Τα μέτρα της κυβέρνησης αρκούν για την ενεργειακή κρίση; Το τεστ αντοχής του χειμώνα
Η κυβέρνηση επιχειρεί να αναχαιτίσει το ενεργειακό σοκ με στοχευμένες παρεμβάσεις, γνωρίζοντας ότι το κρίσιμο μέτωπο δεν βρίσκεται μόνο στην αντλία, αλλά στη συνολική αντοχή της οικονομίας και του διαθέσιμου εισοδήματος
Η κυβέρνηση επιχειρεί να αναχαιτίσει το ενεργειακό σοκ με στοχευμένες παρεμβάσεις, γνωρίζοντας ότι το κρίσιμο μέτωπο δεν βρίσκεται μόνο στην αντλία, αλλά στη συνολική αντοχή της οικονομίας και του διαθέσιμου εισοδήματος
Η νέα άνοδος των τιμών της ενέργειας βρίσκει την ελληνική οικονομία σε σαφώς καλύτερη δημοσιονομική θέση σε σχέση με προηγούμενες κρίσεις, αλλά τα νοικοκυριά έχουν ήδη επιβαρυνθεί από μια μακρά περίοδο αυξημένου κόστους ζωής. Αυτή η ασυμμετρία καθορίζει και το δύσκολο πολιτικό δίλημμα των επόμενων μηνών: το κράτος διαθέτει μεγαλύτερα περιθώρια παρέμβασης, δεν διαθέτει όμως απεριόριστους πόρους, ενώ για μεγάλο μέρος της κοινωνίας ακόμη και μια νέα μικρή αύξηση στα καύσιμα μπορεί να έχει δυσανάλογη επίδραση στον μηνιαίο προϋπολογισμό.
Από την 1η έως τις 15 Οκτωβρίου η κρατική επιδότηση στο πετρέλαιο κίνησης αυξάνεται στα 15 λεπτά ανά λίτρο, ενώ μαζί με την έκπτωση των διυλιστηρίων η συνολική ελάφρυνση φτάνει τα 20 λεπτά. Στην αμόλυβδη προβλέπεται έκπτωση 10 λεπτών από τα διυλιστήρια, ενώ μέχρι τις 14 Οκτωβρίου αναμένονται οι αποφάσεις για το πετρέλαιο θέρμανσης, με κυβερνητικό στόχο η τιμή εκκίνησης να διαμορφωθεί κάτω από τα 1,75 ευρώ το λίτρο. Το πρόσθετο δημοσιονομικό κόστος για το ντίζελ στο πρώτο δεκαπενθήμερο υπολογίζεται σε περίπου 20 εκατ. ευρώ.
Γιατί η κυβέρνηση κινείται σε μικρά βήματα
Η λογική πίσω από τις βραχυχρόνιες παρεμβάσεις είναι εύκολα αναγνώσιμη. Σε μια αγορά όπου οι διεθνείς τιμές μπορούν να μεταβληθούν έντονα μέσα σε λίγες ημέρες, μια πολύμηνη δέσμευση θα μπορούσε να εγκλωβίσει τον προϋπολογισμό σε ένα κόστος που σήμερα δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ασφάλεια.
Το πετρέλαιο κίνησης βρίσκεται στο επίκεντρο επειδή η επίδρασή του δεν περιορίζεται στον ιδιώτη οδηγό. Επηρεάζει το κόστος των οδικών μεταφορών, της διανομής, της αγροτικής παραγωγής, των κατασκευών και της εφοδιαστικής αλυσίδας. Όσο περισσότερο αυξάνεται, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η πιθανότητα οι επιχειρήσεις να μετακυλίσουν μέρος της επιβάρυνσης στις τελικές τιμές.
Εδώ βρίσκεται και η βασική οικονομική χρησιμότητα της παρέμβασης: δεν αφορά μόνο την άμεση ελάφρυνση στην αντλία, αλλά την προσπάθεια να περιοριστεί η διάχυση της ακρίβειας στην υπόλοιπη αγορά.
