Γενιά Σάντουιτς: Η Generation X άλλαξε όνομα
Εγκλωβισμένοι ανάμεσα στην φροντίδα ηλικιωμένων και την ανατροφή παιδιών, οι 50άρηδες στην Ελλάδα παλεύουν με αμέτρητες προκλήσεις, στηριζόμενοι από ένα ανεπαρκές σύστημα μέριμνας.
Μετά την παρουσία τους στον αγιασμό των σχολείων, μαμάδες και μπαμπάδες έπρεπε να ασχοληθούν με άλλα ζητήματα. Εκτός από τα επαγγελματικά τους, αρκετοί έπρεπε να διεκπεραιώσουν υποθέσεις των δικών τους ηλικιωμένων γονέων: αγορά ειδών βασικής ανάγκης και φαρμάκων, συνεννόηση με γιατρό ή δικηγόρο, τακτοποίηση τραπεζικής ή ασφαλιστικής υπόθεσης μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας. Η παραγνωρισμένη Gen X έχει -δικαίως- φτάσει να αποκαλείται Γενιά Σάντουιτς. Η γενιά που πιέζεται στη μέση.
Ο όρος δεν είναι καινούργιος. Πρωτοεμφανίστηκε στη βιβλιογραφία της κοινωνικής εργασίας το 1981, για γυναίκες στην αρχή της τρίτης δεκαετίας τους που κρατούσαν ταυτόχρονα ένα βρέφος και έναν ηλικιωμένο γονιό. Μετά από 45 χρόνια, έχουν αυξηθεί θεαματικά όσοι ταυτόχρονα φροντίζουν ηλικιωμένους γονείς και παιδιά στο σχολείο. Στις ΗΠΑ ανήκει εκεί περίπου ένας στους τέσσερις ενήλικες. Στη Βρετανία, η μέση ηλικία του ανεπίσημου φροντιστή είναι τα 50.
Για την Ελλάδα δεν υπάρχει επίσημος ορισμός του φαινομένου, καθώς σταδιακά καθίσταται κανόνας: οι άνω των 65 πλησιάζουν πια το 25% του πληθυσμού, ενώ ο δείκτης γονιμότητας είναι από τους χαμηλότερους της Ευρώπης· παράλληλα, περίπου 65% των νέων 18-34 ζουν ακόμη με τους γονείς τους, όχι επειδή τους αρέσει η συντροφιά, αλλά επειδή δεν έχουν εναλλακτική. Το ότι τα νεαρά μέλη της Gen Z έχουν λιγότερες δεξιότητες και χαμηλότερο IQ από τους γονείς τους, φαινόμενο πρωτοφανές, απλώς αυξάνει τα προβλήματα της Γενιάς Σάντουιτς. Ανάμεσα λοιπόν στους δύο παραπάνω αριθμούς βρίσκεται ένας άνθρωπος γύρω στα 50, που τρέχει να τα προλάβει όλα, συχνά εις βάρος του εαυτού του. Εις βάρος της σωματικής και ψυχικής του υγείας.
Το 2021 νομοθετήθηκε επιτέλους η έννοια του ανεπίσημου φροντιστή, με δικαίωμα πενθήμερης ετήσιας άδειας. Πέντε ημέρες για ανθρώπους που εκτιμάται πως αφιερώνουν κάπου 80 ώρες τον μήνα. Είναι κάποια ανακούφιση, μα σίγουρα όχι αρκετή. Ο πιλοτικός «Προσωπικός Βοηθός» χρηματοδοτήθηκε από το -λήξαν- Ταμείο Ανάκαμψης. Τώρα δρομολογείται ο «Φροντιστής της Γειτονιάς», με μηνιαία αμοιβή γύρω στα 500 ευρώ. Θα αφορά άτομα με αναπηρία, όχι γονείς με άνοια ή καρδιοαναπνευστικά προβλήματα, η δε αμοιβή δεν πλησιάζει καν τον κατώτατο μισθό. Προσφέρεται ηθική αναγνώριση, όχι όμως και ικανή χρηματοδότηση.
Για τους ηλικιωμένους, το κράτος έχει απάντηση, και λέγεται «Βοήθεια στο Σπίτι». Λειτουργεί από το 1998, μέσω των δήμων, δωρεάν, με στόχο να μην καταλήγουν οι ηλικιωμένοι σε ιδρύματα. Στα χαρτιά, εφαρμόζεται εκεί όπου πονάει η Γενιά Σάντουιτς. Στην πράξη, η εμβέλειά του εξαρτάται από τον δήμο, το κονδύλι και το πόσο προσωπικό υπάρχει διαθέσιμο. Δίπλα του θεσμοί της δεκαετίας του ’80 (π.χ. ΚΑΠΗ), όταν ο πληθυσμός των ηλικιωμένων ήταν το ένα τρίτο του σημερινού. Έκτοτε, σε μεγάλο βαθμό οι δομές έμειναν ίδιες, ενώ οι συνθήκες άλλαξαν δραματικά.
