Τι συμβαίνει πραγματικά με τους μισθούς;
Γιατί η άνοδος του κατώτατου δεν συμπαρασύρει τις υπόλοιπες αποδοχές, πώς δημιουργείται η μισθολογική συμπίεση και τι αποκαλύπτει η σύγκριση με τις ευρωπαϊκές οικονομίες
Η Ελλάδα εμφανίζει μια ιδιότυπη αντίφαση στην ευρωπαϊκή αγορά εργασίας. Ενώ ο κατώτατος μισθός βρίσκεται περίπου στη μέση της κατάταξης των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διαθέτουν εθνικά καθορισμένο κατώτατο όριο αμοιβών, ο μέσος ετήσιος μισθός παραμένει ο δεύτερος χαμηλότερος μεταξύ των 27 κρατών-μελών. Η απόκλιση αυτή τροφοδοτεί μια έντονη πολιτική αντιπαράθεση, με την κυβέρνηση να επικαλείται τη βελτίωση των κατώτατων αποδοχών και την αντιπολίτευση να επισημαίνει τη μεγάλη απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Πίσω από τη σύγκρουση των αριθμών βρίσκεται ένα βαθύτερο οικονομικό πρόβλημα. Η ελληνική οικονομία έχει πετύχει σημαντική αύξηση της απασχόλησης και των χαμηλότερων αμοιβών, δυσκολεύεται όμως να δημιουργήσει επαρκείς θέσεις εργασίας με αισθητά υψηλότερους μισθούς. Η εξέλιξη αυτή εγείρει ένα πρόσθετο ερώτημα: μήπως οι συνεχείς κυβερνητικές αυξήσεις του κατώτατου, παρά τη θετική κοινωνική τους επίδραση, συμβάλλουν τελικά στη συμπίεση των υπόλοιπων μισθολογικών κλιμακίων;
Η ευρωπαϊκή κατάταξη και η σύγκρουση των αριθμών
Τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, που δημοσιοποιήθηκαν στις 6 Νοεμβρίου, αποτυπώνουν το μέγεθος της απόκλισης. Το 2025, ο μέσος ετήσιος μικτός μισθός, προσαρμοσμένος σε πλήρη απασχόληση, διαμορφώθηκε στην Ελλάδα στις 18.800 ευρώ, έναντι 41.500 ευρώ στην ΕΕ. Χαμηλότερα βρίσκεται μόνο η Βουλγαρία, με 16.200 ευρώ, ενώ ακολουθεί προς τα πάνω η Ουγγαρία, με 20.100 ευρώ. Οι ελληνικές αποδοχές αντιστοιχούν μόλις στο 45% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Η εικόνα διαφοροποιείται σημαντικά όταν εξετάζεται ο κατώτατος μισθός. Από τον Απρίλιο του 2026 έχει διαμορφωθεί στα 920 ευρώ μικτά, καταγράφοντας αύξηση 41,5% έναντι των 650 ευρώ του 2019. Επειδή στην Ελλάδα καταβάλλονται 14 μισθοί, η Eurostat πραγματοποιεί αναγωγή σε δωδεκάμηνη βάση, εμφανίζοντας τον ελληνικό κατώτατο στα 1.073 ευρώ. Με αυτό το κριτήριο, βρίσκεται κοντά στη μέση της κατάταξης των 22 χωρών που διαθέτουν εθνικό κατώτατο μισθό, στο ίδιο επίπεδο με την Πορτογαλία.
Οι δύο δείκτες, επομένως, περιγράφουν διαφορετικές πραγματικότητες. Ο κατώτατος καθορίζει το νομοθετικά εγγυημένο επίπεδο αμοιβής, ενώ ο μέσος αποτυπώνει το συνολικό μισθολογικό αποτέλεσμα της οικονομικής δραστηριότητας.
