Το παραγωγικό μοντέλο αλλάζει πιο δύσκολα από την οικονομία
Η Ελλάδα πέρασε κρίση, μνημόνια, μεταρρυθμίσεις και μια νέα επενδυτική περίοδο. Η οικονομία μετακινήθηκε, όμως η παραγωγική της δομή αποδεικνύεται πολύ πιο ανθεκτική στις αλλαγές
Δεκαέξι χρόνια μετά την έναρξη της ελληνικής κρίσης, η οικονομία είναι διαφορετική σχεδόν σε κάθε βασικό μακροοικονομικό δείκτη. Η δημοσιονομική εικόνα έχει ανατραπεί, οι τράπεζες έχουν εξυγιανθεί, η ανεργία έχει υποχωρήσει σημαντικά, οι εξαγωγές έχουν αποκτήσει μεγαλύτερο βάρος και οι επενδύσεις ανακάμπτουν. Στο διάστημα αυτό μεσολάβησαν τρία προγράμματα προσαρμογής, εκατοντάδες μεταρρυθμίσεις, μια πανδημία, η ενεργειακή κρίση, η επιστροφή της χώρας στην επενδυτική βαθμίδα και η μεγάλη χρηματοδοτική ώθηση του Ταμείου Ανάκαμψης.
Θα περίμενε κανείς ότι μια τόσο μεγάλη αλληλουχία ανατροπών θα είχε μεταμορφώσει και τον τρόπο με τον οποίο παράγει η χώρα. Τα στοιχεία για την περίοδο 2000-2025, που συγκεντρώνει πρόσφατη μελέτη του ΚΕΦΙΜ με βάση δεδομένα της Eurostat, δείχνουν κάτι περισσότερο σύνθετο: το παραγωγικό μοντέλο μιας χώρας έχει πολύ μεγαλύτερη αδράνεια από τους οικονομικούς της δείκτες.
Η Ελλάδα έχει αλλάξει κατεύθυνση, αλλά λιγότερο από όσο θα μπορούσε να υποθέσει κανείς βλέποντας το μέγεθος της κρίσης που προηγήθηκε. Οι εμπορεύσιμοι κλάδοι έχουν ανακτήσει έδαφος, η μεταποίηση και η πληροφορική εμφανίζουν αξιοσημείωτη δυναμική, οι επενδύσεις έχουν ενισχυθεί. Παρ’ όλα αυτά, το 2025 η πραγματική παραγωγή της χώρας παρέμενε περίπου 10% χαμηλότερη από το 2009 και 13% χαμηλότερη από την κορυφή του 2008.
Το παράδοξο είναι μόνο φαινομενικό. Μια οικονομία μπορεί να αλλάξει γρήγορα δημοσιονομική πορεία, να μειώσει την ανεργία ή να αυξήσει τις επενδύσεις της. Για να αλλάξει όμως παραγωγικό μοντέλο απαιτούνται πολύ περισσότερα: κεφάλαιο, επιχειρήσεις μεγαλύτερου μεγέθους, νέες δεξιότητες, τεχνογνωσία, διαφορετική κατανομή εργατικού δυναμικού και, κυρίως, χρόνος.
Η κρίση άλλαξε πολλά, όχι όμως τα πάντα
Πριν από το 2009 η ελληνική οικονομία είχε αποκτήσει έντονη εξάρτηση από την εσωτερική ζήτηση. Η πιστωτική επέκταση, η κατανάλωση, οι κατασκευές και οι μη εμπορεύσιμες υπηρεσίες είχαν ενισχυθεί, ενώ το σχετικό βάρος δραστηριοτήτων που ήταν περισσότερο εκτεθειμένες στον διεθνή ανταγωνισμό είχε περιοριστεί.
Η κρίση διέλυσε αυτή την ισορροπία. Η εσωτερική ζήτηση κατέρρευσε, οι κατασκευές βυθίστηκαν, χιλιάδες επιχειρήσεις έκλεισαν και η ανεργία εκτινάχθηκε. Η προσαρμογή που ακολούθησε έστρεψε αναγκαστικά μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας προς το εξωτερικό.
