Βγήκαμε από την επιτήρηση, μα ξεπεράσαμε την κρίση;
Μετά από 17 χρόνια, η Ελλάδα βγήκε επισήμως από τη λίστα χωρών υπό δημοσιονομική επιτήρηση. Το γεγονός τούτο ουσιαστικά σημαίνει ότι οι ενωσιακές υπηρεσίες έπαψαν να μας θεωρούν συστημικό κίνδυνο.
Το τελευταίο διάστημα, στην τηλεόραση του ΣΚΑΪ προβάλλεται το ντοκιμαντέρ «Στο Χιλιοστό». Παρακολουθώντας το, πολλοί πολίτες θυμούνται την περιπέτεια των capital controls και του δημοψηφίσματος, όταν οι -επιεικώς- επιπόλαιοι χειρισμοί της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ κόντεψαν να μας οδηγήσουν εκτός ευρωζώνης. Πολλοί αναβιώνουν εμπειρίες τρομακτικές, συλλογιζόμενοι πόσο καλύτερα είναι σήμερα τα πράγματα. Όντως είναι;
Ομολογουμένως ναι, αλλά μόνο σε σχέση με το ναδίρ του 2015. Το δημόσιο χρέος παραμένει σε δυσθεώρητα ύψη (146%), παρά την καθοδική τάση του. Η περαιτέρω συρρίκνωσή του θα επιβαρύνει το ταμείο του κράτους (και το δικό μας) μέχρι το 2032, όταν αναμένεται να πέσει κάτω από το 100% του ΑΕΠ. Αναμένεται, διότι κανείς δεν μπορεί να προεξοφλήσει το πώς θα κινηθούν η παγκόσμια οικονομία και οι γεωπολιτικές ισορροπίες. Να θυμίσουμε πως όταν τεθήκαμε υπό επιτήρηση, το χρέος είχε αρχικά καταγραφεί κοντά στο 115%, προφανώς με ανοδική τάση.
Το 2009 απασχολούνταν περίπου 60% του πληθυσμού, ενώ τώρα ∼69%. Με πολύ παραπλήσια ποσοστά ανεργίας τότε και τώρα, καταγράφονται 60.000 λιγότεροι άνεργοι το 2025, όπως και 170.000 λιγότεροι εργαζόμενοι. Αισθητά μειωμένη η ανεργία των ανδρών και -κυρίως- των νέων, όμως εκείνη των γυναικών βρίσκεται στο ίδιο ύψος, περίπου στο 14%. Όταν κατέρρευσε η οικοδομική δραστηριότητα και γενικότερα οι χειρωνακτικές εργασίες, 150.000-200.000 αλλοδαποί εγκατέλειψαν τη χώρα. Σε αυτούς προστίθενται τουλάχιστον 400.000 Έλληνες, κατά κανόνα εργαζόμενοι υψηλών προσόντων. Αν συνυπολογιστούν οι συνταξιοδοτήσεις, οι τρέχοντες ικανοποιητικοί δείκτες απασχόλησης είναι αυτονόητοι.
Ο ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης (2,1% το 2025) σίγουρα δεν εντυπωσιάζει, ενώ για την περίοδο 2029-2032 αναμένεται να σταθεροποιηθεί στο 1,2%-1,5%, παρά τη θεαματική βελτίωση σε εξαγωγές και τουρισμό. Πρόκειται για επίδοση ανίκανη να καλύψει σύντομα μια συνολική απώλεια ΑΕΠ της τάξεως του 25%, και εν πολλοίς οφειλόμενη σε έκτακτους μαζικούς πόρους του ΤΑΑ και σε «λεύκανση» εισοδημάτων. Το 2009, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ (σε Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης) βρισκόταν κοντά στο 94% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ σήμερα βρίσκεται κοντύτερα στο 70%. Να μην ξεχνάμε και ότι 1,7 εκατομμύρια οφειλέτες βρίσκονται υπό καθεστώς αναγκαστικών μέτρων είσπραξης, με ίσως άλλα 2 εκατομμύρια να κινδυνεύουν αναλόγως.
Παράλληλα, σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχουμε τη χαμηλότερη αγοραστική δύναμη, συναγωνιζόμενοι μόνο τους Βούλγαρους, και το τρίτο υψηλότερο ποσοστό πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας. Επίσης, είμαστε πρώτοι στην απαισιοδοξία και στο μέρος του εισοδήματος που κατευθύνεται στο ενοίκιο, ουραγοί στις προσδοκίες των νέων, πέμπτοι από το τέλος στην ανισότητα, και δεύτεροι από το τέλος ως προς την πολυπλοκότητα του φορολογικού συστήματος. Κάπου στα ίδια βρισκόμαστε και αναφορικά με τις γεννήσεις, την ποιότητα της Δικαιοσύνης και της δημόσιας διοίκησης. Τουτέστιν, πάμπολλοι Έλληνες δυστυχούν, δίχως καν να ευημερούν οι αριθμοί.
Με βάση τη σκληρή πραγματικότητα, η κυβέρνηση δικαιούται να επικαλείται τη μακροοικονομική σταθεροποίηση, μα τυχόν αυταρέσκειά της κρίνεται πολιτικά και κοινωνικά απρεπής. Η όποια ανάπτυξη βασίζεται ξανά στο γνωστό, ευάλωτο μοντέλο, χωρίς σοβαρή στροφή στην εγχώρια παραγωγή και στην τεχνολογία αιχμής, η δε ποιότητα ζωής υπολείπεται δραματικά του επιθυμητού. Με βάση τη σκληρή πραγματικότητα, οποιαδήποτε θριαμβολογία περιττεύει.