Γλυπτά του Παρθενώνα: Η πιθανή συμφωνία και τα όρια του συμβιβασμού

Οι νέες δηλώσεις του Τζορτζ Όσμπορν, η στρατηγική του Κυριάκου Μητσοτάκη και η ευρωπαϊκή διάσταση της διεκδίκησης. Γιατί η επανένωση παραμένει δύσκολη, παρά την προσέγγιση Αθήνας και Λονδίνου

Γλυπτά του Παρθενώνα: Η πιθανή συμφωνία και τα όρια του συμβιβασμού
Twitter

Η συζήτηση για την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα εισέρχεται σε μια νέα, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα φάση, καθώς οι τελευταίες δηλώσεις του προέδρου του Βρετανικού Μουσείου, Τζορτζ Όσμπορν, επιβεβαιώνουν ότι οι δίαυλοι επικοινωνίας με την ελληνική πλευρά παραμένουν ανοιχτοί, παρά τις ουσιαστικές διαφωνίες που εξακολουθούν να εμποδίζουν την επίτευξη συμφωνίας. Η αισιοδοξία του πρώην υπουργού Οικονομικών της Βρετανίας, σε συνδυασμό με την ανανεωμένη διπλωματική κινητικότητα της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη, διαμορφώνει ένα περιβάλλον στο οποίο η προοπτική συμβιβασμού επανέρχεται στο προσκήνιο.

Ωστόσο, πίσω από τις δημόσιες τοποθετήσεις αναδεικνύεται μια θεμελιώδης διαφορά αντίληψης. Το Βρετανικό Μουσείο επιδιώκει μια συμφωνία εκ περιτροπής έκθεσης των Γλυπτών σε Αθήνα και Λονδίνο, ενώ η Ελλάδα θέτει ως κεντρικό στόχο την επανένωση των τμημάτων ενός ενιαίου μνημείου, χωρίς αναγνώριση βρετανικής κυριότητας. Η απόσταση ανάμεσα στις δύο προσεγγίσεις εξηγεί γιατί οι διαπραγματεύσεις, παρά την πρόοδο που κατά περιόδους έχει καταγραφεί, δεν έχουν ακόμη οδηγήσει σε οριστική διευθέτηση.

Η πρόταση Όσμπορν και η αλλαγή της βρετανικής προσέγγισης

Σε συνεντεύξεις του στο Bloomberg και στην «Καθημερινή», στις 14 Οκτωβρίου, ο Τζορτζ Όσμπορν επανέλαβε ότι εξακολουθεί να πιστεύει στη δυνατότητα συμφωνίας, ακόμη και μέσα στα επόμενα τρία χρόνια, πριν ολοκληρωθεί η θητεία του στην προεδρία του Βρετανικού Μουσείου. Περιέγραψε ένα σχήμα πολιτιστικής συνεργασίας, στο οποίο τα Γλυπτά θα παρουσιάζονται εναλλάξ στις δύο πρωτεύουσες, με παράλληλες ανταλλαγές αρχαιοτήτων και εκθεμάτων.

Η σημασία της τοποθέτησής του βρίσκεται πρωτίστως στην αναγνώριση ότι το υφιστάμενο καθεστώς μπορεί να μεταβληθεί. Για περισσότερους από δύο αιώνες, τα Γλυπτά που αφαιρέθηκαν από τον Παρθενώνα στις αρχές του 19ου αιώνα παραμένουν στο Λονδίνο. Η συζήτηση για τη φυσική παρουσία τους στην Αθήνα, έστω και προσωρινά, συνιστά επομένως ουσιαστική διαφοροποίηση σε σχέση με την παραδοσιακή στάση του βρετανικού ιδρύματος.

Ο Όσμπορν επιχείρησε παράλληλα να παρουσιάσει τον συμβιβασμό ως αμοιβαία επωφελή επιλογή, επισημαίνοντας ότι καμία διαπραγμάτευση δεν μπορεί να ολοκληρωθεί εφόσον κάθε πλευρά επιμένει στην πλήρη ικανοποίηση των απαιτήσεών της. Η επιχειρηματολογία του στηρίζεται στην αντίληψη ότι τα Γλυπτά μπορούν να υπηρετούν δύο διαφορετικές μουσειακές αφηγήσεις. Στην Αθήνα, ως οργανικά τμήματα του Παρθενώνα, και στο Λονδίνο, ως εκθέματα που εντάσσονται στη συγκριτική παρουσίαση των παγκόσμιων πολιτισμών.

