Η ανακοίνωση του κόμματος Καρυστιανού και τα όρια της πολιτικής αξιοποίησης του δυστυχήματος των Τεμπών
Ένα νέο αντισυστημικό σχήμα, σε ένα ήδη κατακερματισμένο τοπίο;
Ένα προσωποπαγές εγχείρημα που γεννιέται μέσα από ένα συλλογικό τραύμα
Από τη στιγμή που η Μαρία Καρυστιανού, η οποία αναδείχθηκε σε εμβληματική φιγούρα λόγω του ρόλου της στον Σύλλογο Συγγενών των Θυμάτων των Τεμπών, μίλησε ανοιχτά για τη συγκρότηση πολιτικού κόμματος, η δημόσια συζήτηση άρχισε, σχεδόν αυτόματα, να αλλάζει τροχιά. Εκεί όπου μέχρι χθες κυριαρχούσε το αίτημα για δικαιοσύνη και λογοδοσία, σήμερα σχηματίζεται σταδιακά ένα νέο αφήγημα, μέσα στο οποίο η ηθική αυθεντία επιχειρεί να μετατραπεί σε πολιτικό κεφάλαιο και η προσωπική αξιοπιστία να γίνει το θεμέλιο ενός κομματικού σχήματος.
Το στοιχείο που ξεχωρίζει ήδη, πριν ακόμη το κόμμα πάρει συγκεκριμένη οργανωτική μορφή, είναι ότι στηρίζεται σχεδόν ολοκληρωτικά στο πρόσωπο της ίδιας της Μαρίας Καρυστιανού. Η απήχησή του δεν βασίζεται ακόμη σε πρόγραμμα, ούτε σε μια καθαρή ιδεολογική τοποθέτηση. Βασίζεται στην εικόνα μιας γυναίκας που κουβαλά την απώλεια, η οποία, επειδή μιλά μέσα από το τραύμα, εκπέμπει ένα αίσθημα ηθικής ανωτερότητας που δύσκολα αμφισβητείται συναισθηματικά.
Ωστόσο, καθώς το εγχείρημα επιχειρεί να αποκτήσει πολιτικές διαστάσεις, προκύπτουν εύλογες αμφιβολίες για τη σοβαρότητα και τον ρεαλισμό του. Η Μαρία Καρυστιανού εμφανίζεται πλέον σχεδόν παντού. Από τα μπλόκα των αγροτών, όπου δηλώνει την υποστήριξή της στα αιτήματα του πρωτογενούς τομέα, μέχρι την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, όπου προσπαθεί να εντάξει το αίτημα δικαιοσύνης σε ένα πλατύτερο αφήγημα κάθαρσης. Παράλληλα, δίνει το παρών ακόμη και στην προβολή της ταινίας «Καποδίστριας» του Γιάννη Σμαραγδή, δίπλα σε έναν δημιουργό που έχει συνδέσει την καριέρα του με μια έντονα φορτισμένη πατριωτική αισθητική.
Αυτή η πολυσχιδής δημόσια παρουσία, που απλώνεται σχεδόν σε κάθε χώρο όπου καταγράφεται δυσαρέσκεια ή συμβολική ένταση, μπορεί σε κάποιον να μοιάζει με προσπάθεια ευρύτερης κοινωνικής ευαισθησίας. Όμως, όσο πυκνώνουν αυτές οι εμφανίσεις, τόσο εντείνεται η εντύπωση ότι το εγχείρημα αναζητά —με έναν μάλλον βιαστικό τρόπο— τη μέγιστη δυνατή ορατότητα πριν ακόμη αποκτήσει στιβαρό περιεχόμενο. Κι εδώ αρχίζει η ουσιαστική κριτική: όταν ένα πολιτικό σχήμα εμφανίζεται σε κάθε μέτωπο διαμαρτυρίας, χωρίς να έχει ξεκαθαρίσει τι προτείνει για τη χώρα συνολικά, τότε μοιάζει να οικοδομεί περισσότερο έναν μύθο παρά έναν οργανωμένο φορέα.