Η κυβέρνηση έχει βάσιμα επιχειρήματα όταν επικαλείται τη βελτίωση από το 2019. Σύμφωνα με την ΕΡΓΑΝΗ, ο μέσος μηνιαίος μισθός πλήρους απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα αυξήθηκε από 1.264 σε 1.516 ευρώ το 2025. Επιπλέον, το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας επισημαίνει ότι οι καθαρές ετήσιες αποδοχές ενός άγαμου εργαζομένου χωρίς παιδιά, στο επίπεδο του στατιστικά οριζόμενου μέσου μισθού, έφτασαν τα 21.498 ευρώ, τοποθετώντας τη χώρα πάνω από δέκα κράτη-μέλη.
Ωστόσο, οι συγκεκριμένοι δείκτες χρησιμοποιούν διαφορετικούς πληθυσμούς, ορισμούς και μεθοδολογίες. Δεν μπορούν να συγκριθούν απευθείας μεταξύ τους. Η πρόοδος των τελευταίων ετών είναι μετρήσιμη, αλλά εξίσου πραγματική παραμένει η χαμηλή θέση της Ελλάδας στις ευρωπαϊκές μισθολογικές συγκρίσεις.
Η μισθολογική συμπίεση και η παγίδα του κατώτατου
Το ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι ο ελληνικός κατώτατος μισθός πλησιάζει ολοένα περισσότερο τον μέσο μισθό. Σύμφωνα με μελέτη του ΙΟΒΕ, ο λόγος του κατώτατου προς τον μέσο μισθό πλήρους απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα αυξήθηκε από 54% το 2019 σε 63% το 2025, όταν συνυπολογίζονται οι προσαυξήσεις προϋπηρεσίας.
Στις επιχειρήσεις με λιγότερους από δέκα εργαζομένους, η αναλογία έφτασε μάλιστα στο 79%. Αυτό δεν σημαίνει ότι οκτώ στους δέκα εργαζομένους λαμβάνουν τον κατώτατο, αλλά ότι η απόσταση του κατώτατου από τον μέσο μισθό των συγκεκριμένων επιχειρήσεων είναι εξαιρετικά μικρή.
Το φαινόμενο ονομάζεται μισθολογική συμπίεση. Όταν αυξάνεται σημαντικά η ελάχιστη νόμιμη αμοιβή, χωρίς αντίστοιχη άνοδο των υπόλοιπων μισθών, περιορίζονται οι διαφορές μεταξύ εργαζομένων με διαφορετική προϋπηρεσία, εξειδίκευση και επαγγελματική ευθύνη.
Η Τράπεζα της Ελλάδος είχε καταγράψει ήδη από το 2024 μια χαρακτηριστική εξέλιξη. Μεταξύ 2016 και 2023, οι αμοιβές των χαμηλόμισθων θέσεων εργασίας αυξήθηκαν ονομαστικά κατά 26,9%, ενώ για τις υψηλότερα αμειβόμενες θέσεις η αντίστοιχη μεταβολή περιορίστηκε στο 0,7%. Μεσολάβησε, μάλιστα, σημαντική άνοδος των τιμών, η οποία περιόρισε την πραγματική αξία των αποδοχών.
Εδώ εντοπίζεται μια πιθανή παρενέργεια της κυβερνητικής παρέμβασης. Μια μικρή επιχείρηση, όταν υποχρεώνεται να αυξήσει σημαντικά τους χαμηλότερους μισθούς της, ενδέχεται να περιορίσει τις αυξήσεις των εργαζομένων που αμείβονται ήδη περισσότερο. Μπορεί επίσης να αναπροσαρμόσει τις τιμές, να περιορίσει τις ώρες εργασίας ή να απορροφήσει μέρος του κόστους από τα κέρδη της.
Αυτό, βεβαίως, δεν αποδεικνύει ότι η αύξηση του κατώτατου προκαλεί χαμηλότερο μέσο μισθό. Αριθμητικά, η αύξηση των χαμηλότερων αποδοχών ανεβάζει τον μέσο όρο, εφόσον οι υπόλοιπες συνθήκες παραμένουν αμετάβλητες. Η συμπίεση προκύπτει όταν οι υπόλοιποι μισθοί δεν ακολουθούν, ενώ η ενδεχόμενη αρνητική επίδραση στην απασχόληση ή στη δημιουργία καλύτερα αμειβόμενων θέσεων χρειάζεται ξεχωριστή τεκμηρίωση.
