Τι μας διδάσκει ενας ανυποψίαστος Δανός δότης;

Η τραγωδία του γενετικού υλικού με καρκινογόνο μετάλλαξη αποκαλύπτει την αδυναμία της διεθνούς κοινότητας να συντονίσει κανόνες, ευθύνες και ηθικά όρια.

Τι μας διδάσκει ενας ανυποψίαστος Δανός δότης;
Unsplash

Η υπόθεση του Δανού δότη σπέρματος με καρκινογόνο μετάλλαξη αντικατοπτρίζει έναν πλανήτη που μάλλον παράγει περισσότερη επιστήμη απ’ όση μπορεί -και οφείλει- να ρυθμίσει. Ο συγκεκριμένος δότης απέκτησε σχεδόν διακόσια βιολογικά τέκνα σε δεκατέσσερις χώρες. Ανάμεσά τους, δεκαοκτώ γεννήθηκαν στην Ελλάδα, σύμφωνα με την Εθνική Αρχή Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής. Μέχρι στιγμής έχει χαθεί ένα και άλλα παρακολουθούνται, καθώς φέρουν μετάλλαξη στο -διαβόητο πλέον- γονίδιο TP53.

Ανησυχία για 11 οικογένειες στην Ελλάδα: Παιδιά από το σπέρμα Δανού δότη στο επίκεντρο

Η διάδοση του ίδιου γενετικού υλικού σε τόσες χώρες δεν είναι από μόνη της ανήθικη, ούτε παράνομη. Είναι όμως συστημικά επικίνδυνη, όταν κανείς δεν γνωρίζει με ακρίβεια πού, πότε και πώς χρησιμοποιήθηκε. Οι τράπεζες σπέρματος που λειτουργούν στην ΕΕ δεν υποχρεούνται να διασυνδέονται σε κοινό μητρώο· κάθε κράτος ακολουθεί τα δικά του πρωτόκολλα. Έτσι, όταν αποκαλύφθηκε το πρόβλημα, χρειάστηκαν μήνες για να εντοπιστούν οι θιγόμενες οικογένειες, και ακόμη δεν είναι βέβαιο ότι έχουν εντοπιστεί όλες.

Ειδικά στην Ελλάδα, το σπέρμα του εν λόγω δότη αξιοποιήθηκε κανονικά έως το 2017. Οι τότε τυπικοί έλεγχοι δεν προέβλεπαν βαθύτερη γενετική ανάλυση, ενώ η χώρα δεν διέθετε ολοκληρωμένο ηλεκτρονικό μητρώο δοτών. Δεν πρόκειται λοιπόν για αμέλεια, αλλά για θεσμικό κενό: δυστυχώς, η τεχνολογία κινήθηκε ταχύτερα από την αναγκαία επιτήρηση. Το ίδιο άλλωστε συμβαίνει παντού στην Ένωση, όπου η ενιαία αγορά διευκολύνει την κυκλοφορία βιολογικού υλικού, χωρίς να διασφαλίζει ενιαία εποπτεία των σχετικών διαδικασιών.

Η έλλειψη διεθνούς συντονισμού δεν είναι φαινόμενο αποκλειστικά ιατρικό, ούτε ενωσιακό. Την είδαμε στην πανδημία του Covid-19, όταν κάθε χώρα αποφάσιζε μόνη της για περιορισμούς, εμβόλια και πιστοποιητικά, με αποτέλεσμα χαώδεις καθυστερήσεις και τερστιες απώλειες, ανθρώπινες και οικονομικές. Τη βλέπουμε ακόμη στην κυβερνοασφάλεια, όπου οι επιθέσεις ξεκινούν από ανώνυμους servers σε τρίτες χώρες, χωρίς κοινούς ποινικούς κανόνες. Τη βλέπουμε επίσης στο λαθρεμπόριο καυσίμων, ναρκωτικών και ανθρώπων, όπου τα εγκληματικά δίκτυα εκμεταλλεύονται την έλλειψη υπηρεσιακού και νομικού συγχρονισμού μεταξύ γειτονικών κρατών. Και φυσικά τη βλέπουμε στο ξέπλυμα μαύρου χρήματος, όπου οι διεθνείς ροές κεφαλαίων περνούν κάτω από τα ραντάρ δεκάδων εποπτικών αρχών, συχνά υπερεθνικών μα υποστελεχωμένων.

Σε όλα τα παραπάνω, η βασική παθογένεια είναι κοινή: ο πλανήτης λειτουργεί πολύ πιο παγκοσμιοποιημένα, αλλά εξακολουθεί να διοικείται εθνικά. Οι τεχνολογίες, οι ασθένειες, τα δεδομένα και τα κεφάλαια διασχίζουν εύκολα τα σύνορα, μα η απόδοση ευθυνών σταματά σε αυτά. Το νέο γονιδιακό σκάνδαλο είναι απλώς η πιο πρόσφατη συνέπεια της αποσύνδεσης των τύπων από την πραγματικότητα.

Εξυπακούεται πως η βιοτεχνολογία δεν είναι εχθρός της ανθρωπότητας, μα χωρίς ενιαίο διεθνές πλαίσιο μπορεί να μετατραπεί σε εφιάλτη. Τουλάχιστον η Ευρώπη -αν επιθυμεί να παραμείνει ήπειρος αξιών και όχι απλώς αγορών- οφείλει να θεσπίσει ενιαία βιοηθική εποπτεία, κοινά μητρώα και διαφανή πρωτόκολλα. Το ίδιο οφείλει να πράξει και όσον αφορά άλλους δυνητικούς εφιάλτες, όπως η τεχνητή νοημοσύνη, τα κρυπτονομίσματα, τα fake news, το cloud, τα social media και το ψηφιακό στοίχημα, ισορροπώντας την προστασία των πολιτών με την επιστημονική έρευνα.

Εν κατακλείδι, είτε μιλάμε για ιούς, είτε για hackers, είτε για DNA, το ζήτημα είναι ένα: η έλλειψη διεθνούς συντονισμού μπορεί να σκοτώσει -άλλοτε μεταφορικά, άλλοτε κυριολεκτικά. Αν η τραγική υπόθεση του Δανού δότη μας διδάσκει κάτι, είναι ότι η εποχή της τεχνολογικής παντοδυναμίας επιβάλλει λιγότερη αλαζονεία και -πολύ- περισσότερη υπευθυνότητα.