Στο ίδιο πλαίσιο, παρατηρεί κανείς ότι έχουν ήδη αρχίσει να εμφανίζονται υποστηρικτές, πρώιμοι και όψιμοι, οι οποίοι επιχειρούν είτε να προσκολληθούν στο εγχείρημα είτε να το ερμηνεύσουν με τον δικό τους τρόπο. Ο Νίκος Καραχάλιος, που κινείται εδώ και χρόνια στον χώρο του συντηρητικού λαϊκισμού, έχει ήδη επιτεθεί στη Μαρία Καρυστιανού, θεωρώντας ότι πίσω από τη ρητορική της περί ηθικής και κάθαρσης κρύβεται μια επικίνδυνα ασαφής πολιτική φιλοδοξία. Από την άλλη πλευρά, ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Νίκος Φαραντούρης επιχειρεί να ερμηνεύσει πολιτικά το φαινόμενο, τοποθετώντας το μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κοινωνικής δυσαρέσκειας, αλλά —όπως συχνά συμβαίνει με τους πολιτικούς ερμηνευτές— καταλήγει εντέλει να το «καπελώνει» συμβολικά, μιλώντας εκ μέρους ενός εγχειρήματος που ακόμη δεν έχει αποσαφηνιστεί.
Όλα αυτά, ενώ μοιάζουν εκ πρώτης όψεως δευτερεύοντα, δημιουργούν μια εικόνα πολιτικής ασυναρτησίας. Ένα εγχείρημα που επιχειρεί να σταθεί ως ηθική φωνή, αλλά γίνεται ταυτόχρονα πεδίο εσωτερικών προβολών και πολιτικών εργαλειοποιήσεων, κινδυνεύει να χάσει πολύ γρήγορα τη σοβαρότητά του.
Δεν πρέπει επίσης να παραβλέπουμε ότι η ίδια η βάση των συγγενών των θυμάτων δεν είναι ενιαία. Ο Σύλλογος έχει ήδη διαχωρίσει θεσμικά τη θέση του από τις κομματικές πρωτοβουλίες της προέδρου. Έτσι, ενώ αναγνωρίζεται το δικαίωμά της να πολιτευτεί, καταρρέει συνάμα η ρητορική περί ενιαίας εκπροσώπησης όλων των πενθούντων.
Σε αυτό το πλαίσιο, τα διεθνή παραδείγματα είναι διδακτικά. Στο Μεξικό, ο ποιητής Javier Sicilia, που έχασε τον γιο του από τη βία των καρτέλ, συγκρότησε ένα κίνημα που συγκλόνισε τη χώρα, αλλά αρνήθηκε σταθερά να το μετατρέψει σε κόμμα, φοβούμενος ότι η κομματικοποίηση θα ακύρωνε την ηθική του δύναμη. Στη Νότια Κορέα, οι συγγενείς των θυμάτων του ναυαγίου Sewol επέλεξαν επίσης τον δρόμο της κοινωνικής και θεσμικής πίεσης, αποφεύγοντας την κομματική εξουσία. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η μνήμη προστατεύτηκε, ακριβώς επειδή δεν έγινε εκλογικό εργαλείο.
Η ελληνική ιδιαιτερότητα, όπου η μνήμη δομεί ένα κόμμα γύρω από έναν άνθρωπο, δημιουργεί μια ένταση που δεν μπορεί να προσπεραστεί με συγκίνηση. Κι όσο η πολιτική παρουσία της Μαρίας Καρυστιανού απλώνεται σε κάθε χώρο δημοσιότητας, τόσο πιο έντονα τίθεται το ερώτημα αν πρόκειται για ώριμη πολιτική πρόταση ή για ένα προσωποπαγές εγχείρημα που τρέφεται περισσότερο από την προβολή παρά από τον στοχασμό.
Ο ανταγωνιστικός αντισυστημισμός και η αναδιάταξη του πολιτικού χάρτη
Η προαναγγελία του κόμματος Καρυστιανού συνέπεσε με μια περίοδο όπου η αντιπολίτευση, ήδη ταλαιπωρημένη και κατακερματισμένη, προσπαθεί να βρει έναν νέο βηματισμό. Οι πρώτες αντιδράσεις από τα κόμματα δεν ήταν απλώς επιφυλακτικές. Ανέδειξαν έναν υπόγειο φόβο ότι ανοίγει ένας εσωτερικός πόλεμος μέσα στο αντισυστημικό μπλοκ.