Τι αποκαλύπτουν τα ευρωπαϊκά παραδείγματα
Η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι η μισθολογική συμπίεση δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2024 ο κατώτατος μισθός αντιστοιχούσε στο 62% του διάμεσου μισθού στην Ελλάδα, έναντι 69% στην Πορτογαλία και περίπου 67% στη Γαλλία και την Πολωνία. Πρόκειται για διαφορετικό δείκτη από την αναλογία κατώτατου προς μέσο μισθό του ΙΟΒΕ.
Η Γαλλία αντιμετωπίζει εδώ και χρόνια το πρόβλημα της συγκέντρωσης πολλών εργαζομένων κοντά στον κατώτατο μισθό, το οποίο έχει καθιερωθεί στον δημόσιο διάλογο ως «smicardisation». Ο σχετικά υψηλός κατώτατος και η σύνδεσή του με τον πληθωρισμό περιορίζουν τις αποστάσεις από τα αμέσως υψηλότερα μισθολογικά κλιμάκια. Ωστόσο, η γαλλική οικονομία εξακολουθεί να προσφέρει πολύ υψηλότερες μέσες αποδοχές από την ελληνική.
Η Πορτογαλία αποτελεί μια ακόμη ενδιαφέρουσα περίπτωση. Διαθέτει υψηλότερη αναλογία κατώτατου προς διάμεσο μισθό, αλλά και σημαντικά υψηλότερες μέσες αποδοχές από την Ελλάδα. Αντίστοιχα, η Πολωνία και η Σλοβενία συνδυάζουν σχετικά υψηλό κατώτατο με ισχυρότερη παρουσία της μεταποίησης και μεγαλύτερη μισθολογική δυναμική.
Στη Γερμανία, η μεγάλη αύξηση του κατώτατου στα 12 ευρώ ανά ώρα το 2022 βελτίωσε τις χαμηλές αμοιβές. Εμπειρική μελέτη του IZA κατέγραψε περιορισμό των ωρών εργασίας σε ορισμένες κατηγορίες, χωρίς να εντοπίσει σημαντική αρνητική επίδραση στη συνολική περιφερειακή απασχόληση.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η Δανία, η οποία διαθέτει ιδιαίτερα υψηλούς μέσους μισθούς χωρίς γενικό νομοθετημένο κατώτατο. Οι αμοιβές καθορίζονται κυρίως μέσα από συλλογικές διαπραγματεύσεις, σε μια οικονομία υψηλής παραγωγικότητας.
Το συμπέρασμα είναι ότι το ύψος του κατώτατου δεν αρκεί για να εξηγήσει το επίπεδο των μέσων αποδοχών. Καθοριστικό ρόλο έχουν η παραγωγική διάρθρωση, η οικονομική οργάνωση και η δυνατότητα των επιχειρήσεων να δημιουργούν θέσεις υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.
Το πραγματικό ελληνικό πρόβλημα είναι η παραγωγικότητα
Η συζήτηση για τους μισθούς συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυσκολία αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου. Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να στηρίζεται σε σημαντικό βαθμό στον τουρισμό, στην εστίαση, στο λιανικό εμπόριο και σε υπηρεσίες σχετικά χαμηλής παραγωγικότητας.
Οι κλάδοι αυτοί δημιουργούν θέσεις απασχόλησης και συμβάλλουν ουσιαστικά στην οικονομική δραστηριότητα. Ωστόσο, η μεγάλη συγκέντρωση εργαζομένων σε επιχειρήσεις περιορισμένου μεγέθους δυσκολεύει τη συνολική αναβάθμιση των αμοιβών.
Η Ελλάδα βρίσκεται άλλωστε πολύ χαμηλά στην ευρωπαϊκή παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας. Το 2025 ο σχετικός δείκτης, εκφρασμένος σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, αντιστοιχούσε περίπου στο 54,5% του μέσου όρου της ΕΕ. Πρόκειται για μια διαρθρωτική αδυναμία που περιορίζει τις δυνατότητες μακροχρόνιας μισθολογικής σύγκλισης.
