Όταν η απαγόρευση ενός τραγουδιού γίνεται αφορμή για τη συλλογική πολιτιστική μνήμη

Τα πνευματικά δικαιώματα, ο ρόλος του ερμηνευτή και τα όρια της πολιτιστικής διαχείρισης

Όταν η απαγόρευση ενός τραγουδιού γίνεται αφορμή για τη συλλογική πολιτιστική μνήμη
Εικόνα: EUROKINISSI

Η υπόθεση του «Γιάννη του φονιά» άνοιξε μια συζήτηση που υπερβαίνει τη νομική διάσταση της πνευματικής ιδιοκτησίας και αγγίζει τη σχέση ανάμεσα στον δημιουργό, τον ερμηνευτή, τους δικαιούχους και την κοινωνία που αγκαλιάζει ένα έργο τέχνης.

Η εικόνα του Μανώλη Μητσιά να απαγγέλλει τον «Γιάννη τον φονιά», επειδή δεν του επετράπη να τον ερμηνεύσει μουσικά, λειτούργησε ως ένα από εκείνα τα σπάνια πολιτιστικά γεγονότα που προκαλούν αυθόρμητη συγκίνηση και ταυτόχρονα γεννούν δύσκολα ερωτήματα. Το περιστατικό ξεπέρασε τα όρια μιας διαφωνίας γύρω από τα πνευματικά δικαιώματα και οδηγεί τη δημόσια συζήτηση ως προς το ποιος διαμορφώνει τελικά την πολιτιστική μοίρα ενός μεγάλου έργου. Η απάντηση δεν μπορεί να εξαντληθεί σε μια παράθεση νομικών διατάξεων, καθώς η ιστορία της τέχνης διαμορφώνεται μέσα από ανθρώπινες σχέσεις, συλλογικές μνήμες και πολιτιστικές παρακαταθήκες που συχνά υπερβαίνουν την αυστηρή έννομη τάξη.

Η νομοθεσία είναι σαφής ως προς τη διάρκεια της προστασίας των έργων. Τα περιουσιακά δικαιώματα επί του έργου του Μάνου Χατζιδάκι εξακολουθούν να ισχύουν και θα παραμείνουν ενεργά μέχρι το τέλος του 2064, αφού η προστασία διαρκεί εβδομήντα χρόνια από το τέλος του έτους θανάτου του τελευταίου δημιουργού του έργου. Ως εκ τούτου, οι δικαιούχοι διαθέτουν την εξουσία να εγκρίνουν ή να απορρίπτουν αιτήματα δημόσιας εκτέλεσης. Η συγκεκριμένη υπόθεση, όμως, ανέδειξε ότι η νομιμότητα μιας απόφασης δεν εξαντλεί πάντοτε και την πολιτιστική ή ηθική αξιολόγησή της.

Η δημιουργία ενός τραγουδιού δεν ολοκληρώνεται με τη σύνθεσή του

Ένα τραγούδι γεννιέται όταν ο συνθέτης συναντά τον ποιητή, ωριμάζει όταν ο ερμηνευτής του προσφέρει φωνή, συναίσθημα και προσωπικό ύφος, αποκτά διάρκεια όταν το κοινό το ενσωματώνει στις δικές του εμπειρίες και το μετατρέπει σε κομμάτι της συλλογικής του μνήμης.

Ο «Γιάννης ο φονιάς» αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διαδρομής. Η μουσική του Μάνου Χατζιδάκι και οι στίχοι του Νίκου Γκάτσου δημιούργησαν ένα έργο υψηλής καλλιτεχνικής αξίας. Η πρώτη ερμηνεία του Μανώλη Μητσιά συνέβαλε καθοριστικά ώστε το τραγούδι να αποκτήσει δημόσια ζωή και να συνδεθεί με πολλές γενιές ακροατών. Η συγκεκριμένη σύνδεση δεν αποτελεί απλώς μια επιτυχημένη καλλιτεχνική συνεργασία. Αποτελεί μια σχέση που διαμορφώθηκε μέσα στον χρόνο και απέκτησε ιστορικά χαρακτηριστικά.