Στο ΠΑΣΟΚ επικρατεί ο φόβος ότι η ενίσχυση ενός ηθικολογικού λαϊκισμού θα καταστήσει ακόμη δυσκολότερη την προσπάθεια συγκρότησης ενός ρεαλιστικού εναλλακτικού κυβερνητικού σχεδίου γύρω από το ίδιο. Στον εναπομείναντα ΣΥΡΙΖΑ βλέπουν ακόμα έναν υπαρξιακό κίνδυνο, πέρα από το επερχόμενο νέο κόμμα Τσίπρα. Τα κόμματα της Κωνσταντοπούλου και του Βαρουφάκη, τα οποία αντλούν νομιμοποίηση από τη ριζική απόρριψη του συστήματος, αντιλαμβάνονται ότι εμφανίζεται ένας νέος παίκτης με ισχυρότερο συναισθηματικό φορτίο. Η Ελληνική Λύση δείχνει να απειλείται ο δικός της συνωμοσιολογικός λόγος από μια ριζοσπαστικότερη επιλογή. Ακόμη και το ΚΚΕ, όσο κι αν κινείται στο δικό του πλαίσιο, αναγκάζεται να πάρει θέση.
Το κόμμα Καρυστιανού, εάν τελικά συγκροτηθεί, θα τους πιέσει όλους στην αντιπολίτευση. Από το ΠΑΣΟΚ μέχρι τον ΣΥΡΙΖΑ, και από τα λαϊκιστικά σχήματα της (Ακρο)δεξιάς και της Αριστεράς μέχρι το ΚΚΕ. Διότι διεκδικεί ακριβώς αυτό που όλα αυτά τα κόμματα χρειάζονται για να ανανεώσουν την ύπαρξή τους: αυθεντικότητα.
Σε αυτό το σκηνικό εμφανίζεται και η συζήτηση για το πιθανό νέο κόμμα από τον Αλέξη Τσίπρα. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που θεωρούν ότι η επίσπευση της προαναγγελίας από τη Μαρία Καρυστιανού σχετίζεται με την ανάγκη να προλάβει αυτή τη δυναμική. Εάν ο Τσίπρας επιχειρήσει να επανεκφράσει τον χώρο της ριζοσπαστικής αντιπολίτευσης, τότε ένα κόμμα που εμφανίζεται ως ηθική φωνή της μνήμης και του αιτήματος για δικαιοσύνη ίσως μπορέσει να του αφαιρέσει ένα απολύτως κρίσιμο τμήμα του ακροατηρίου που διεκδικεί.
Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η ακόμα εντονότερη διάσπαση της αντιπολίτευσης. Καθώς ο ανταγωνιστικός αντισυστημισμός εντείνεται, ο δημόσιος διάλογος γυρίζει γύρω από προσωπικότητες, ηθικές αφηγήσεις και μοιραία θα καταλήξει σε εσωτερικές μονομαχίες. Κι όσο αυτό συνεχίζεται, η κυβέρνηση παραμένει ο μόνος ενιαίος και λειτουργικός πόλος εξουσίας. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, παρά τη φθορά και τα λάθη, ευνοείται αντικειμενικά από αυτή τη σύγχυση.
Σε τελική ανάλυση, η πολιτικοποίηση της μνήμης του Τεμπών, όσο δίκαια κι αν πηγάζει από την οργή και την αίσθηση αδικίας, κινδυνεύει να εγκλωβιστεί στα όρια ενός προσωποπαγούς, μεσσιανικού εγχειρήματος. Και όσο η σοβαρότητα και ο ρεαλισμός αυτού του εγχειρήματος παραμένουν υπό αμφισβήτηση, τόσο περισσότερο η δημόσια συζήτηση απομακρύνεται από το ουσιώδες: τη δικαιοσύνη για τα θύματα και τη διαρκή βελτίωση των θεσμών. Μέχρι τότε, όσο ο αντισυστημικός χώρος σπαράσσεται από εσωτερικές συγκρούσεις και ηθικές μονομαχίες, ο μόνος πραγματικός κερδισμένος φαίνεται πως είναι η κυβέρνηση και ο Κυριάκος Μητσοτάκης.