Η συγκεκριμένη θέση, πάντως, διατηρεί μια κρίσιμη προϋπόθεση. Το Βρετανικό Μουσείο δεν προτείνει την οριστική απομάκρυνση των Γλυπτών από τις συλλογές του, αλλά ένα καθεστώς κοινής παρουσίασης που θα μπορούσε να εφαρμοστεί εντός του υφιστάμενου βρετανικού νομοθετικού πλαισίου. Συνεπώς, η διαλλακτικότητα αφορά κυρίως τον τρόπο έκθεσης και τη φυσική μετακίνησή τους, χωρίς να επεκτείνεται στην αποδοχή της ελληνικής διεκδίκησης επί της κυριότητας.

Η στρατηγική Μητσοτάκη και η έννοια της επανένωσης

Απέναντι σε αυτή την προσέγγιση, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει διαμορφώσει μια στρατηγική που επιχειρεί να συνδυάσει τη σταθερότητα της ελληνικής θέσης με την αναζήτηση πρακτικών λύσεων. Η διαφοροποίηση αποτυπώθηκε στις δηλώσεις του στις 6 Οκτωβρίου, όταν, συνομιλώντας με τον συγγραφέα Ντάνιελ Μέντελσον, εξήγησε ότι προτιμά τον όρο «ενοποίηση» αντί της «επιστροφής».

Η επιλογή έχει ουσιαστικό πολιτικό και πολιτιστικό περιεχόμενο. Μεταφέρει το επίκεντρο από τη διεκδίκηση μεμονωμένων αρχαιοτήτων στην αποκατάσταση της ενότητας ενός συγκεκριμένου μνημείου. Ο Παρθενώνας αποτελεί αρχιτεκτονικό και γλυπτικό σύνολο, του οποίου τα τμήματα σχεδιάστηκαν για να λειτουργούν σε οργανική σχέση μεταξύ τους. Η επανένωσή τους στο Μουσείο της Ακρόπολης συνδέεται, επομένως, με την πληρέστερη κατανόηση και παρουσίαση του ίδιου του μνημείου.

Η κυβέρνηση επιδιώκει ταυτόχρονα να αποφύγει μια συμφωνία που θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως αποδοχή των βρετανικών ισχυρισμών περί κυριότητας. Ο πρωθυπουργός έχει καταστήσει σαφές ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να αποδεχθεί την ιδέα πως δανείζεται τμήματα του δικού της μνημείου, ούτε να αναγνωρίσει το Βρετανικό Μουσείο ως νόμιμο ιδιοκτήτη τους.

Η θέση αυτή δημιουργεί αναπόφευκτα διαπραγματευτικές δυσκολίες, αλλά εξυπηρετεί έναν συγκεκριμένο στόχο: να μην υπονομευθεί η ιστορική και νομική βάση της ελληνικής διεκδίκησης στο όνομα μιας βραχυπρόθεσμης διευθέτησης.

Παράλληλα, η ελληνική πλευρά εμφανίζεται πρόθυμη να συζητήσει μια ευρύτερη πολιτιστική συνεργασία, με ανταλλαγές εκθεμάτων και κοινές δράσεις μεταξύ των δύο μουσείων. Μια τέτοια συμφωνία θα μπορούσε να δημιουργήσει αμοιβαία οφέλη, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα αλλοίωνε τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της υπόθεσης του Παρθενώνα.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η σημαντικότερη πρόκληση της ελληνικής στρατηγικής: η εξεύρεση μιας νομικά εφαρμόσιμης λύσης, η οποία θα εξασφαλίζει ουσιαστική επανένωση, χωρίς να προϋποθέτει παραχώρηση επί της κυριότητας. Η πολιτική βούληση μπορεί να διευκολύνει τη διαδικασία, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να επιλύσει αυτή την αντίφαση.

Το νομικό εμπόδιο και τα περιθώρια μιας ενδιάμεσης λύσης

Η μεγαλύτερη δυσκολία των διαπραγματεύσεων εντοπίζεται στο βρετανικό νομοθετικό πλαίσιο. Ο νόμος του 1963 για το Βρετανικό Μουσείο περιορίζει αυστηρά τη δυνατότητα οριστικής απομάκρυνσης αντικειμένων από τις συλλογές του. Το άρθρο 4 επιτρέπει προσωρινούς δανεισμούς, ενώ το άρθρο 5 προβλέπει συγκεκριμένες, περιορισμένες εξαιρέσεις για την οριστική διάθεση εκθεμάτων. Η επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα δεν καλύπτεται από τις συνήθεις εξαιρέσεις του νόμου, γεγονός που καθιστά αναγκαία μια νομοθετική παρέμβαση για την οριστική μεταβίβασή τους.

Ο Όσμπορν αναγνωρίζει αυτούς τους περιορισμούς και γι’ αυτό προκρίνει τη λύση της εκ περιτροπής έκθεσης. Από την πλευρά του Μουσείου, πρόκειται για μια επιλογή που θα επέτρεπε ουσιαστική μετακίνηση των Γλυπτών χωρίς να απαιτείται προηγούμενη τροποποίηση του νόμου. Για την Αθήνα, ωστόσο, το κρίσιμο ζήτημα αφορά τους όρους μιας τέτοιας συμφωνίας και κυρίως το κατά πόσον αυτοί θα μπορούσαν να εκληφθούν ως αναγνώριση της βρετανικής κυριότητας.

