«Στο Χιλιοστό» και η επίμονη επιστροφή στο 2015
Η ελληνική εμπειρία του πρώτου εξαμήνου του 2015, έδειξε πόσο ακριβά μπορεί να πληρωθεί αυτή η ψευδαίσθηση
Το ντοκιμαντέρ του ΣΚΑΪ επαναφέρει στο προσκήνιο μια περίοδο όπου η πολιτική αυταπάτη, ο λαϊκισμός και η ελλιπής κατανόηση της πραγματικότητας έφεραν τη χώρα στο χείλος της καταστροφής
Το ντοκιμαντέρ «Στο Χιλιοστό» επανάφερε στη δημόσια συζήτηση ένα από τα πιο τραυματικά και πολωμένα κεφάλαια της Μεταπολίτευσης. Η περίοδος του πρώτου εξαμήνου της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ παραμένει ακόμη και σήμερα ανοιχτή πληγή για την ελληνική κοινωνία, όχι μόνο λόγω των οικονομικών συνεπειών που προκάλεσε, αλλά επειδή συμπύκνωσε με εξαιρετικά έντονο τρόπο μια βαθύτερη κρίση πολιτικής κουλτούρας. Το ζήτημα δεν αφορά απλώς το αν η τότε κυβέρνηση απέτυχε διαπραγματευτικά. Αφορά κυρίως το γεγονός ότι ένα σημαντικό τμήμα του πολιτικού συστήματος έδειξε να μην αντιλαμβάνεται πλήρως ούτε τη φύση της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ούτε τα όρια ισχύος μιας χώρας που βρισκόταν σε κατάσταση χρηματοδοτικής εξάρτησης.
Οι αντιδράσεις που προκάλεσε το ντοκιμαντέρ οφείλονται ακριβώς σε αυτό. Επανέφερε στο προσκήνιο μια μνήμη που πολλοί θα προτιμούσαν να παραμείνει θολή και αμφίσημη. Οι ουρές στα ΑΤΜ, το κλείσιμο των τραπεζών, η αβεβαιότητα για την παραμονή της χώρας στο ευρώ και η εικόνα μιας κυβέρνησης που έμοιαζε να κινείται μεταξύ ιδεολογικής βεβαιότητας και επιχειρησιακής σύγχυσης εξακολουθούν να λειτουργούν ως σημείο αναφοράς για τον τρόπο με τον οποίο οι Έλληνες αντιλαμβάνονται σήμερα τον λαϊκισμό, τη διακυβέρνηση και τα όρια της πολιτικής υπόσχεσης.
Η σύγκρουση με την πραγματικότητα της Ευρωζώνης
Το βασικό συμπέρασμα που αναδύεται μέσα από τις μαρτυρίες και το υλικό του ντοκιμαντέρ είναι ότι η ελληνική κυβέρνηση του 2015 υποτίμησε δραματικά τη σύνθετη λειτουργία της Ευρωζώνης. Η πολιτική ηγεσία φαίνεται πως πίστεψε ότι μια ισχυρή εκλογική εντολή αρκούσε για να ανατρέψει συσχετισμούς οι οποίοι είχαν οικοδομηθεί επί δεκαετίες μέσα από θεσμούς, κανόνες, χρηματοπιστωτικές εξαρτήσεις και εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες των κρατών-μελών.
Η αντίληψη ότι η Ευρώπη θα υποχωρούσε μπροστά στον φόβο ενός Grexit αποδείχθηκε λανθασμένη. Το ίδιο και η πεποίθηση ότι η πολιτική πίεση μπορούσε να υπερισχύσει των θεσμικών περιορισμών της νομισματικής ένωσης. Η ελληνική πλευρά συχνά αντιμετώπισε τη διαπραγμάτευση σαν μια μεγάλη πολιτική αναμέτρηση βούλησης, ενώ στην πραγματικότητα συμμετείχε σε ένα εξαιρετικά αυστηρό και τεχνοκρατικό πλαίσιο, όπου οι αποφάσεις συνδέονταν άμεσα με τη σταθερότητα του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος, τις αγορές ομολόγων, τις αξιολογήσεις της ΕΚΤ και τις εσωτερικές πολιτικές πιέσεις που δέχονταν οι κυβερνήσεις των άλλων χωρών.
