Το ετερόκλητο πλήθος της Μαρίας οδηγεί σε λάθος συμπεράσματα

Ελπίδα για τη Δημοκρατία: επιστροφή της αντισυστημικής οργής, κρίση εμπιστοσύνης προς τη δημοκρατία, κοινωνικό υπόστρωμα που μονίμως αναζητά Μεσσίες.

Το ετερόκλητο πλήθος της Μαρίας οδηγεί σε λάθος συμπεράσματα

Ετερόκλητο το πλήθος στην ιδρυτική συγκέντρωση της Ελπίδας για τη Δημοκρατία. Εκτός από -κατά κανόνα ηλικιωμένους- ανθρώπους της διπλανής πόρτας, διακρίνονταν και εκείνοι που -τουλάχιστον σύμφωνα με τα στερεότυπα- έφερναν σε φασαίους αμφισβητίες, σε τραμπικούς πληροφορικάριους, σε θρησκόληπτους ψεκ, σε δωδεκαθεϊστές του Σώρρα. Δηλαδή, περίπου το συνονθύλευμα που σχετικά πρόσφατα πλημμύριζε τα αντιεμβολιαστικά συλλαλητήρια.

Εκτός από ετερόκλητο, το κοινό της Καρυστιανού μπορεί άνετα να χαρακτηριστεί αγανακτισμένο. Είναι αγανακτισμένο επειδή πιστεύει ότι η μελλοντική Ελλάδα δεν θα έχει θέση για αυτό. Είναι αγανακτισμένο επειδή έχει πάψει να ελπίζει, νιώθοντας ότι το κυρίαρχο -διακομματικό- αφήγημα το αποκλείει από παντού: από τη διαμόρφωση πολιτικής, από την οικονομική ζωή, από τον πολιτισμό, από την ασφαλή διαβίωση, από οπουδήποτε το ενδιαφέρει.

Η γέννηση του καινούργιου κόμματος τερματίζει μια μακρά φάση υποψιών, όταν ουσιαστικά απαγορευόταν η εκτίμηση πως η Μάνα των Τεμπών εκπροσωπούσε -εκούσια ή ακούσια- μια ευμεγέθη εκστρατεία κοινωνικής χειραγώγησης. Όταν χρήσιμοι ηλίθιοι της Αριστεράς, συνεπικουρούμενοι από ακόλουθους του συρμού και ενοχικούς γονείς, εκφόβιζαν συστηματικά τους επιφυλακτικούς, προσβλέποντας σε παντί τρόπω εκδίωξη του Μητσοτάκη.

Άρα, μετά σχεδόν 15 χρόνια, οι Αγανακτισμένοι επιστρέφουν στις πλατείες; Ίσως όχι τόσο θεαματικά, αλλά σίγουρα επιδραστικά. Το ότι μέσα και έξω από το Ολύμπιον βρίσκονταν μόνο χίλια άτομα λίγα σημαίνει για το μέλλον του εγχειρήματος· λίγα σημαίνει και το γεγονός ότι το live streaming παρακολουθούνταν από 7.500 viewers· λίγα σημαίνει και η όποια σχέση της Καρυστιανού με τη Ρωσία· λίγα σημαίνει και η ανυπαρξία προγράμματος και η αντικατάσταση του από κοινοτοπίες, σε μεγάλο βαθμό παρωχημένες ή απλώς ανεφάρμοστες.

Για αυτούς τους ανθρώπους, η Μαρία Καρυστιανού συμβολίζει τον μοναδικό διαθέσιμο μοχλό ανατροπής της κρατούσας τάξης πραγμάτων. Για όλους αυτούς τους ανθρώπους, το κοινωνικό συμβόλαιο έχει πια διαρραγεί ανεπανόρθωτα και η Πολιτεία πρέπει να επανασυσταθεί από το μηδέν. Δεν πιστεύουν στο Σύνταγμα, δεν πιστεύουν στις εκλογές, δεν πιστεύουν στην ελεύθερη αγορά, δεν πιστεύουν στη δημοκρατία όπως λειτουργεί στον τόπο μας. Έχουν στο μυαλό τους ένα όραμα διαφορετικό, το οποίο δεν είναι καν κοινό: αν κάποτε οι δημοσκόποι ασχοληθούν σοβαρά με το θέμα, θα διαπιστώσουν πόσο κωμικοτραγικά αντιφατικές απόψεις πρεσβεύουν οι σύγχρονοι μηδενιστές.