Μια πιθανή διέξοδος θα ήταν η διαμόρφωση ενός ειδικού πλαισίου πολιτιστικής συνεργασίας, στο οποίο το ιδιοκτησιακό ζήτημα θα παρέμενε ρητά ανοιχτό. Οι δύο πλευρές θα μπορούσαν να συμφωνήσουν σε πρακτικές ρυθμίσεις για την παρουσίαση των Γλυπτών, χωρίς να παραιτηθούν από τις αντίστοιχες νομικές θέσεις τους. Ωστόσο, μια τέτοια προσέγγιση θα απαιτούσε ιδιαίτερα προσεκτική διατύπωση, καθώς η απλή αποφυγή αναφοράς στην κυριότητα δεν εξαλείφει αυτομάτως τις συνέπειες ενός συμβατικού δανεισμού.

Εξίσου σημαντικό είναι ότι η εκ περιτροπής παρουσίαση δεν ταυτίζεται με τη μόνιμη επανένωση. Ακόμη και αν σημαντικά τμήματα των Γλυπτών μεταφέρονταν στην Αθήνα για μεγάλα χρονικά διαστήματα, η υποχρέωση επιστροφής τους στο Λονδίνο θα διατηρούσε τον προσωρινό χαρακτήρα της διευθέτησης. Πρόκειται για μια διαφορά που επηρεάζει τόσο τη νομική ουσία όσο και την πολιτιστική σημασία του αποτελέσματος.

Η ανακαίνιση των αιθουσών του Βρετανικού Μουσείου όπου εκτίθενται σήμερα τα Γλυπτά προσθέτει μια ακόμη παράμετρο. Ο Όσμπορν αναγνώρισε ότι οι εργασίες δημιουργούν μια ευνοϊκή συγκυρία για πρόοδο, διευκρινίζοντας πάντως ότι, ακόμη και χωρίς συμφωνία, τα Γλυπτά θα εξακολουθήσουν να εκτίθενται σε άλλους χώρους του Μουσείου. Συνεπώς, η ανακαίνιση μπορεί να διευκολύνει μια πολιτική απόφαση, χωρίς να επιβάλλει από μόνη της συγκεκριμένη λύση.

Η ευρωπαϊκή διάσταση και η διπλωματική συγκυρία

Η σημαντικότερη πολιτική μεταβολή των τελευταίων εβδομάδων αφορά την προσπάθεια της ελληνικής κυβέρνησης να εντάξει το ζήτημα των Γλυπτών σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει επισημάνει ότι η επανένωσή τους αποτελεί θέμα που αφορά συνολικά την Ευρώπη, συνδέοντάς το με τις συζητήσεις για την επαναπροσέγγιση της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το Ηνωμένο Βασίλειο.

Η επιλογή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει της προγραμματισμένης συνόδου κορυφής ΕΕ και Ηνωμένου Βασιλείου τον Νοέμβριο. Η βρετανική κυβέρνηση επιδιώκει την εμβάθυνση της συνεργασίας με τους Ευρωπαίους εταίρους σε μια σειρά τομέων, γεγονός που δημιουργεί πρόσθετες ευκαιρίες διπλωματικών επαφών.

Η σύνδεση της ελληνικής διεκδίκησης με αυτή τη διαδικασία δεν σημαίνει ότι το ζήτημα μπορεί να επιλυθεί μέσω μιας ευρωπαϊκής απόφασης. Το ιδιοκτησιακό καθεστώς των Γλυπτών και οι αρμοδιότητες του Βρετανικού Μουσείου παραμένουν ζητήματα που υπάγονται πρωτίστως στο βρετανικό δίκαιο. Ωστόσο, η ευρωπαϊκή διάσταση επιτρέπει στην Αθήνα να αναδείξει την υπόθεση ως θέμα κοινής πολιτιστικής κληρονομιάς και όχι αποκλειστικά ως διμερή διαφορά.

Αυτή η προσέγγιση διευρύνει το πεδίο της ελληνικής διπλωματίας. Η κυβέρνηση μπορεί να επιδιώξει πολιτική υποστήριξη από ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, να ενισχύσει τη διεθνή προβολή του αιτήματος και να υπογραμμίσει ότι η επανένωση των Γλυπτών συνδέεται με ευρύτερες αρχές προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Παράλληλα, η στάση της βρετανικής κυβέρνησης παραμένει καθοριστική. Ο πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ, ο οποίος στο παρελθόν είχε εκφραστεί υπέρ της επιστροφής των Γλυπτών, έχει πλέον παραπέμψει το ζήτημα στις αρμοδιότητες του Βρετανικού Μουσείου. Η συγκεκριμένη τοποθέτηση αποτυπώνει τη διάκριση ανάμεσα στην πολιτική υποστήριξη μιας λύσης και στην ανάληψη κυβερνητικής πρωτοβουλίας για τη νομοθετική διευκόλυνσή της.