Η επιλογή, ωστόσο, της επαναξιολόγησης ανά δεκαπενθήμερο έχει και πολιτικό κόστος. Κάθε νέα ανακοίνωση επαναφέρει τη συζήτηση για το αν τα μέτρα αρκούν, ενώ η πραγματική τους αποτίμηση γίνεται από τον πολίτη με βάση την τελική τιμή και όχι με βάση το ύψος της κρατικής επιδότησης. Αν η διεθνής αγορά κινείται ταχύτερα από την κρατική παρέμβαση, η ενίσχυση μπορεί να αποδειχθεί δημοσιονομικά σημαντική χωρίς να γίνεται αντίστοιχα αισθητή στον καταναλωτή.
Ο δημοσιονομικός χώρος υπάρχει, αλλά είναι συγκεκριμένος
Η εικόνα του προϋπολογισμού είναι καλύτερη από εκείνη που αντιμετώπιζαν προηγούμενες κυβερνήσεις σε αντίστοιχες περιόδους διεθνούς αναταραχής. Το πρωτογενές πλεόνασμα στο οκτάμηνο διαμορφώθηκε στα 6,534 δισ. ευρώ, έναντι στόχου 4,989 δισ. ευρώ.
Η διαφορά, όμως, δεν μπορεί να διαβαστεί ως διαθέσιμο ποσό για νέες παρεμβάσεις. Μετά την αφαίρεση ετεροχρονισμών και στοιχείων ποκαυσιυ δεν βελτιώνουν το αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης, η ουσιαστική υπέρβαση έναντι του στόχου περιορίζεται σε περίπου 219 εκατ. ευρώ.
Παράλληλα, τα έκτακτα μέτρα που συνδέονται με το ενεργειακό κόστος έχουν ήδη φτάσει μέσα στο 2026 τα 669 εκατ. ευρώ, ενώ μαζί με άλλες κοινωνικές παρεμβάσεις το συνολικό κόστος φτάνει τα 1,21 δισ. ευρώ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξακολουθεί να προβλέπει πλεόνασμα Γενικής Κυβέρνησης 0,8% του ΑΕΠ και περαιτέρω αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, κάτι που προσφέρει μεγαλύτερη ασφάλεια κινήσεων.
Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι ο προϋπολογισμός μπορεί να λειτουργήσει ως μόνιμος μηχανισμός απορρόφησης κάθε ανατίμησης. Ο δημοσιονομικός σχεδιασμός πρέπει να διατηρεί περιθώρια για πιθανή επιδείνωση των διεθνών συνθηκών, για το κόστος του πετρελαίου θέρμανσης και για ενδεχόμενες νέες ανάγκες σε ευάλωτους κλάδους της οικονομίας.
Το πρόβλημα περνά από την αντλία στο ράφι
Το δυσκολότερο σημείο βρίσκεται στην πραγματική οικονομία. Τον Αύγουστο ο γενικός πληθωρισμός είχε φτάσει το 3,8%, όμως οι μεγαλύτερες πιέσεις εντοπίζονταν ήδη στις κατηγορίες που συνδέονται με την ενέργεια. Η στέγαση, όπου περιλαμβάνονται ηλεκτρισμός, φυσικό αέριο και καύσιμα, παρουσίαζε ετήσια αύξηση 9,7%, ενώ οι μεταφορές 7,7%.
Την ίδια στιγμή, τα ευρωπαϊκά στοιχεία δείχνουν ότι το διαθέσιμο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών είχε μειωθεί το πρώτο τρίμηνο του 2026 κατά 2,5% σε τριμηνιαία βάση, με παράλληλη υποχώρηση της αποταμίευσης.
Αυτή η εικόνα εξηγεί γιατί η νέα ενεργειακή ανατίμηση δεν έρχεται σε ουδέτερο έδαφος. Τα νοικοκυριά έχουν ήδη απορροφήσει αυξήσεις σε τρόφιμα, στέγη και υπηρεσίες, ενώ η δυνατότητα να καλύψουν νέες επιβαρύνσεις από αποταμιεύσεις είναι περιορισμένη.
Η αύξηση στα καύσιμα λειτουργεί επιπλέον σωρευτικά. Ένα ακριβότερο λίτρο ντίζελ επιβαρύνει το κόστος μεταφοράς ενός προϊόντος, το οποίο στη συνέχεια ενσωματώνεται στην τελική τιμή. Έτσι η ενεργειακή κρίση μπορεί να μετατραπεί σε γενικότερο πληθωριστικό πρόβλημα, ακόμη και αν η αρχική ανατίμηση προέρχεται από έναν εξωγενή παράγοντα.