Δεν πρόκειται να υπάρξει κόμμα Καρυστιανού όπως τα γνωρίζουμε. Δεν θα εμπεριέχονται παραδοσιακές δομές, δεν θα διεξάγεται εσωτερικός διάλογος, δε θα κατατίθενται ξεκάθαρες προτάσεις. Θα ακολουθείται άνωθεν επιβαλλόμενη ιδεολογία και επιχειρηματολογία, φιλική σε κάθε λογής πεποιθήσεις. Η συναισθηματική φορτισμένη ρητορική θα αποτελεί το βασικό εργαλείο προσέλκυσης οπαδών. Ήδη, παρά τον εμφανή ερασιτεχνισμό της πρώτης εκδήλωσης, παρατηρήσαμε μία έξυπνη τακτική: την προσπάθεια προσεταιρισμού Ελλήνων του εξωτερικού. Εκείνων που έφυγαν από τη χώρα απογοητευμένοι, όχι μόνο επειδή δεν έβρισκαν σωστές δουλειές, αλλά και επειδή αηδίασαν με τις ελληνικές κακοδαιμονίες. Κακοδαιμονίες που εξακολουθούν να υφίστανται, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις έχουν διογκωθεί. Ο ΟΠΕΚΕΠΕ λογίζεται ως κορυφή του παγόβουνου· όσον αφορά τους αληθινά μεγάλους της οικονομίας, τα πράγματα θεωρούνται ακόμη χειρότερα. Ας μη ξεχνάμε μάλιστα, ότι ζώντας μακριά, μια εκ βάθρων ανατροπή λίγο τρομάζει τους εν λόγω επιστολικούς ψηφοφόρους. Κατά ειρωνικό τρόπο, η κυβέρνηση κινδυνεύει να ζημιωθεί από τις συνέπειες μιας ορθής μεταρρύθμισης.

Δηλαδή επιστρέφουμε σε καταστάσεις παρόμοιες με πριν το 2015; Εν μέρει ναι. Η αγοραστική δύναμη των πολιτών έχει μειωθεί αισθητά. Ταυτόχρονα, εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες δεν βλέπουν προσωπικές ή συλλογικές προοπτικές. Αν και όχι στον βαθμό της μνημονιακής περιόδου, οι απογοητευμένοι είναι πάρα πολλοί, ενώ έχει προκύψει μία διαφορά διόλου ασήμαντη: όσοι τα πήγαιναν καλά επί μνημονίων ήταν διακριτικοί ως προς την επίδειξη του πλούτου τους, κάτι που τώρα δεν ισχύει. Τώρα η κατάσταση είναι τελείως διαφορετική. Οι κοινωνικές ανισότητες είναι ολοφάνερες και εκ των πραγμάτων τα social media συμβάλλουν στην καλλιέργεια εχθρότητας προς όσους προκόβουν.

Η Μαρία Καρυστιανού καβαλάει αυτό το καινούργιο -βουβό- κύμα απολιτίκ αγανάκτησης, και μάλλον θα το καβαλήσει με επιτυχία στο αμέσως επόμενο διάστημα. Εάν κατορθώσει να κινητοποιήσει μεγάλο ποσοστό όσων απέχουν από τις εκλογές την τελευταία δεκαετία, κυρίως το 61% του «Όχι» στο δημοψήφισμα, τότε ίσως καταλήξουμε να μιλάμε για τσουνάμι. Κινητοποιώντας τέτοιες δυνάμεις, θα μπορούσε να βρεθεί σε εξαιρετικά υψηλή εκλογική κατάταξη.

Θα ξεφουσκώσει το ρεύμα τούτο; Είναι εξαιρετικά πιθανό, διότι η ως τώρα μορφή του εγχειρήματος και η προσωπικότητα της επικεφαλής του δεν θα επιτρέψουν τη διαμόρφωση ηγετικής ομάδας και δομών· των αναγκαίων συστατικών για να αποκτήσει βιώσιμη υπόσταση ένα μαζικό ανατρεπτικό κίνημα. Η Καρυστιανού δεν διαθέτει καν τη χαώδη κομματική υποδομή όπου στηριζόταν ο αντιπολιτευόμενος ΣΥΡΙΖΑ. Αναγκαστικά θα ηγείται μιας ασυντόνιστης και αλλοπροσαλλης Βαβέλ. Θα κλείσει λοιπόν τον κύκλο της, και λίγα χρόνια αργότερα θα τη μνημονεύουμε είτε γελώντας δυνατά, είτε χαμογελώντας πικρά.

Δυστυχώς, όταν θα έχει πια χαθεί από το προσκήνιο, πιθανότατα δεν θα έχουν χαθεί τα αίτια που την ανέδειξαν. Το πολιτικό σύστημα θα βολευτεί από την αποτυχία της, υιοθετώντας τη θέση πως έτσι καταλήγει κάθε λαϊκιστικό κίνημα. Ομολογουμένως πολύ βολικό συμπέρασμα, μα δεν αγγίζει τη ρίζα του προβλήματος. Παραβλέπει ότι μία πλατιά μάζα, η οποία έχει γυρίσει την πλάτη στην κοινοβουλευτική δημοκρατία, βρίσκεται μονίμως εν αναμονή κάποιου Μεσσία. Το ότι η Καρυστιανού θα αποτύχει δεν σημαίνει καθόλου ότι θα αποτύχει και ο -αναπόφευκτος- διάδοχός της. Άλλωστε, πολύ σπάνια οι επαναστάσεις πετυχαίνουν τους στόχους της με την πρώτη προσπάθεια. Πέτυχαίνουν όταν ωριμάζουν οι συνθήκες, ως συνέπεια επίμονων ψευδαισθήσεων του εκάστοτε καθεστώτος.