Υπάρχουν τραγούδια που έχουν ερμηνευθεί από δεκάδες καλλιτέχνες χωρίς να ταυτιστούν με κάποιον συγκεκριμένο. Υπάρχουν και έργα που φέρουν ανεξίτηλα τη σφραγίδα ενός ανθρώπου. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκει και ο «Γιάννης ο φονιάς». Όταν ο ακροατής σκέφτεται το τραγούδι, η μνήμη του οδηγείται αυθόρμητα στη φωνή του Μανώλη Μητσιά. Αυτή η ταύτιση δεν επιβάλλεται από τον νόμο ούτε καταγράφεται σε κάποιο συμβόλαιο. Δημιουργείται μέσα από την ιστορία της ίδιας της τέχνης.

Τα πνευματικά δικαιώματα προστατεύουν τον δημιουργό. Η πολιτιστική μνήμη δημιουργεί και άλλες ευθύνες

Η πνευματική ιδιοκτησία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς του σύγχρονου πολιτισμού. Χωρίς αποτελεσματική προστασία των δημιουργών, η καλλιτεχνική παραγωγή θα αποδυναμωνόταν και οι άνθρωποι που αφιερώνουν τη ζωή τους στη δημιουργία θα έχαναν ένα βασικό μέρος της ηθικής και οικονομικής αναγνώρισής τους.

Οι κληρονόμοι ενός δημιουργού αναλαμβάνουν, επομένως, έναν ιδιαίτερα απαιτητικό ρόλο. Διαχειρίζονται ένα έργο που εξακολουθεί να προστατεύεται από τον νόμο και καλούνται να διαφυλάξουν την ποιότητα, το κύρος και την καλλιτεχνική του φυσιογνωμία. Η ευθύνη αυτή είναι πραγματική και η έννομη τάξη την αναγνωρίζει.

Παράλληλα, όμως, υπάρχει και μια δεύτερη διάσταση που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία όσο περνούν οι δεκαετίες. Ένα έργο που παραμένει ζωντανό επί μισό αιώνα παύει να αποτελεί αποκλειστικά προσωπική υπόθεση. Ενσωματώνεται στην πολιτιστική ιστορία ενός τόπου, διδάσκεται, ερμηνεύεται, αγαπιέται και αποκτά έναν συμβολισμό που ξεπερνά την αρχική στιγμή της δημιουργίας του.

Η συλλογική μνήμη δεν αφαιρεί δικαιώματα από τους δημιουργούς ούτε από τους νόμιμους διαχειριστές τους. Δημιουργεί, όμως, μια εύλογη προσδοκία ότι οι αποφάσεις γύρω από τόσο εμβληματικά έργα θα λαμβάνουν υπόψη και τη θέση που αυτά κατέχουν στη δημόσια πολιτιστική ζωή.

Ο Μανώλης Μητσιάς απέκτησε έναν ιδιαίτερο δεσμό με το έργο

Το γεγονός ότι ο Μανώλης Μητσιάς υπήρξε ο πρώτος ερμηνευτής του τραγουδιού δεν του αποδίδει κάποιο αποκλειστικό νομικό δικαίωμα να το τραγουδά χωρίς άδεια. Και η νομοθεσία είναι απολύτως ξεκάθαρη ως προς αυτό.

Υπάρχει, όμως, ένας διαφορετικός δεσμός που δύσκολα περιγράφεται με νομικούς όρους. Πρόκειται για τον ιστορικό δεσμό ανάμεσα στον ερμηνευτή και στο ίδιο το έργο. Επί σχεδόν πέντε δεκαετίες, ο Μητσιάς παρουσίαζε το συγκεκριμένο τραγούδι στις συναυλίες του, σε αφιερώματα και σε δημόσιες εκδηλώσεις. Το κοινό έμαθε να αναγνωρίζει τον «Γιάννη τον φονιά» μέσα από τη δική του ερμηνεία, όπως συνέβη με πολλά ακόμη τραγούδια της ελληνικής δισκογραφίας που συνδέθηκαν αδιάρρηκτα με τις φωνές των πρώτων ερμηνευτών τους.

Αυτή η πραγματικότητα δημιουργεί μια ηθική σχέση που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί. Η τέχνη δεν αποτελεί μόνο αντικείμενο ιδιοκτησίας. Αποτελεί και πεδίο ανθρώπινων σχέσεων, αμοιβαίας εμπιστοσύνης και ιστορικής συνέχειας. Όταν ένας ερμηνευτής έχει υπηρετήσει επί δεκαετίες ένα έργο με συνέπεια και σεβασμό, πολλοί αισθάνονται ότι έχει αποκτήσει έναν ιδιαίτερο ρόλο στη διαδρομή του, ο οποίος αξίζει να αναγνωρίζεται και από τους διαχειριστές των δικαιωμάτων.