Αυτό αποτυπώνεται πλέον και στη σύνθεση της οικονομίας. Από το 2009 έως το 2025 οι διεθνώς εμπορεύσιμες δραστηριότητες αύξησαν το βάρος τους κατά περίπου 4,9 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, ενώ οι μη εμπορεύσιμες έχασαν 7,8 μονάδες. Η μεταποίηση ανέκτησε μέρος της θέσης που είχε χάσει, ενώ η πληροφορική και οι επικοινωνίες ενισχύθηκαν.
Ωστόσο, η μεγάλη εικόνα είναι πιο σταθερή από όσο υποδηλώνουν αυτές οι μετακινήσεις. Τα μερίδια των τριών βασικών τομέων, υπηρεσιών, βιομηχανίας και πρωτογενούς παραγωγής, μεταβλήθηκαν κατά λιγότερο από μία ποσοστιαία μονάδα το καθένα μεταξύ 2009 και 2025. Οι σημαντικότερες αλλαγές έγιναν στο εσωτερικό τους.
Αυτό έχει σημασία. Παρά τη βιαιότητα της δεκαετούς κρίσης, δεν προέκυψε μια εντελώς διαφορετική ελληνική οικονομία. Προέκυψε μια αναδιαρθρωμένη εκδοχή της προηγούμενης, με μεγαλύτερη εξωστρέφεια και ορισμένους νέους δυναμικούς πυρήνες, αλλά και με αρκετά από τα παλαιά χαρακτηριστικά της να παραμένουν ισχυρά.
Μεταποίηση και τεχνολογία δείχνουν την κατεύθυνση
Η μεταποίηση αποτελεί ίσως την καθαρότερη ένδειξη ότι η αλλαγή που έχει συντελεστεί δεν περιορίζεται σε μια λογιστική ανακατανομή του ΑΕΠ. Το μερίδιό της είχε υποχωρήσει από 9,9% το 2000 σε 8,2% το 2009, ενώ το 2025 είχε επανέλθει στο 9,1%. Το σημαντικότερο είναι ότι η πραγματική μεταποιητική παραγωγή βρίσκεται πλέον 7% πάνω από το 2009.
Η πληροφορική, οι επικοινωνίες και η ενημέρωση παρουσιάζουν αντίστοιχη εικόνα, με πραγματική παραγωγή περίπου 5% υψηλότερη από το 2009 και ιδιαίτερα ισχυρή ανάπτυξη μετά το 2019.
Οι δύο περιπτώσεις έχουν ευρύτερη σημασία επειδή συνδέονται με αυτό που επί χρόνια περιγράφεται ως επιθυμητή αλλαγή του ελληνικού παραγωγικού προτύπου: περισσότερες εξαγωγές, επενδύσεις σε εξοπλισμό και τεχνολογία, εξειδικευμένη εργασία, καινοτομία και μεγαλύτερη συμμετοχή στις διεθνείς αλυσίδες αξίας.
Το πρόβλημα είναι η κλίμακα. Η μεταποίηση εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει λιγότερο από το ένα δέκατο της οικονομίας και η πληροφορική λίγο περισσότερο από το 3%. Οι δυναμικότεροι κλάδοι μπορούν επομένως να αναπτύσσονται γρήγορα χωρίς να είναι ακόμη αρκετά μεγάλοι ώστε να αλλάξουν μόνοι τους τη συνολική εικόνα.
Αντίθετα, οι κατασκευές, παρά τη θεαματική ανάκαμψη των τελευταίων ετών, εξακολουθούν να παράγουν πολύ λιγότερο από πριν από την κρίση. Η πραγματική παραγωγή τους παραμένει περίπου 39% χαμηλότερη από το 2009 και ακόμη περισσότερο κάτω από την κορυφή της προηγούμενης δεκαετίας. Η γεωργία επίσης έχει αυξήσει το ονομαστικό της βάρος χωρίς αντίστοιχη αύξηση του πραγματικού όγκου παραγωγής.
Η εικόνα δείχνει γιατί οι μεταβολές των ποσοστών του ΑΕΠ χρειάζονται προσεκτική ανάγνωση. Ένας κλάδος μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερο μερίδιο επειδή αυξήθηκαν οι τιμές του ή επειδή άλλες δραστηριότητες συρρικνώθηκαν περισσότερο. Η πραγματική αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου απαιτεί τελικά περισσότερη παραγωγή, όχι απλώς διαφορετική κατανομή μιας μικρότερης πίτας.