Για την ελληνική πλευρά, επομένως, η πρόκληση είναι διπλή. Αφενός να διατηρήσει παραγωγική επικοινωνία με τη διοίκηση του Μουσείου, η οποία διαθέτει την αρμοδιότητα να διαπραγματευθεί μια προσωρινή συμφωνία. Αφετέρου να αναδείξει προς τη βρετανική πολιτική ηγεσία την ανάγκη μιας πιο μακροπρόθεσμης λύσης, εφόσον ο τελικός στόχος παραμένει η οριστική επανένωση.

Από τη διαπραγμάτευση στην πραγματική συμφωνία

Οι δηλώσεις Όσμπορν επιβεβαιώνουν ότι έχει διαμορφωθεί ένα πεδίο διαλόγου που δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί δεδομένο πριν από μερικά χρόνια. Η ίδια η διοίκηση του Βρετανικού Μουσείου συζητά πλέον δημόσια τη δυνατότητα μεταφοράς σημαντικών τμημάτων των Γλυπτών στην Αθήνα, αναγνωρίζοντας τη βαρύτητα του ελληνικού αιτήματος και την ανάγκη αναζήτησης συμβιβασμού.

Η εξέλιξη αυτή, ωστόσο, δεν πρέπει να συγχέεται με την ύπαρξη συμφωνίας. Οι δύο πλευρές εξακολουθούν να διαφωνούν για το περιεχόμενο της τελικής διευθέτησης, ενώ δεν έχει ανακοινωθεί κάποιο δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα. Η αναφορά του Όσμπορν στην επόμενη τριετία εκφράζει την προσωπική του επιδίωξη να ολοκληρωθεί η διαδικασία κατά τη διάρκεια της θητείας του και όχι μια ήδη συμφωνημένη προθεσμία.

Για την κυβέρνηση Μητσοτάκη, το ζήτημα αποτελεί μια ιδιαίτερη δοκιμασία πολιτιστικής διπλωματίας. Η προσπάθεια συνδυάζει τη διατήρηση μιας ιστορικής εθνικής διεκδίκησης με την αναζήτηση εφαρμόσιμων λύσεων μέσα σε ένα σύνθετο νομικό και πολιτικό περιβάλλον. Η σταθερή προσήλωση στην έννοια της επανένωσης προσδιορίζει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, ενώ η δυνατότητα πολιτιστικών ανταλλαγών προσφέρει περιθώρια διαπραγματευτικής ευελιξίας.

Από την άλλη πλευρά, το Βρετανικό Μουσείο καλείται να σταθμίσει την ιστορική του θέση, τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη βρετανική νομοθεσία και τις σύγχρονες αντιλήψεις για τη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς. Η επιχειρηματολογία περί οικουμενικού μουσείου εξακολουθεί να αποτελεί κεντρικό στοιχείο της βρετανικής προσέγγισης, χωρίς όμως να απαντά πλήρως στο ιδιαίτερο ζήτημα της ενότητας του Παρθενώνα.

Η ουσιαστική πρόοδος θα κριθεί από το εάν μπορεί να βρεθεί μια λύση που να υπερβαίνει την απλή εναλλαγή εκθεμάτων, εξασφαλίζοντας την παρουσία των Γλυπτών στην Αθήνα με όρους συμβατούς με την ελληνική διεκδίκηση. Μια ενδιάμεση συμφωνία θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό βήμα, εφόσον δεν περιόριζε τη δυνατότητα μελλοντικής οριστικής διευθέτησης.

Η επόμενη περίοδος θα δείξει κατά πόσον η διακηρυγμένη διάθεση συνεννόησης μπορεί να μετατραπεί σε συγκεκριμένες δεσμεύσεις. Οι προϋποθέσεις για συνέχιση του διαλόγου υπάρχουν, όπως και τα εμπόδια που επί δεκαετίες εμποδίζουν την επίτευξη συμφωνίας. Το γεγονός ότι η Αθήνα και το Βρετανικό Μουσείο συζητούν πλέον ανοιχτά διαφορετικά σχήματα συνεργασίας αποτελεί αξιοσημείωτη εξέλιξη. Το αποφασιστικό βήμα, όμως, θα είναι η μετάβαση από την αποδοχή της ανάγκης συμβιβασμού σε μια συμφωνία που θα προσδιορίζει με σαφήνεια το μέλλον των Γλυπτών και τη σχέση τους με το μνημείο από το οποίο προέρχονται.