Η αντιπαράθεση μεταφέρεται στη φορολογία
Σε αυτό το πεδίο διαμορφώνεται και η βασική πολιτική σύγκρουση. Κόμματα της αντιπολίτευσης ζητούν μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης ή του ΦΠΑ στα καύσιμα, θεωρώντας ότι η παρέμβαση πρέπει να αποτυπώνεται απευθείας στην τιμή.
Η κυβέρνηση επιμένει περισσότερο στη λογική των προσωρινών επιδοτήσεων. Το επιχείρημα είναι ότι μια φορολογική μείωση μειώνει σταθερά τα δημόσια έσοδα για όσο διάστημα διατηρείται, ενώ μια επιδότηση μπορεί να αυξηθεί, να μειωθεί ή να καταργηθεί ανάλογα με τις συνθήκες.
Το πλεονέκτημα της φορολογικής μείωσης είναι ότι γίνεται άμεσα αντιληπτή από τον καταναλωτή. Το πλεονέκτημα της επιδότησης είναι ότι προσφέρει μεγαλύτερη ευελιξία στον προϋπολογισμό. Η διαφορά δεν είναι απλώς λογιστική. Αντανακλά δύο διαφορετικές αντιλήψεις για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να κατανέμεται το κόστος μιας εξωτερικής κρίσης.
Στην ίδια λογική εντάσσεται και η επέκταση των ρυθμίσεων για παλαιές οφειλές στις 120 δόσεις. Η κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την τιμή της ενέργειας, αλλά τη συνολική ρευστότητα νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Όταν αυξάνονται οι καθημερινές δαπάνες, δυσκολεύει ταυτόχρονα η εξυπηρέτηση φορολογικών, ασφαλιστικών και τραπεζικών υποχρεώσεων.
Το πολιτικό τεστ βρίσκεται στο διαθέσιμο εισόδημα
Η κυβέρνηση έχει ένα σαφές πλεονέκτημα σε σχέση με προηγούμενες περιόδους: μπορεί να χρηματοδοτήσει έκτακτα μέτρα χωρίς να δημιουργείται αμέσως ζήτημα δημοσιονομικής σταθερότητας. Η πρόκληση είναι να χρησιμοποιήσει αυτό το περιθώριο με τρόπο που να περιορίζει το ενεργειακό κόστος χωρίς να εξαντλεί τις εφεδρείες του προϋπολογισμού.
Το πολιτικό πρόβλημα, όμως, δεν κρίνεται αποκλειστικά από τους δείκτες του χρέους ή του πρωτογενούς αποτελέσματος. Κρίνεται και από το αν οι αυξήσεις μισθών, οι μειώσεις φόρων και η ανάπτυξη μεταφράζονται τελικά σε πραγματική βελτίωση της καθημερινότητας.
Αν μεγάλο μέρος αυτής της βελτίωσης απορροφάται από καύσιμα, θέρμανση και δευτερογενείς ανατιμήσεις, τότε το κέντρο της δημόσιας συζήτησης μετατοπίζεται. Οι θετικοί μακροοικονομικοί δείκτες υποχωρούν σε σημασία μπροστά στην εμπειρία του νοικοκυριού που βλέπει τις υποχρεώσεις του να αυξάνονται ταχύτερα από το διαθέσιμο εισόδημά του.
Γι’ αυτό το επόμενο διάστημα θα κριθεί λιγότερο από το ονομαστικό μέγεθος κάθε επιδότησης και περισσότερο από το κατά πόσο θα συγκρατηθεί η μετάδοση του ενεργειακού κόστους στην υπόλοιπη οικονομία.
Αν αυτό επιτευχθεί, οι σημερινές παρεμβάσεις μπορούν να λειτουργήσουν ως αποτελεσματικό ανάχωμα μέχρι να σταθεροποιηθεί η διεθνής αγορά. Αν όχι, η πίεση θα μεταφερθεί από την αντλία στις τιμές των προϊόντων, από τις τιμές στην κατανάλωση και από εκεί σε ένα πολύ δυσκολότερο πολιτικό πεδίο: στην αίσθηση των πολιτών για το αν η οικονομική πρόοδος που αποτυπώνεται στους συνολικούς δείκτες φτάνει πράγματι μέχρι το δικό τους εισόδημα.