Γιατί το παραγωγικό μοντέλο έχει τόσο μεγάλη αδράνεια
Η εμπειρία της τελευταίας δεκαπενταετίας δείχνει ότι οι παραγωγικές δομές δεν αλλάζουν με κυβερνητικές αποφάσεις ούτε μέσα σε έναν οικονομικό κύκλο. Διαμορφώνονται σε βάθος δεκαετιών από το μέγεθος των επιχειρήσεων, τις δεξιότητες του εργατικού δυναμικού, τις υποδομές, την πρόσβαση σε κεφάλαια, το ενεργειακό κόστος, το εκπαιδευτικό σύστημα, τη λειτουργία της Δικαιοσύνης και της δημόσιας διοίκησης, ακόμη και από την επιχειρηματική κουλτούρα.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει πολύ μεγάλο αριθμό μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων. Πολλές έχουν περιορισμένη δυνατότητα χρηματοδότησης, μικρή επενδυτική ένταση, δυσκολία να αποκτήσουν τεχνολογία και να δραστηριοποιηθούν στις διεθνείς αγορές. Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει επανειλημμένα συνδέσει αυτά τα χαρακτηριστικά με τη χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση.
Γι’ αυτό οι μεταρρυθμίσεις μπορούν να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για αλλαγή χωρίς η αλλαγή να εμφανίζεται αμέσως στα δεδομένα. Η ψηφιοποίηση του κράτους μειώνει κόστος και χρόνο, η ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης περιορίζει την αβεβαιότητα, οι επενδύσεις σε δίκτυα και ενέργεια βελτιώνουν το επιχειρηματικό περιβάλλον και η φορολογική σταθερότητα επηρεάζει τις αποφάσεις κεφαλαίου. Χρειάζεται όμως στη συνέχεια οι επιχειρήσεις να επενδύσουν, να μεγαλώσουν, να προσλάβουν εργαζομένους με νέες δεξιότητες και να αποκτήσουν πρόσβαση σε μεγαλύτερες αγορές.
Αυτή η διαδικασία μετριέται σε χρόνια και δεκαετίες. Το γεγονός ότι ακόμη και μια κρίση του μεγέθους της ελληνικής, η οποία εξαφάνισε περίπου το ένα τέταρτο του ΑΕΠ και ανέτρεψε σχεδόν κάθε οικονομική ισορροπία, δεν άλλαξε ριζικά μέσα σε λίγα χρόνια την κλαδική δομή της οικονομίας είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Το πραγματικό στοίχημα είναι η παραγωγικότητα
Η συζήτηση αποκτά άμεση πολιτική σημασία όταν μεταφέρεται από τους κλάδους στα εισοδήματα. Η δυνατότητα μιας χώρας να αυξάνει σταθερά τους πραγματικούς μισθούς εξαρτάται μακροπρόθεσμα από την ικανότητά της να αυξάνει την αξία που παράγεται ανά εργαζόμενο και ανά ώρα εργασίας.
Εδώ βρίσκεται ένα από τα βασικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας. Η απασχόληση έχει αυξηθεί σημαντικά και η ανεργία έχει υποχωρήσει, αλλά η παραγωγικότητα δεν έχει ακολουθήσει με αντίστοιχη ταχύτητα. Αυτό περιορίζει τον χώρο για ταχεία και διατηρήσιμη σύγκλιση των πραγματικών εισοδημάτων με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η διαπίστωση εξηγεί και ένα μέρος της απόστασης ανάμεσα στην εικόνα των μακροοικονομικών δεικτών και στην εμπειρία των νοικοκυριών. Η ανάπτυξη, η αποκλιμάκωση της ανεργίας, η δημοσιονομική σταθερότητα και η αύξηση των επενδύσεων είναι πραγματικές εξελίξεις. Το ίδιο πραγματική είναι όμως η πίεση που άσκησε ο πληθωρισμός στην αγοραστική δύναμη και η δυσκολία γρήγορης αναπλήρωσης του εισοδήματος που χάθηκε στα χρόνια της κρίσης.
