Μερική και πρόσκαιρη ανακούφιση των νοικοκυριών

Μερική και πρόσκαιρη ανακούφιση των νοικοκυριών
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSI

Χθες ο Πρωθυπουργός μάλλον αιφνιδίασε την κοινή γνώμη. Απευθυνόμενος στο υπουργικό συμβούλιο, δεν περιορίστηκε σε -αναμενόμενες- συστάσεις προς τα κυβερνητικά στελέχη. Αντίθετα, ανακοίνωσε πιο δυναμικές κινήσεις για μερική ανακούφιση των νοικοκυριών από τα αυξημένα οικονομικά βάρη.

Συνοπτικά, η επιδότηση στο ντίζελ κίνησης αυξάνεται από τα 10 στα 15 λεπτά/λίτρο. Σε συνδυασμό με τις εκπτώσεις που συμφωνήθηκε να προσφέρουν τα διυλιστήρια, η συνολική ελάφρυνση ίσως φτάσει τα 20 λεπτά/λίτρο. Παρέμβαση σχεδιάζεται και για το πετρέλαιο θέρμανσης: ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανακοίνωσε ότι επιδιώκεται τιμή κάτω από το 1,75 ευρώ/λίτρο.

Το έτερο σημαντικό μέτρο αφορά τις ληξιπρόθεσμες οφειλές: οι δόσεις θα φτάνουν πλέον τις 120, με ελάχιστο ποσό καταβολής τα 30 ευρώ. Εφόσον δεν υπάρξουν… αστερίσκοι (όπως στη περίπτωση των 72 δόσεων), η αλλαγή ικανοποιεί όσους προσπαθούν να διαχειριστούν συσσωρευμένες υποχρεώσεις, καθώς η αύξηση του αριθμού μειώνει το ποσό κάθε μηνιαίας δόσης. Παράλληλα, η κυβέρνηση προανήγγειλε αυστηρότερους κανόνες για τους servicers κόκκινων δανείων, με στόχο την προστασία όσων τηρούν τις συμφωνημένες ρυθμίσεις τους.

Πρόγευση των χθεσινών ανακοινώσεων είχαμε ήδη λάβει στη ΔΕΘ, όταν ο πρωθυπουργός είχε αναφερθεί σε μέτρα ανακούφισης από το κύμα ακρίβειας. Τότε είχε προαναγγείλει και την επιστροφή του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης για το αγροτικό πετρέλαιο από την 1η Νοεμβρίου. Επιπλέον, σε επιστολή του προς την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ο Έλληνας πρωθυπουργός προτείνει να εξαιρεθούν από τους δημοσιονομικούς περιορισμούς όσα προσωρινά μέτρα λαμβάνουν τα κράτη-μέλη, τουλάχιστον μέχρι ενός ορίου. Παράλληλα, προτείνει τα έκτακτα έσοδα από τον ΦΠΑ να αξιοποιούνται ως στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Υπό το υφιστάμενο πλαίσιο της ΕΕ, κάτι τέτοιο δεν επιτρέπεται.

Όλες οι παραπάνω πρωτοβουλίες προφανώς συνδέονται με την ανάγκη να περιοριστούν οι επιπτώσεις της διεθνούς κρίσης χωρίς να υπάρξει δημοσιονομική επιβάρυνση. Οι νέες ελαφρύνσεις αποδίδονται στη σφιχτή δημοσιονομική πολιτική, και κυρίως στα συνεχώς αυξανόμενα φορολογικά έσοδα. Εξυπακούεται ότι είναι ιδιαίτερα ευπρόσδεκτες, διότι η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων βρίσκεται από καιρό σε πολύ χαμηλό επίπεδο.

Πάντως τα μέτρα τούτα δεν πρόκειται να βελτιώσουν ριζικά το επίπεδο ζωής μας• απλώς αποσκοπούν να το διατηρήσουν στο τωρινό επίπεδο αξιοπρέπειας. Άλλωστε αυτό χαρακτηρίζει κάθε είδους επιδοματικές πολιτικές: αντιμετωπίζουν πρόσκαιρα το σύμπτωμα, αλλά δεν μπορούν να θεραπεύσουν την αιτία του προβλήματος.

Αιτία του προβλήματος που αντιμετωπίζουν κάθε μήνα τόσα νοικοκυριά είναι τα χαμηλά -κατά μέσο όρο- εισοδήματα. Και τα εισοδήματα θα παραμένουν χαμηλά ενόσω η εθνική οικονομία θα χαρακτηρίζεται από ισχνή ανάπτυξη, από χαμηλή παραγωγικότητα, και από στρεβλώσεις στις αγορές λιανικής και ακινήτων.

Συνεπώς, όταν θα έχει πια ξεπεραστεί η τρέχουσα παγκόσμια κρίση, επιβάλλεται να έχουν δρομολογηθεί όλες εκείνες οι στρατηγικές που σταδιακά θα εξασφαλίσουν συλλογικά καλύτερο επίπεδο ζωής. Θα επαναλάβουμε λοιπόν ότι χρειάζεται επειγόντως αναπτυξιακός σχεδιασμός και βελτιωμένη εποπτεία. Δεν θα μπορούμε να βασιζόμαστε πάντα στην υπεραπόδοση των φόρων, ώστε να ανταπεξερχόμαστε στοιχειωδώς σε ξαφνικές δυσάρεστες καταστάσεις.