοκρατικοί έχουν αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο να ερευνήσουν τη λειτουργία κυβερνητικών υπηρεσιών, όπως το υπουργείο Δικαιοσύνης και το FBI, καθώς και τις αποφάσεις αξιωματούχων που θεωρούν ότι πρέπει να λογοδοτήσουν.
Ο επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Βουλή, Χακίμ Τζέφρις, έχει προαναγγείλει ότι το κόμμα θα επιδιώξει να αποδώσει ευθύνες για ενέργειες που, όπως υποστηρίζει, ζημίωσαν τους Αμερικανούς πολίτες. «Αν κλέβατε από τον αμερικανικό λαό, αν εξαπατούσατε τον αμερικανικό λαό ή αν τον αδικούσατε, από την πρώτη κιόλας ημέρα του νέου Κογκρέσου θα καταλογίσουμε ευθύνες στους απατεώνες», δήλωσε σε προεκλογική συγκέντρωση.
Αντίστοιχα, η προοδευτική βουλευτής Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ έχει ζητήσει να ξεκινήσουν έρευνες για τις διοικήσεις κυβερνητικών υπηρεσιών, υποστηρίζοντας ότι πρέπει να εξεταστούν οι επικεφαλής τους.
Το ενδεχόμενο νέας παραπομπής του Τραμπ
Η αλλαγή των κοινοβουλευτικών συσχετισμών επαναφέρει και τη συζήτηση για το ενδεχόμενο μιας τρίτης διαδικασίας παραπομπής του Ντόναλντ Τραμπ (impeachment). Στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος, ωστόσο, δεν υπάρχει κοινή γραμμή ως προς το αν μια τέτοια πρωτοβουλία θα πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα.
Η Βουλή των Αντιπροσώπων μπορεί να εγκρίνει την παραπομπή με απλή πλειοψηφία. Η καταδίκη, όμως, και η απομάκρυνση ενός προέδρου από το αξίωμα απαιτούν πλειοψηφία δύο τρίτων στη Γερουσία, κάτι που καθιστά την ολοκλήρωση της διαδικασίας ιδιαίτερα δύσκολη.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, στελέχη όπως η Κάμαλα Χάρις και η Χίλαρι Κλίντον έχουν εκφράσει επιφυλάξεις απέναντι σε μια νέα προσπάθεια παραπομπής, εκτιμώντας ότι το κόμμα θα πρέπει να επικεντρωθεί σε άλλες πολιτικές προτεραιότητες.
Στο μεταξύ, στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται και ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ. Ο απερχόμενος Ρεπουμπλικανός βουλευτής Τόμας Μάσι έχει ήδη καταθέσει σχετικό ψήφισμα, με αφορμή τις αμερικανικές στρατιωτικές ενέργειες στο Ιράν, τη Βενεζουέλα και την Υεμένη. Ο Τζέφρις έχει ζητήσει την απομάκρυνσή του από τον πρόεδρο, χωρίς να ξεκαθαρίσει αν υποστηρίζει την επίσημη διαδικασία παραπομπής.
Η μεταβατική περίοδος και ο κίνδυνος νέου shutdown
Παρά τις αλλαγές που αναμένονται στο νέο Κογκρέσο, η επόμενη περίοδος δεν θα είναι απαλλαγμένη από εκκρεμότητες. Τα νέα μέλη θα αναλάβουν επίσημα καθήκοντα στις 3 Ιανουαρίου, ενώ το υφιστάμενο Κογκρέσο επιστρέφει στις εργασίες του στις 9 Νοεμβρίου, έχοντας μπροστά του μια κρίσιμη προθεσμία.
Βασικό ζητούμενο είναι η έγκριση της χρηματοδότησης της ομοσπονδιακής κυβέρνησης πριν από τις 11 Δεκεμβρίου, ημερομηνία κατά την οποία λήγει η ισχύουσα χρηματοδότηση. Εάν δεν υπάρξει συμφωνία, υπάρχει κίνδυνος νέας αναστολής λειτουργίας κυβερνητικών υπηρεσιών (shutdown), η οποία, σύμφωνα με το δημοσίευμα, θα είναι η τέταρτη κατά τη δεύτερη θητεία Τραμπ.
Η μεταβατική αυτή περίοδος, γνωστή ως «lame duck», αναμένεται να δοκιμάσει τις σχέσεις μεταξύ των δύο κομμάτων, καθώς οι Ρεπουμπλικανοί διατηρούν ακόμη τον έλεγχο μέχρι την ορκωμοσία των νέων μελών του Κογκρέσου.
Η Γερουσία και το μπλοκάρισμα των διορισμών
Η πλειοψηφία στη Γερουσία αποτελεί ένα ακόμη σημαντικό πλεονέκτημα για τους Δημοκρατικούς. Το συγκεκριμένο σώμα έχει καθοριστικό ρόλο στην έγκριση υπουργών, ανώτατων κυβερνητικών αξιωματούχων και ομοσπονδιακών δικαστών, συμπεριλαμβανομένων των μελών του Ανώτατου Δικαστηρίου.
Έτσι, το Δημοκρατικό Κόμμα θα μπορεί να καθυστερεί ή να μπλοκάρει επιλογές του Τραμπ για κρίσιμες θέσεις, περιορίζοντας τη δυνατότητά του να διαμορφώσει τη σύνθεση της κυβέρνησης και της ομοσπονδιακής δικαιοσύνης. Ο ηγέτης των Δημοκρατικών στη Γερουσία, Τσακ Σούμερ, είχε επισημάνει προεκλογικά ότι ένας από τους βασικούς λόγους για την ανάκτηση της πλειοψηφίας ήταν να αποτραπούν διορισμοί δικαστών που το κόμμα θεωρεί ότι θα υπηρετούν την ατζέντα MAGA.
Στο επίκεντρο βρίσκονται και οι πιθανές αποχωρήσεις συντηρητικών δικαστών, όπως ο Κλάρενς Τόμας και ο Σάμουελ Αλίτο, οι οποίοι έχουν ξεπεράσει την ηλικία των 75 ετών. Ωστόσο, οποιαδήποτε απόφαση συνταξιοδότησης ανήκει στους ίδιους.
Σε κάθε περίπτωση, η νέα κοινοβουλευτική πραγματικότητα δεν αφαιρεί από τον Τραμπ όλες τις εξουσίες του. Ο Αμερικανός πρόεδρος εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα να απομακρύνει υπουργούς και μέλη του υπουργικού συμβουλίου, ενώ διατηρεί το δικαίωμα του προεδρικού βέτο. Η επόμενη περίοδος στην Ουάσιγκτον αναμένεται, επομένως, να χαρακτηρίζεται από εντονότερο κοινοβουλευτικό έλεγχο, συγκρούσεις για τη νομοθετική ατζέντα και διαπραγματεύσεις με επίκεντρο τη λειτουργία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.