Οι φορολογικές ελαφρύνσεις, οι αυξήσεις μισθών και τα μέτρα στήριξης μπορούν να επηρεάσουν το διαθέσιμο εισόδημα. Δεν μπορούν όμως να υποκαταστήσουν την παραγωγικότητα. Για να αυξηθούν σε μόνιμη βάση οι πραγματικές αποδοχές, χρειάζεται η οικονομία να παράγει περισσότερη αξία με το ίδιο ανθρώπινο και φυσικό κεφάλαιο.
Η δοκιμασία της επόμενης ημέρας
Τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια εξέλιξη που μπορεί να επιταχύνει αυτή τη διαδικασία. Οι επενδύσεις έχουν ενισχυθεί σημαντικά, ενώ σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος οι παραγωγικές επενδύσεις εκτός κατασκευών έφθασαν το 2025, ως ποσοστό του ΑΕΠ, στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριών δεκαετιών. Παράλληλα, για πρώτη φορά η συμβολή των επενδύσεων στην ανάπτυξη ξεπέρασε εκείνη της ιδιωτικής κατανάλωσης.
Αυτή είναι πιθανώς σημαντικότερη μεταβολή από μια πρόσκαιρη επιτάχυνση του ΑΕΠ. Αν διατηρηθεί, μπορεί σταδιακά να αυξήσει το παραγωγικό κεφάλαιο της χώρας και την παραγωγικότητα της εργασίας.
Η μεγάλη δοκιμασία, ωστόσο, βρίσκεται μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης. Οι ευρωπαϊκοί πόροι έχουν δημιουργήσει μια εξαιρετικά ισχυρή επενδυτική ώθηση. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν έχουν ταυτόχρονα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ώστε οι ιδιωτικές επενδύσεις να συνεχιστούν όταν η συγκεκριμένη πηγή χρηματοδότησης εξασθενήσει.
Εκεί θα φανεί αν η μεταβολή των τελευταίων ετών αποτελεί έναν ακόμη οικονομικό κύκλο ή την αρχή βαθύτερης παραγωγικής αλλαγής. Η απάντηση θα εξαρτηθεί από το αν οι επενδύσεις κατευθυνθούν σε κλάδους που αυξάνουν μόνιμα την παραγωγική δυνατότητα, αν περισσότερες επιχειρήσεις αποκτήσουν το μέγεθος που απαιτείται για να εξάγουν και να καινοτομούν και αν η τεχνολογία μεταφερθεί από έναν σχετικά μικρό αριθμό δυναμικών επιχειρήσεων στο μεγαλύτερο μέρος της οικονομίας.
Η ελληνική εμπειρία των τελευταίων 25 ετών προσφέρει τελικά ένα χρήσιμο μάθημα. Οι οικονομικές κρίσεις μπορούν να έρθουν γρήγορα, οι δημοσιονομικές ισορροπίες μπορούν να αλλάξουν μέσα σε λίγα χρόνια και οι κυβερνήσεις μπορούν να νομοθετήσουν εκατοντάδες μεταρρυθμίσεις. Τα παραγωγικά πρότυπα όμως αλλάζουν πολύ πιο αργά.
Η Ελλάδα έχει ήδη μετακινηθεί από το μοντέλο της υπερβολικής εξάρτησης από την κατανάλωση και την εσωτερική ζήτηση. Η μεγαλύτερη εξωστρέφεια, η ανάκαμψη της μεταποίησης, η ανάπτυξη της τεχνολογίας και η ενίσχυση των επενδύσεων δείχνουν την κατεύθυνση. Δεν συνιστούν ακόμη ολοκληρωμένο μετασχηματισμό.
Γι’ αυτό και η επόμενη περίοδος θα κριθεί λιγότερο από το αν η οικονομία θα εμφανίσει έναν χρόνο ανάπτυξη 2% ή 2,5% και περισσότερο από το αν, στο τέλος της δεκαετίας, θα μπορεί να παράγει περισσότερα, πιο σύνθετα και περισσότερο ανταγωνιστικά προϊόντα και υπηρεσίες με υψηλότερη προστιθέμενη αξία.
Διότι η ουσιαστική αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου δεν αποτυπώνεται μόνο στην ταχύτητα με την οποία μεγαλώνει το ΑΕΠ. Αποτυπώνεται στο τι παράγει μια χώρα, πόσο παραγωγικά το παράγει και πόσο υψηλά εισοδήματα μπορεί αυτή η παραγωγή να στηρίξει σε βάθος χρόνου.