Η ανάγκη ενίσχυσης της παραγωγικότητας δεν αφορά μόνο την αύξηση των επενδύσεων. Συνδέεται με την τεχνολογική αναβάθμιση, τη μεγέθυνση των επιχειρήσεων, την καλύτερη αξιοποίηση των δεξιοτήτων και την ανάπτυξη δραστηριοτήτων που μπορούν να προσφέρουν υψηλότερες αποδοχές.
Σημαντική παραμένει επίσης η κληρονομιά της οικονομικής κρίσης. Η Ελλάδα έχασε μεγάλο μέρος των επενδύσεων και των μισθολογικών κεκτημένων της προηγούμενης δεκαετίας, την ώρα που αρκετές οικονομίες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης συνέχισαν να συγκλίνουν με τις ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες.
Η σύγκριση της αγοραστικής δύναμης προσθέτει μια ακόμη διάσταση. Η πραγματική ατομική κατανάλωση ανά κάτοικο στην Ελλάδα βρισκόταν το 2025 περίπου στο 80% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, έναντι 77% στη Βουλγαρία. Ο συγκεκριμένος δείκτης περιλαμβάνει ευρύτερες πηγές κατανάλωσης και δημόσιες παροχές σε είδος, συνεπώς δεν αποτυπώνει αποκλειστικά την αγοραστική δύναμη των μισθωτών.
Από την αύξηση του κατώτατου στην άνοδο των μέσων αποδοχών
Η πολιτική αύξησης του κατώτατου μισθού έχει συμβάλει στην προστασία των χαμηλότερων εισοδημάτων και στην αντιμετώπιση μέρους των πληθωριστικών πιέσεων. Παράλληλα, η μείωση της ανεργίας και η αύξηση της απασχόλησης αποτελούν ουσιαστικές μεταβολές στην ελληνική αγορά εργασίας.
Ωστόσο, η επόμενη φάση απαιτεί διαφορετικά εργαλεία. Η διεύρυνση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, η μείωση του μη μισθολογικού κόστους, η ενίσχυση του ανταγωνισμού για εξειδικευμένο προσωπικό και η σύνδεση των αμοιβών με πραγματικές αυξήσεις της παραγωγικότητας μπορούν να συμβάλουν στην ανάπτυξη των μεσαίων μισθολογικών κλιμακίων.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η αναβάθμιση της ελληνικής βιομηχανίας, καθώς η δημιουργία περισσότερων παραγωγικών θέσεων εργασίας μπορεί να περιορίσει την εξάρτηση της μισθολογικής προόδου από τις κρατικές αποφάσεις.
Η ελληνική οικονομία έχει σημειώσει πρόοδο στο κατώτατο επίπεδο αποδοχών, χωρίς ακόμη να έχει εξασφαλίσει αντίστοιχη σύγκλιση στο σύνολο της μισθολογικής κλίμακας. Αυτό εξηγεί γιατί οι κυβερνητικές αναφορές στη βελτίωση των εισοδημάτων και οι αντιπολιτευτικές επισημάνσεις για τη χαμηλή ευρωπαϊκή κατάταξη μπορούν να στηρίζονται ταυτόχρονα σε πραγματικά δεδομένα.
Το κρίσιμο ζήτημα για τα επόμενα χρόνια είναι η μετάβαση από μια πολιτική προστασίας των χαμηλότερων μισθών σε μια ευρύτερη στρατηγική αύξησης των πραγματικών αποδοχών. Η διαρκής άνοδος του κατώτατου δημιουργεί ένα υψηλότερο σημείο εκκίνησης. Η ουσιαστική σύγκλιση με την Ευρώπη θα εξαρτηθεί από το πόσο γρήγορα η ελληνική οικονομία θα μπορέσει να αυξήσει τους μισθούς που βρίσκονται πάνω από αυτό.