Θα μας βρει το αύριο να συζητάμε το χθες

Και ίσως αυτό να είναι τελικά το μεγαλύτερο πρόβλημα. Όχι ότι αδυνατούμε να δούμε τι συμβαίνει γύρω μας, αλλά ότι έχουμε συνηθίσει να κοιτάζουμε μόνο όσα μας βολεύουν.

Θα μας βρει το αύριο να συζητάμε το χθες
Flames and smoke rise during a demonstration against rising living costs and cuts to public services in Paris, France, 17 October 2026. The nationwide mobilization brought together Yellow Vest (Gilets Jaunes) activists, high school and university students, trade unions and other groups protesting rising living costs, fuel prices and deteriorating public services, while demanding improvements in education and school conditions. EPA/MOHAMMED BADRA

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο του δημόσιου διαλόγου στην Ελλάδα δεν είναι όσα συζητάμε. Είναι κυρίως όσα επιλέγουμε να αγνοούμε.

Την ώρα που η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια βαθιά κρίση πολιτικής ηγεσίας, οικονομικής αντοχής και κοινωνικής συνοχής, εμείς εξακολουθούμε να αναλωνόμαστε σε αντιπαραθέσεις περιορισμένης σημασίας, επικοινωνιακές σκοπιμότητες και πολιτικές συγκρούσεις χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο.

Και το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην κυβέρνηση ή στην αντιπολίτευση. Αφορά εξίσου τα μέσα ενημέρωσης, τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η δημόσια ατζέντα, αλλά και μια κοινωνία που μοιάζει να έχει εξοικειωθεί περισσότερο με την καταγγελία παρά με την κατανόηση των πραγματικών προκλήσεων.

Στο μεταξύ, η Ευρώπη αλλάζει. Οι κοινωνικές ισορροπίες δοκιμάζονται, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς κλονίζεται και οι αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα θα καθορίσουν την επόμενη δεκαετία.

Στη Γαλλία, οι δρόμοι γεμίζουν διαδηλωτές και η κοινωνική οργή ξεπερνά πλέον τα όρια μιας συνηθισμένης πολιτικής διαμαρτυρίας. Στο Βέλγιο, απεργίες και κινητοποιήσεις αποτυπώνουν την αντίδραση στις περικοπές και στην οικονομική ανασφάλεια. Στην Ισπανία, η στεγαστική κρίση μετατρέπεται σε μείζον πολιτικό ζήτημα. Στην Πορτογαλία, χιλιάδες πολίτες διαδηλώνουν για μισθούς, ενοίκια και κόστος ζωής.

Διαφορετικές χώρες. Διαφορετικές κυβερνήσεις. Εντυπωσιακά παρόμοιες αγωνίες.

Οι Ευρωπαίοι δεν ζητούν κάτι εξωπραγματικό. Θέλουν να μπορούν να ζήσουν από την εργασία τους, να αποκτήσουν μια στέγη, να εμπιστευτούν τους θεσμούς τους και να πιστέψουν ότι τα παιδιά τους θα ζήσουν καλύτερα. Αιτήματα που κάποτε αποτελούσαν αυτονόητες υποσχέσεις του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.

Σήμερα αρχίζουν να μοιάζουν με διεκδικήσεις πολυτελείας.

Και απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η ευρωπαϊκή ηγεσία εμφανίζεται συχνά περισσότερο απασχολημένη με τη διαχείριση των ισορροπιών της παρά με τη διαμόρφωση μιας πειστικής απάντησης. Μια Ευρώπη που μιλά για στρατηγική αυτονομία, αλλά εξακολουθεί να δυσκολεύεται να συνεννοηθεί για την ενέργεια, την ανταγωνιστικότητα, την άμυνα και την κοινωνική συνοχή.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν υπάρχουν σχέδια. Είναι ότι οι κοινωνίες δυσκολεύονται πλέον να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους μέσα σε αυτά.

Και εμείς;

Εμείς παρακολουθούμε αυτή την ιστορική μετατόπιση σαν να αφορά κάποια μακρινή ήπειρο. Το πολιτικό μας προσωπικό εξαντλεί τη δημιουργικότητά του σε επικοινωνιακούς αντιπερισπασμούς. 

Η κυβέρνηση συχνά αδυνατεί να εξηγήσει το μέγεθος των διεθνών προκλήσεων, ενώ η αντιπολίτευση αντιμετωπίζει κάθε πρόβλημα ως ευκαιρία για ένα ακόμη εύκολο κατηγορώ.

Τα μέσα ενημέρωσης, με αξιοσημείωτες εξαιρέσεις, αναπαράγουν την ίδια ατζέντα. Περισσότερη φασαρία, λιγότερη ουσία. Περισσότεροι σχολιαστές, λιγότερη ανάλυση. Μια ατελείωτη συζήτηση για το ποιος κέρδισε τις εντυπώσεις, την ώρα που όλοι μαζί χάνουμε την εικόνα.

Και η κοινωνία, βολεμένη συχνά στη δική της επιλεκτική αγανάκτηση, συμμετέχει πρόθυμα σε αυτό το θέατρο. Αρκεί να υπάρχει κάποιος να κατηγορήσουμε, κάποιο σύνθημα να αναπαράγουμε και κάποιος αντίπαλος να μας επιβεβαιώσει ότι έχουμε δίκιο.

Μόνο που οι διεθνείς εξελίξεις δεν περιμένουν να ολοκληρωθεί ο επόμενος τηλεοπτικός καβγάς.

Η οικονομική ανασφάλεια, η γεωπολιτική αστάθεια, η ενεργειακή εξάρτηση και η κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς δεν είναι ζητήματα εξωτερικού δελτίου. Είναι η πραγματικότητα που θα καθορίσει τις ελληνικές επιχειρήσεις, τα εισοδήματα, τις επενδύσεις και τις ευκαιρίες της επόμενης γενιάς.

Και ίσως αυτό να είναι τελικά το μεγαλύτερο πρόβλημα. Όχι ότι αδυνατούμε να δούμε τι συμβαίνει γύρω μας, αλλά ότι έχουμε συνηθίσει να κοιτάζουμε μόνο όσα μας βολεύουν.

Γιατί όταν έρθει η στιγμή να πληρώσουμε το τίμημα της συλλογικής μας ανωριμότητας, θα κάνουμε αυτό που ξέρουμε καλύτερα.

Θα αναζητήσουμε ποιος φταίει.

Και, κατά πάσα πιθανότητα, θα τον αναζητήσουμε πάλι κάπου αλλού.