Αυτό φάνηκε ιδιαίτερα στις σχέσεις με κράτη που είχαν χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ από την Ελλάδα και τα οποία δυσκολεύονταν πολιτικά να εξηγήσουν στους δικούς τους ψηφοφόρους γιατί έπρεπε να χρηματοδοτήσουν μια χώρα που ζητούσε εξαίρεση από κανόνες τους οποίους εκείνα είχαν ήδη αποδεχθεί με βαρύ κοινωνικό κόστος. Η Ελλάδα του 2015 συχνά αντιμετώπιζε τους Ευρωπαίους συνομιλητές της σαν ένα ενιαίο μπλοκ νεοφιλελεύθερων τεχνοκρατών, αγνοώντας ότι πίσω από τις αποφάσεις υπήρχαν εθνικά κοινοβούλια, εκλογικά σώματα και κυβερνήσεις που λειτουργούσαν επίσης υπό δημοκρατική πίεση.
Εκεί ακριβώς αποκαλύφθηκε ένα από τα βαθύτερα προβλήματα της περιόδου. Η ελληνική ριζοσπαστική Αριστερά είχε οικοδομήσει σε μεγάλο βαθμό την πολιτική της αφήγηση πάνω στην ιδέα ότι η ελληνική λαϊκή εντολή είχε ιδιαίτερο ηθικό βάρος και άρα μπορούσε να μεταβάλει τη συνολική πορεία της Ευρώπης. Ωστόσο η Ευρωπαϊκή Ένωση λειτουργεί ως σύστημα πολλαπλών και συχνά ανταγωνιστικών δημοκρατικών νομιμοποιήσεων. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έδειξε να μην έχει αντιληφθεί εγκαίρως αυτή τη θεμελιώδη πραγματικότητα.
Ο λαϊκισμός ως υπόσχεση χωρίς κόστος
Η περίοδος του 2015 αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς ο λαϊκισμός μπορεί να μετατραπεί από εργαλείο πολιτικής κινητοποίησης σε παράγοντα εθνικού κινδύνου. Η υπόσχεση ότι η Ελλάδα μπορούσε ταυτόχρονα να ακυρώσει τη λιτότητα, να διαγράψει μεγάλο μέρος του χρέους, να απορρίψει τις μνημονιακές δεσμεύσεις και να παραμείνει χωρίς σοβαρούς κραδασμούς στον πυρήνα της Ευρωζώνης καλλιέργησε προσδοκίες που δεν αντιστοιχούσαν στους πραγματικούς συσχετισμούς ισχύος.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια της εποχής ήταν ψεύτικη ή κατασκευασμένη. Η Ελλάδα είχε ήδη χάσει περίπου το ένα τέταρτο του ΑΕΠ της, η ανεργία βρισκόταν σε ιστορικά επίπεδα και μεγάλα τμήματα της κοινωνίας αισθάνονταν ότι η δημοκρατική κυριαρχία είχε περιοριστεί δραστικά από τα μνημόνια. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο ΣΥΡΙΖΑ εξέφρασε μια πραγματική ανάγκη αντίδρασης απέναντι στην εξάντληση και την ταπείνωση που είχε προκαλέσει η κρίση.
Το πρόβλημα όμως ξεκίνησε όταν η πολιτική διαμαρτυρία μετατράπηκε σε κυβερνητική στρατηγική χωρίς επαρκή αντίληψη των συνεπειών. Η κυβέρνηση έμοιαζε συχνά να πιστεύει ότι η πολιτική αποφασιστικότητα αρκούσε για να ανατρέψει τους οικονομικούς και θεσμικούς περιορισμούς. Το αποτέλεσμα ήταν μια διαπραγμάτευση που διολίσθησε σταδιακά σε αδιέξοδο, προκαλώντας εκροή καταθέσεων, ασφυξία ρευστότητας και τελικά το κλείσιμο των τραπεζών.