Η κοινωνία αναζητά μια ισορροπία ανάμεσα στο δίκαιο και στην πολιτιστική ευαισθησία

Οι έντονες αντιδράσεις του κοινού κατά τη συναυλία αποκαλύπτουν ότι το περιστατικό ερμηνεύθηκε από πολλούς ως κάτι περισσότερο από μια τυπική άρνηση χορήγησης άδειας. Οι θεατές ένιωσαν ότι διακόπηκε μια πολιτιστική συνέχεια η οποία είχε διαμορφωθεί επί δεκαετίες.

Η αντίδραση αυτή δεν μεταβάλλει το νομικό καθεστώς των δικαιωμάτων. Φανερώνει, όμως, ότι οι πολίτες αντιλαμβάνονται τα μεγάλα έργα ως τμήμα μιας κοινής πολιτιστικής κληρονομιάς, ακόμη και όταν αυτά προστατεύονται πλήρως από την πνευματική ιδιοκτησία.

Η αναζήτηση μιας μέσης λύσης αποκτά, επομένως, ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Θα μπορούσε να προβλεφθεί μια ειδική διαδικασία αδειοδότησης για ιστορικούς πρώτους ερμηνευτές, όταν πρόκειται για συναυλίες αφιερωμένες στο έργο του δημιουργού ή για εκδηλώσεις που υπηρετούν αποκλειστικά πολιτιστικούς σκοπούς. Θα μπορούσαν ακόμη να συμφωνηθούν σαφείς όροι που θα διασφαλίζουν την ποιότητα της παρουσίασης και τον σεβασμό προς το έργο, ώστε οι δικαιούχοι να διατηρούν τον ουσιαστικό έλεγχο της διαχείρισης χωρίς να διακόπτεται η φυσική συνέχεια μιας ερμηνευτικής παράδοσης.

Μια τέτοια προσέγγιση θα αναγνώριζε ότι το δίκαιο και ο πολιτισμός λειτουργούν αποτελεσματικότερα όταν συνομιλούν μεταξύ τους και όταν κάθε πλευρά κατανοεί τις εύλογες ευαισθησίες της άλλης.

Το πραγματικό ερώτημα αφορά το μέλλον της πολιτιστικής μας κληρονομιάς

Η υπόθεση του «Γιάννη του φονιά» θα ξεχαστεί κάποια στιγμή ως επικαιρότητα. Το ερώτημα που άφησε πίσω της, όμως, θα συνεχίσει να απασχολεί τον κόσμο του πολιτισμού. Ποιος είναι ο καταλληλότερος τρόπος διαχείρισης ενός έργου που έχει αποκτήσει εθνική και ιστορική σημασία όσο εξακολουθεί να προστατεύεται από τα πνευματικά δικαιώματα; Πώς μπορεί να συνδυαστεί η πλήρης προστασία των δημιουργών με τη φυσική συνέχεια της καλλιτεχνικής παράδοσης; Ποιος είναι ο ρόλος των ιστορικών ερμηνευτών όταν η φωνή τους έχει γίνει αναπόσπαστο μέρος της ταυτότητας ενός τραγουδιού;

Οι απαντήσεις δεν βρίσκονται αποκλειστικά στα άρθρα ενός νόμου, αλλά στην ποιότητα του πολιτιστικού διαλόγου, στην καλή πίστη των εμπλεκομένων και στην επίγνωση ότι η μεγάλη τέχνη αποκτά διαχρονική αξία επειδή συνδέει ανθρώπους, γενιές και εμπειρίες. Ίσως αυτή να αποτελεί και τη σημαντικότερη παρακαταθήκη της συγκεκριμένης υπόθεσης. Καθώς υπενθυμίζει ότι η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύει το έργο του δημιουργού, ενώ η συλλογική μνήμη προστατεύει τη θέση του μέσα στην ιστορία. Όταν οι δύο αυτές αρχές συνυπάρχουν με αμοιβαίο σεβασμό, ο πολιτισμός διατηρεί τη ζωντάνια του και συνεχίζει να εμπνέει. Και όταν απομακρύνονται η μία από την άλλη, η δημόσια συζήτηση γίνεται αναπόφευκτη, επειδή όλοι αισθάνονται ότι ένα κομμάτι της κοινής τους μνήμης βρίσκεται στο επίκεντρο μιας διαφωνίας που αφορά όσους αγάπησαν αυτό το έργο.