Ιδιωτικά, η λύση που βρήκαν χιλιάδες νοικοκυριά είναι γνωστή: η ανασφάλιστη φροντίστρια από την Αλβανία, τη Βουλγαρία και τη Γεωργία. Το σύστημα προς το παρόν λειτουργεί, αλλά η προθυμία για το επάγγελμα λιγοστεύει συνεχώς. Στο ορατό μέλλον θα χρειαστούν κάπου 180.000 φροντιστές πλήρους απασχόλησης για να καλυφθεί η ζήτηση σε σπίτια και γηροκομεία. Πώς θα βρεθούν;
Στην ελληνική περίπτωση, το brain drain δεν αποτελεί σχήμα λόγου για δημοσιογραφικό τίτλο, ούτε πολιτικό σύνθημα. Αντίθετα, αποτελεί κρίσιμη λογιστική εγγραφή. Πάνω από 400.000 άνθρωποι, κυρίως εξειδικευμένοι, έφυγαν τη δεκαετία που ακολούθησε την κρίση και οι περισσότεροι δεν επέστρεψαν. Η γιατρός στο Μόναχο ή ο μηχανικός στο Λονδίνο δεν είναι μόνο κενά στην εθνική οικονομία. Είναι επίσης τα τέκνα που δεν μπορούν να μεταφέρουν εκτάκτως τον γονιό τους στο νοσοκομείο, ή να ασχοληθούν με τις υποθέσεις του. Όποιος αναρωτιέται γιατί οι επαγγελματίες φροντιστές έχουν γίνει εξαιρετικά δυσεύρετοι μπορεί να ξεκινήσει από εκεί. Η ερήμωση της υπαίθρου επιβαρύνει περαιτέρω την κατάσταση στην παραμελημένη περιφέρεια.
Όσον αφορά τα παιδιά, οι παππούδες εν πολλοίς υποκαθιστούν τις αλλοδαπές φροντίστριες, εφόσον αυτό είναι εφικτό. Στη χώρα μας, ένα στα τρία παιδιά κάτω των 16 φέρεται να ζει με υλική στέρηση· πανευρωπαϊκή πρωτιά, με διαφορά που ξεπερνά στατιστικό σφάλμα, και προφανώς περιορίζει τη δυνατότητα επαγγελματικής συνδρομής.
Υπάρχει φυσικά το πρόγραμμα ΕΣΠΑ για βρεφονηπιακούς σταθμούς. Αρκετά ουσιαστικό, αλλά εξαρτημένο από την εκάστοτε ενωσιακή προγραμματική περίοδο, όχι από σταθερούς εθνικούς πόρους. Επιπλέον, το ολοήμερο σχολείο επεκτάθηκε ανομοιόμορφα, με τους γονείς να καλύπτουν αναγκαστικά τα κενά του ωραρίου. Και ο κύκλος δεν κλείνει εκεί: το παιδί που μεγάλωσε με ανεπαρκείς δεξιότητες, στα τριάντα του παραμένει στο πατρικό, ακόμη στηριζόμενο από γονείς που στηρίζουν ήδη τους δικούς τους γονείς. Η έλλειψη προσιτής στέγης και καλοπληρωμένης απασχόλησης πονά.
Αυτό που λείπει ολοκληρωτικά είναι ένα πλήρες σύστημα φροντίδας για υπερήλικες και μικρά παιδιά, κάτι που στη Βόρεια Ευρώπη εξασφαλίζεται μέσω ειδικών επιδομάτων, δημοτικών υπηρεσιών, και προγραμμάτων ψυχολογικής υποστήριξης των φροντιστών. Εδώ, η δημόσια δαπάνη για φροντίδα παραμένει μικρό κλάσμα του ευρωπαϊκού μέσου όρου, και εκτιμάται πως έξι στους δέκα όσων την χρειάζονται είτε έχουν μερική πρόσβαση σε κρατική μέριμνα, είτε εξαρτώνται αποκλειστικά από την οικογένεια. Σύμφωνα με τον ορισμό του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, διαθέτουμε ένα κατακερματισμένο και υποχρηματοδοτούμενο σύστημα.
Από το 2022, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ομολογουμένως εκπονήσει στρατηγική φροντίδας, με υποσχέσεις για προσιτές υπηρεσίες και στήριξη των ανεπίσημων φροντιστών. Εντούτοις, στις οδηγίες της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν προς τους νέους Επιτρόπους το 2024, το θέμα δεν αναφέρεται ρητά. Η στρατηγική θεωρητικά υπάρχει· η προτεραιότητα είναι συζητήσιμη. Οι ανεπίσημοι φροντιστές καλύπτουν πάνω από το 80% της συνολικής φροντίδας στην Ευρώπη: η στενή οικογένεια αναλαμβάνει μόνη το βάρος όχι επειδή το επέλεξε, αλλά επειδή δεν υπήρχε άλλος τρόπος.
Λύσεις υπάρχουν. Μοναδικό τους πρόβλημα ότι κοστίζουν. Χρειάζεται χρηματοδότηση και εκτός ΕΣΠΑ, περισσότερες δομές σε επίπεδο ΟΤΑ, ασφαλιστική αναγνώριση του ανεπίσημου φροντιστή, και στρατηγική που υπερβαίνει μία τετραετία.
Ειδικά στην Ελλάδα, οι σημερινοί 45-60 σήκωσαν το μεγαλύτερο βάρος της οικονομικής κρίσης. Στην πιο παραγωγική τους ηλικία είδαν τα εισοδήματά τους να κατακρημνίζονται. Παρά τη λήξη των μνημονίων, η ακρίβεια και η επαγγελματική ανασφάλεια δεν τους επιτρέπουν να αποταμιεύσουν. Επομένως ζητούν να ισχύει και στη χώρα μας ό,τι ισχύει αλλού εδώ και τριάντα χρόνια, και το αίτημά τους είναι απολύτως δίκαιο.
Πάντως μέχρι να γίνει κάτι ουσιαστικό, τα μέλη της Γενιάς Σάντουιτς θα φαντάζονται το φινάλε της ζωής τους σε άτυπα κοινόβια ηλικιωμένων, αν όχι σε κέντρα υποβοηθούμενης αυτοκτονίας. Έτσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα, έχουν πολύ μεγάλες αμφιβολίες για το αν θα μπορούν να πληρώνουν φροντιστές, μετανάστες ή ρομπότ.