UNESCO: Στο 86% η ατιμωρησία για τις δολοφονίες δημοσιογράφων – Έξι στους επτά δράστες μένουν ατιμώρητοι
Τα δύο τρίτα των θυμάτων σκοτώθηκαν σε εμπόλεμες ζώνες, ενώ η Γάζα βρίσκεται στο επίκεντρο των ανησυχιών για την ασφάλεια και τη λογοδοσία
189 δημοσιογράφοι και εργαζόμενοι στα μέσα ενημέρωσης σκοτώθηκαν τη διετία 2024-2025, στην πιο αιματηρή περίοδο της τελευταίας δεκαετίας. Τα δύο τρίτα των θυμάτων βρίσκονταν σε εμπόλεμες ζώνες, ενώ η Γάζα αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις των κινδύνων που αντιμετωπίζουν όσοι καταγράφουν έναν πόλεμο.
Για πρώτη φορά από το 2012, η παγκόσμια ατιμωρησία για τις δολοφονίες δημοσιογράφων παρουσιάζει αύξηση, σύμφωνα με τη νέα έκθεση της UNESCO που δόθηκε στη δημοσιότητα τη Δευτέρα 2 Νοεμβρίου. Το ποσοστό έφτασε το 86%, από 85% στην προηγούμενη διετία, γεγονός που σημαίνει ότι περίπου έξι στους επτά δράστες τέτοιων εγκλημάτων εξακολουθούν να μην οδηγούνται ενώπιον της δικαιοσύνης.
Την ίδια στιγμή, ο αριθμός των δημοσιογράφων και των εργαζομένων στα μέσα ενημέρωσης που σκοτώθηκαν το 2024 και το 2025 ανήλθε σε 189. Πρόκειται για αύξηση 20% σε σύγκριση με την προηγούμενη διετία και τον μεγαλύτερο αριθμό θανάτων από την περίοδο 2014-2015. Από τα θύματα, τα 127 έχασαν τη ζωή τους σε περιοχές ένοπλων συγκρούσεων.
Η έκθεση της UNESCO, η οποία δημοσιεύεται κάθε δύο χρόνια με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα για τον Τερματισμό της Ατιμωρησίας για Εγκλήματα κατά Δημοσιογράφων, δεν αποτυπώνει μόνο την έκταση της βίας. Αναδεικνύει και το πρόβλημα της απουσίας λογοδοσίας, καθώς η πλειονότητα των δολοφονιών δεν έχει οδηγήσει σε δικαστική δικαίωση.
Η ατιμωρησία επιστρέφει σε ανοδική πορεία
Η νέα αύξηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη η πορεία των προηγούμενων ετών. Το 2012, όταν η UNESCO άρχισε να παρακολουθεί συστηματικά το συγκεκριμένο φαινόμενο, το ποσοστό ατιμωρησίας είχε φτάσει στο 95%. Στη συνέχεια ακολούθησε σταδιακή μείωση, με το ποσοστό να υποχωρεί στο 85% το 2024.
Η φετινή καταγραφή διακόπτει αυτή την πορεία. Ως υποθέσεις ατιμωρησίας υπολογίζονται εκείνες για τις οποίες οι έρευνες δεν έχουν καταλήξει σε επιτυχή έκβαση ή εξακολουθούν να βρίσκονται σε εξέλιξη.
Η Μαρίγια Γκάμπριελ, αναπληρώτρια γενική διευθύντρια της UNESCO για την επικοινωνία και την ενημέρωση, επισήμανε ότι οι έρευνες και οι δικαστικές διώξεις για τις δολοφονίες δημοσιογράφων σε εμπόλεμες περιοχές παραμένουν ιδιαίτερα ανεπαρκείς. Όπως διευκρίνισε, η UNESCO δεν αποτελεί δικαστικό όργανο, ωστόσο επιδιώκει να ασκεί πίεση προς τις αρμόδιες αρχές για την απόδοση δικαιοσύνης.
Η οργάνωση υπογραμμίζει ότι η προστασία των δημοσιογράφων δεν είναι απλώς ζήτημα ασφάλειας ενός επαγγελματικού κλάδου. Συνδέεται άμεσα με την ελευθερία της έκφρασης, το δικαίωμα των πολιτών στην ενημέρωση και τη δυνατότητα καταγραφής παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Οι πόλεμοι μετατρέπουν τη δημοσιογραφική αποστολή σε αποστολή υψηλού κινδύνου
Από τους 189 δημοσιογράφους που σκοτώθηκαν το 2024 και το 2025, οι 127 έχασαν τη ζωή τους σε περιοχές συγκρούσεων. Το ποσοστό του 67% επιβεβαιώνει ότι οι εμπόλεμες ζώνες παραμένουν τα πιο επικίνδυνα περιβάλλοντα για όσους καλύπτουν πολεμικά γεγονότα.
