Μονοεδρικές και ασυμβίβαστο: Μεταρρύθμιση με αντιφάσεις

Η δημοσιοποιημένη πρόταση της κυβέρνησης για το εκλογικό σύστημα κινείται ανάμεσα σε ουσιαστικές τομές και επιλογές που υπονομεύουν τη λογική της

Μονοεδρικές και ασυμβίβαστο: Μεταρρύθμιση με αντιφάσεις
Eurokinissi

Η κυβέρνηση έφερε στο τραπέζι μια συνολική πρόταση που, τουλάχιστον σε επίπεδο αρχιτεκτονικής, φιλοδοξεί να αλλάξει τον τρόπο που παράγεται η πολιτική στην Ελλάδα: μονοεδρικές περιφέρειες, πανελλήνιες λίστες και ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργού και βουλευτή. Ένα μεικτό σύστημα που -θεωρητικά- υπόσχεται ταυτόχρονα εγγύτερη εκπροσώπηση και πιο ξεκάθαρους ρόλους στην άσκηση εξουσίας.

Αξίζει να σταθούμε πρώτα στις μονοεδρικές. Σε αντίθεση με τις σημερινές μεγάλες εκλογικές περιφέρειες, όπου η πολιτική επιβίωση εξαρτάται από μηχανισμούς, αναγνωρισιμότητα και –συνήθως– οικονομικούς πόρους, η μονοεδρική μετατοπίζει το κέντρο βάρους. Ο υποψήφιος απευθύνεται σε μια συγκεκριμένη κοινότητα, με σαφή γεωγραφικά όρια και πιο άμεση αντίληψη των ψηφοφόρων. Αυτό, παρά τις προφανείς προκλήσεις τοπικισμού, λειτουργεί περιοριστικά για τους… βαρόνους και ενισχύει τη λογοδοσία. Ο βουλευτής δεν κρύβεται μέσα σε μια απρόσωπη διακομματική ομάδα συναδέλφων του. Εκτίθεται.

Πρόβλημα προκύπτει όταν η παραπάνω λογική συνδυάζεται με τις επτά πανελλήνιες λίστες, και μάλιστα με σταυρό προτίμησης. Εκεί, το σύστημα αλλάζει εντελώς κατεύθυνση. Οι όποιες περιφέρειες γιγαντώνονται, το κόστος εκλογής αυξάνεται δραματικά και η ανάγκη για προβολή ή στήριξη από ισχυρά δίκτυα επανέρχεται θριαμβευτικά. Αν η λίστα δεν είναι κλειστή, δεν λειτουργεί ως εργαλείο εισόδου ανθρώπων με ειδικό βάρος, που όμως στερούνται σχετικής εμπειρίας και εκλογικού μηχανισμού. Αντίθετα, διαιωνίζει την υφιστάμενη στασιμότητα, μα σε μεγαλύτερη κλίμακα.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η παράλληλη συζήτηση για το ασυμβίβαστο υπουργού-βουλευτή. Σε επίπεδο αρχής, είναι υγιής: όποιος ασκεί εκτελεστική εξουσία δεν μπορεί ταυτόχρονα να συμμετέχει στη νομοθετική. Ωστόσο, ο διαφαινόμενος σχεδιασμός συνιστά επιλεκτική εφαρμογή της εν λόγω αρχής: υπουργοί που διατηρούν ή επανακτούν κοινοβουλευτικό ρόλο χωρίς σαφείς περιορισμούς, την ώρα που θέσεις υφισταμένων τους υπόκεινται σε αυστηρότερες δεσμεύσεις. Ως εκ τούτου, το μέτρο χάνει τη θεσμική του καθαρότητα και –κυρίως– την πολιτική του σκοπιμότητα.

Δυστυχώς, όσα η κυβέρνηση έχει δημοσιοποιήσει στερούνται συνοχής. Δεν ωφελεί ένας συνδυασμός νέων, διαφορετικών εργαλείων όταν δεν υπηρετούν τον ίδιο στόχο. Οι μονοεδρικές κινούνται προς την ενίσχυση της άμεσης πολιτικής σχέσης. Οι λίστες με σταυρό, όπως περιγράφονται, κινούνται προς τη διεύρυνση των ανισοτήτων ισχύος. Το ασυμβίβαστο, όταν δεν είναι απόλυτο, καθίσταται διαπραγματεύσιμο.

Κάθε σοβαρή αλλαγή του εκλογικού συστήματος αγγίζει τον πυρήνα της πολιτικής λειτουργίας. Δεν αποτελεί απλή τεχνική διόρθωση· αντίθετα, είναι ανακατανομή δύναμης. Εκεί λοιπόν δοκιμάζεται η μεταρρυθμιστική βούληση της κυβέρνησης. Όχι στο αν θα ανακοινώσει ένα φιλόδοξο σχήμα, αλλά στο αν αυτό θα εφαρμοστεί χωρίς παλαιοκομματικούς συμβιβασμούς. Αν υπάρχει μια γραμμή που αξίζει να κρατηθεί, είναι απλή: λιγότερη πολυπλοκότητα, καθαροί κανόνες και ηθική συνέπεια στην υλοποίηση. Εν κατακλείδι, οι σκέψεις, όπως τουλάχιστον έχουν σκιαγραφηθεί, χρειάζονται σοβαρή επανεξέταση.

Οι παραπάνω αντιφάσεις τροφοδοτούν μια όλο και πιο διαδεδομένη υποψία: ότι οι πρόσφατες εξαγγελίες δεν συγκροτούν μεταρρύθμιση, αλλά μια προσπάθεια αλλαγής ατζέντας και ανάκτησης πολιτικής πρωτοβουλίας, στην ίδια γραμμή με τις 25 αλλαγές στο Σύνταγμα. Η συζήτηση αυτή δεν εκτυλίσσεται σε κενό· συμπίπτει με την εντεινόμενη εσωκομματική ένταση στη ΝΔ, όπου το μοντέλο του «επιτελικού κράτους» αμφισβητείται πλέον ανοιχτά ως προς την αποτελεσματικότητα, την υπευθυνότητα και τη συγκέντρωση εξουσίας που παράγει. Αν τούτη η ανάγνωση επιβεβαιωθεί, το αποτέλεσμα θα είναι αντίστροφο: η κυβέρνηση δεν θα ενισχυθεί. Θα διαβρωθεί το βασικό της κεφάλαιο, η εικόνα σοβαρότητας, σε μια συγκυρία όπου η δυσφορία των ψηφοφόρων της εκφράζεται ανοιχτά.

ΥΓ: ορισμένοι βουλευτές εισηγήθηκαν μια χρήσιμη αλλαγή, που όμως αγνοήθηκε: αναγραφή του αριθμοί σταυρών προτίμησης στα ψηφοδέλτια, όπως ισχύει στις επιστολικές ψήφους.