Το τέμενος Χαμζά Μπέη, ως όπλο μαλακής ισχύος
Πώς η αποκατάσταση ιστορικών μνημείων αναδεικνύει την 2.300 ετών διαδρομή της Θεσσαλονίκης και μετατρέπεται σε εργαλείο πολιτιστικής διπλωματίας.
Μόνο κάποιος ψεύτης ή εμπαθής θα ισχυριζόταν ότι το ανακαινισμένο Τέμενος Χαμζά Μπέη δεν αποτελεί στολίδι της Θεσσαλονίκης. Έρχεται να προστεθεί στα υπόλοιπα ρωμαϊκά, βυζαντινά και οθωμανικά κατάλοιπα, πάνω στην αρχαιότερη λεωφόρο της πόλης. Τη λεωφόρο όπου αναδεικνύεται καλύτερα από οπουδήποτε αλλού η 2.300 ετών διαδρομή της.
Οι λεπτομέρειες του αποκατεστημένου κτίσματος εντυπωσιάζουν. Κίονες ελληνιστικοί και ρωμαϊκοί στον περίβολο, αναμεμειγμένοι με μεταγενέστερους. Τόξα που ανάγονται περισσότερο σε παλαιολόγειες οικοδομικές τεχνικές, στο αρχικό τμήμα· στις προσθήκες, συστατικά απολύτως ανατολίτικα, σε συνύπαρξη με τον ανεικονικό διάκοσμο των μουσουλμανικών χώρων λατρείας. Φροντίδα να αναδειχθεί η πολυτάραχη διαδρομή του, μέσω της επιλεκτικής διατήρησης φθαρμένων σημείων. Μοναδική ατυχής παραφωνία η κακή κατάσταση όσων πολυόροφων κτιρίων περιβάλλουν το αλλοτινό Αλκαζάρ.
Η Θεσσαλονίκη, λοιπόν, μόνο κερδίζει από αυτό το έργο. Επί δεκαετίες, στην καρδιά της υπήρχε ένας χώρος απελπιστικά υποβαθμισμένος, που στο εξής θα θεωρείται σπουδαίο ορόσημο. Αποδίδεται στους κατοίκους και στους τουρίστες μετά τις ανακαινίσεις της Παναγίας Χαλκέων, του Μπέη Χαμάμ, του αγιάσματος του Αγίου Ιωάννη, του Γενί Τζαμί, και -σε προγενέστερες φάσεις- της Ροτόντας, του Αλατζά Ιμαρέτ, των Δώδεκα Αποστόλων, και του Γιεχούντι Χαμάμ (που δυστυχώς δεν είναι ανοιχτό στο κοινό).
Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι η μόνη αξιόλογη εκκρεμότητα πλέον εντοπίζεται στο παραμελημένο Μπεζεστένι. Τα ρωμαϊκά κοσμικά συγκροτήματα θα είχαν αναδειχθεί εξαιρετικά εάν κάπως υπαινίσσονταν τις εντυπωσιακές αρχικές τους διαστάσεις. Όσον αφορά τις υπόλοιπες βυζαντινές εκκλησίες, αυτές βρίσκονται σε πολύ καλή κατάσταση, με αξιόλογες εργασίες να ολοκληρώνονται και στην Αγία Σοφία. Ο καινούργιος φωτισμός, η λήξη της εκκρεμότητας στην Πλατεία Δικαστηρίων και η σχεδιαζόμενη ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων θα ανεβάσουν τη Θεσσαλονίκη σε άλλη κατηγορία.
Ωστόσο, τα κέρδη δεν περιορίζονται εδώ. Με πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, επισκευάστηκαν και αναβαθμίστηκαν οθωμανικά μνημεία σε όλη τη χώρα, αποτελώντας αξιοθέατα μα και εργαλεία εξωτερικής πολιτικής. Η Ελλάδα αποδεικνύει έμπρακτα ότι σέβεται την ξένη πολιτιστική κληρονομιά, σε αντίθεση με την Τουρκία, η οποία επανέφερε την Αγιασοφιά σε καθεστώς τεμένους. Αν ακολουθούσε την ελληνική προσέγγιση, θα ολοκλήρωνε την αφαίρεση των μεταγενέστερων επιχρισμάτων, θα αποκάλυπτε όλα τα -πιθανότατα καταπληκτικά- βυζαντινά ψηφιδωτά, και θα την προέβαλε σαν σπάνιο παλίμψηστο παγκόσμιας κληρονομιάς.
Η στάση μας, όμως, δεν απευθύνεται αποκλειστικά στην Άγκυρα. Απευθύνεται και στο Λονδίνο. Η επιμονή της Μεγάλης Βρετανίας να κρατά εκεί τα Ελγίνεια είναι στενόμυαλη, επειδή διατηρεί τον Παρθενώνα διαχωρισμένο· τα -βίαια αποσπασμένα- γλυπτά αποτελούν ζωτικό τμήμα του, ενώ είναι σχεδόν αδιάφορα μπροστά στην αχανή συλλογή του Βρετανικού Μουσείου. Με τη δική του στάση, το Λονδίνο συμπεριφέρεται με ασέβεια απέναντι σε διάσημο μνημείο άλλου κράτους. Η ανταλλαγή των λειψάνων του Τσάρου Σαμουήλ και η αποκατάσταση του Αγίου Γεωργίου στο Κουρμπίνοβο ενδυναμώνουν περαιτέρω την ελληνική θέση.
Παρά ορισμένες αστοχίες της στον σύγχρονο πολιτισμό, η ηγεσία του Υπουργείου Πολιτισμού δείχνει να αντιλαμβάνεται το αντικείμενό της ως κορυφαίο όπλο «μαλακής ισχύος». Μαλακής ισχύος με διεθνή αποτελεσματικότητα, έστω αφανή.