Στα παλαιστινιακά εδάφη, στην Υεμένη και στην Ουκρανία καταγράφηκαν σημαντικές απώλειες, ενώ η UNESCO επισημαίνει ότι η συγκέντρωση τόσο μεγάλου αριθμού θανάτων σε περιοχές πολέμου σηματοδοτεί μια σημαντική αλλαγή στο διεθνές τοπίο των κινδύνων για τους δημοσιογράφους.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, το Κράτος της Παλαιστίνης κατέγραψε τον μεγαλύτερο αριθμό δολοφονιών δημοσιογράφων το 2025, με τουλάχιστον 32 περιπτώσεις. Η Γάζα βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της πραγματικότητας, καθώς η δημοσιογραφική κάλυψη του πολέμου πραγματοποιείται υπό εξαιρετικά επικίνδυνες συνθήκες.
Η αναφορά αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα στο πλαίσιο των διεθνών συζητήσεων για τις παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου στη Γάζα. Τον Σεπτέμβριο του 2025, η Ανεξάρτητη Διεθνής Εξεταστική Επιτροπή του ΟΗΕ για τα Κατεχόμενα Παλαιστινιακά Εδάφη δημοσίευσε έκθεση στην οποία κατέληξε ότι οι ισραηλινές αρχές και οι ισραηλινές δυνάμεις ασφαλείας έχουν διαπράξει και συνεχίζουν να διαπράττουν γενοκτονία κατά των Παλαιστινίων στη Λωρίδα της Γάζας. Η διαπίστωση αυτή αποτελεί συμπέρασμα της συγκεκριμένης επιτροπής και εντάσσεται στη διεθνή νομική και πολιτική συζήτηση για τη Γάζα.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η προστασία των δημοσιογράφων αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η δυνατότητα να καταγράφονται οι επιχειρήσεις, οι απώλειες αμάχων και οι συνθήκες διαβίωσης του πληθυσμού εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ασφάλεια όσων βρίσκονται στο πεδίο. Όταν οι δημοσιογράφοι σκοτώνονται και οι υποθέσεις δεν διερευνώνται αποτελεσματικά, περιορίζεται και η δυνατότητα της διεθνούς κοινότητας να γνωρίζει τι συμβαίνει.
Drones: Μία νέα απειλή για τους δημοσιογράφους
Ένα από τα πιο ανησυχητικά ευρήματα της έκθεσης αφορά τη χρήση μη επανδρωμένων εναέριων οχημάτων, γνωστών ως drones, σε επιθέσεις που έχουν οδηγήσει στον θάνατο δημοσιογράφων.
Σύμφωνα με την UNESCO, 50 δημοσιογράφοι σκοτώθηκαν από επιθέσεις με drones κατά τη διετία 2024-2025. Ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί στο 40% των δημοσιογράφων που έχασαν τη ζωή τους σε εμπόλεμες ζώνες.
Η έκθεση καταγράφει, επίσης, επτά περιστατικά στα οποία σκοτώθηκαν περισσότεροι από ένας δημοσιογράφοι στην ίδια επίθεση. Ορισμένες από αυτές τις επιθέσεις σημειώθηκαν σε χώρους εργασίας μέσων ενημέρωσης ή σε προσωρινά κέντρα δημοσιογραφικής κάλυψης.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι και το στοιχείο ότι 15 δημοσιογράφοι σκοτώθηκαν ενώ φορούσαν γιλέκα με τη διακριτική ένδειξη «Press» ή βρίσκονταν σε οχήματα που έφεραν εμφανώς τα σχετικά διακριτικά. Η παρουσία αυτών των ενδείξεων έχει στόχο να καθιστά σαφή την ιδιότητα των εργαζομένων στα μέσα ενημέρωσης και τον μη μάχιμο ρόλο τους.
Η UNESCO υπενθυμίζει ότι το ψήφισμα 2222 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, το οποίο υιοθετήθηκε ομόφωνα το 2015, αναγνωρίζει τους δημοσιογράφους, τους επαγγελματίες των μέσων ενημέρωσης και το υποστηρικτικό προσωπικό ως πολίτες που πρέπει να προστατεύονται σε συνθήκες ένοπλης σύγκρουσης.