Το ντοκιμαντέρ φωτίζει και μια ακόμη διάσταση που παραμένει εξαιρετικά επίκαιρη. Η κρίση του 2015 δεν ήταν μόνο οικονομική. Ήταν κρίση επάρκειας του ίδιου του πολιτικού προσωπικού. Πολλές από τις μαρτυρίες δημιουργούν την εντύπωση ότι σημαντικά κυβερνητικά στελέχη δεν κατανοούσαν πλήρως ούτε τον τρόπο λειτουργίας των μηχανισμών χρηματοδότησης ούτε τις τεχνικές συνέπειες των επιλογών τους. Η ιδέα ότι μια χώρα μπορεί να διαπραγματεύεται στα όρια της χρεοκοπίας χωρίς να επηρεάζεται άμεσα το τραπεζικό της σύστημα ή η δυνατότητα πληρωμών του κράτους αποδείχθηκε εξαιρετικά επικίνδυνη αυταπάτη.
Η σκιά του 2015 πάνω στη σημερινή πολιτική σκηνή
Το ενδιαφέρον είναι ότι το 2015 εξακολουθεί να επηρεάζει βαθιά την ελληνική πολιτική ζωή. Η περίοδος εκείνη λειτούργησε ως σημείο καμπής για τη σχέση της κοινωνίας με τον λαϊκισμό, τις εύκολες υποσχέσεις και τις θεωρίες περί «εύκολων λύσεων» απέναντι σε σύνθετα διεθνή προβλήματα. Η εμπειρία των capital controls και της αβεβαιότητας γύρω από την παραμονή στο ευρώ δημιούργησε ένα ισχυρό κοινωνικό αντανακλαστικό υπέρ της σταθερότητας και απέναντι στις στρατηγικές υψηλού ρίσκου.
Αυτό εξηγεί σε σημαντικό βαθμό και τη σημερινή αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να ανασυγκροτήσει μια πειστική κυβερνητική αφήγηση. Το κόμμα εξακολουθεί να κουβαλά το βάρος μιας περιόδου κατά την οποία υποσχέθηκε πολύ περισσότερα από όσα μπορούσε να υλοποιήσει. Παράλληλα, ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας επιχείρησε τα τελευταία χρόνια να επανατοποθετήσει ιστορικά τον εαυτό του ως ηγέτη που τελικά κράτησε τη χώρα στην Ευρώπη. Ωστόσο αυτή η προσπάθεια σκοντάφτει στο γεγονός ότι μεγάλο μέρος της κοινωνίας θυμάται κυρίως το κόστος που προηγήθηκε αυτής της κατάληξης.
Το «Στο Χιλιοστό» δεν λειτουργεί λοιπόν μόνο ως ιστορικό ντοκιμαντέρ. Λειτουργεί και ως υπενθύμιση των ορίων της πολιτικής όταν αποκόπτεται από την πραγματικότητα των θεσμών, των διεθνών συσχετισμών και της οικονομίας. Σε μια εποχή όπου ο λαϊκισμός επανεμφανίζεται διεθνώς με νέες μορφές, η ανάμνηση του 2015 αποκτά ξανά ιδιαίτερη σημασία. Υπενθυμίζει ότι οι δημοκρατίες μπορούν εύκολα να παρασυρθούν από αφηγήσεις που υπόσχονται ταυτόχρονα σύγκρουση χωρίς κόστος, εθνική υπερηφάνεια χωρίς περιορισμούς και πολιτική λύτρωση χωρίς επώδυνες επιλογές.
Η ελληνική εμπειρία του πρώτου εξαμήνου του 2015, έδειξε πόσο ακριβά μπορεί να πληρωθεί αυτή η ψευδαίσθηση.