Οι γυναίκες δημοσιογράφοι και οι πρόσθετοι κίνδυνοι
Ανάμεσα στους 189 ανθρώπους που σκοτώθηκαν κατά τη διετία βρίσκονται 14 γυναίκες δημοσιογράφοι. Σύμφωνα με την UNESCO, το 93% αυτών έχασαν τη ζωή τους ενώ κάλυπταν συγκρούσεις.
Ωστόσο, οι κίνδυνοι για τις γυναίκες που εργάζονται στα μέσα ενημέρωσης δεν περιορίζονται στις εμπόλεμες ζώνες. Η διαδικτυακή παρενόχληση, οι απειλές και οι επιθέσεις με έμφυλα χαρακτηριστικά αποτελούν επίσης σημαντικό πρόβλημα.
Έρευνα του 2025 από τη UN Women και το International Center for Journalists (ICFJ) έδειξε ότι το 75% των γυναικών δημοσιογράφων είχε εκτεθεί σε διαδικτυακή ή άλλη μορφή κακοποίησης και παρενόχλησης. Παράλληλα, το ποσοστό όσων δήλωσαν ότι υπέστησαν βία εκτός διαδικτύου ως συνέπεια της διαδικτυακής κακοποίησης αυξήθηκε από 20% το 2020 σε περισσότερο από 40% το 2025.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η απειλή για τη δημοσιογραφική εργασία δεν εκδηλώνεται μόνο με θανατηφόρες επιθέσεις, αλλά και με πρακτικές εκφοβισμού που μπορούν να περιορίσουν την ελευθερία και τη δυνατότητα των δημοσιογράφων να ασκούν το επάγγελμά τους.
Υπάρχει πρόοδος εκτός εμπόλεμων ζωνών
Παρά τη συνολικά αρνητική εικόνα, η έκθεση της UNESCO καταγράφει και ορισμένα σημάδια βελτίωσης. Στις χώρες που δεν βρίσκονται σε κατάσταση ένοπλης σύγκρουσης, το ποσοστό ατιμωρησίας έχει μειωθεί από 94% το 2012 σε 77% το 2026.
Επιπλέον, οι δολοφονίες δημοσιογράφων σε αυτές τις περιοχές ανήλθαν σε 85, τον χαμηλότερο αριθμό των τελευταίων 18 ετών, σύμφωνα με την οργάνωση.
Η διαφοροποίηση αυτή έχει σημασία, καθώς δείχνει ότι η απόδοση δικαιοσύνης δεν είναι αδύνατη. Η UNESCO επισημαίνει ότι η επένδυση σε αποτελεσματικές έρευνες, η άσκηση διώξεων και η ανάπτυξη μηχανισμών προστασίας μπορούν να συμβάλουν στη μείωση της ατιμωρησίας.
Περισσότεροι από 1.600 δημοσιογράφοι έχουν σκοτωθεί από το 2006
Η συνολική καταγραφή της UNESCO αποτυπώνει το μέγεθος του προβλήματος σε βάθος χρόνου. Από το 2006, όταν ξεκίνησε η συστηματική παρακολούθηση των δολοφονιών δημοσιογράφων, έχουν σκοτωθεί 1.641 άνθρωποι σε ολόκληρο τον κόσμο.
Ο αριθμός αντιστοιχεί σε έναν θάνατο κάθε τέσσερις ημέρες, κατά μέσο όρο. Η οργάνωση διευκρινίζει ότι τα στοιχεία της ενδέχεται να διαφέρουν από εκείνα άλλων οργανισμών, όπως η Επιτροπή για την Προστασία των Δημοσιογράφων (CPJ) και οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα (RSF), καθώς οι συνθήκες θανάτου δεν είναι πάντοτε εύκολο να αξιολογηθούν, ιδιαίτερα όταν οι συγκρούσεις βρίσκονται σε εξέλιξη.
Το βασικό συμπέρασμα της έκθεσης είναι ότι η προστασία των δημοσιογράφων δεν μπορεί να εξαντλείται σε εκκλήσεις για ασφάλεια. Χρειάζονται ανεξάρτητες έρευνες, ουσιαστικές δικαστικές διαδικασίες και τιμωρία όσων ευθύνονται για τις επιθέσεις. Γιατί κάθε δολοφονία που μένει ανεξιχνίαστη δεν στερεί μόνο μια ανθρώπινη ζωή, αλλά αφήνει χωρίς απάντηση και την κοινωνία που περιμένει να μάθει την αλήθεια.