Μονομαχία στη ΔΕΘ: Ποιο οικονομικό πρόγραμμα θα πείσει;

Ανάμεσα στις ενισχύσεις εισοδήματος και στις υποσχέσεις ανάπτυξης: η μάχη της αξιοπιστίας ενόψει των επόμενων εκλογών

Μονομαχία στη ΔΕΘ: Ποιο οικονομικό πρόγραμμα θα πείσει;
Ομιλία του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στα εγκαίνια της 90ης ΔΕΘ στο Συνεδριακό Κέντρο "Ιωάννης Βελλίδης" Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026 (ΡΑΦΑΗΛ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ / EUROKINISSI)

Το ενδιαφέρον είχε καλλιεργηθεί εβδομάδες πριν, μέσα από τη γνωστή πια δραματουργία της ετήσιας ΔΕΘ: διαρροές, φήμες για έκπληξη, σενάρια για το ύψος του… πακέτου. Όταν ήρθε η ώρα των ανακοινώσεων, το συνολικό ποσό -2,2 δισ. ευρώ για το 2027, 3,5 δισ. με ορίζοντα το 2030- βρέθηκε περίπου στη μέση αυτού που είχε προεξοφληθεί. Δεν επαληθεύτηκε η μεγάλη αναπτυξιακή πρωτοβουλία-τομή που κάποιοι προσδοκούσαν, ούτε η πλήρης απογοήτευση που προεξοφλούσαν οι πιο δύσπιστοι.

Το πιο αξιοσημείωτο δεν είναι το μέγεθος του πακέτου όσο η αρχιτεκτονική του. Παρουσιάστηκε ανά κοινωνική ομάδα -μισθωτοί, συνταξιούχοι, επαγγελματίες, αγρότες, οικογένειες- και όχι ανά τύπο παρέμβασης, κάτι που καθιστά δύσκολο να εκτιμήσει κανείς με ακρίβεια πόσα χρήματα θα κατευθυνθούν σε επιδόματα και πόσα σε θεσμικές αλλαγές που υπερβαίνουν τον εκλογικό κύκλο: ευπρόσδεκτη η παρέμβαση για το ενεργειακό κόστος, αρκετά ασαφής η αναφορά στην ανάγκη για πιο ανταγωνιστικό αγροτικό τομέα.

Πάντως επικράτησε η αίσθηση ότι το μεγαλύτερο μέρος των ποσών κατευθύνεται σε ενισχύσεις εισοδήματος, ενώ οποιαδήποτε παρέμβαση στα πεδία της παραγωγικότητας και της επιχειρηματικής βιωσιμότητας τέθηκε σε δεύτερη μοίρα. Ας μην ξεχνάμε ότι η ακρίβεια βρίσκεται στην κορυφή των προβλημάτων μας, σύμφωνα με όλες τις δημοσκοπήσεις.

Ο πρωθυπουργός μίλησε για «μέρισμα ανάπτυξης για όλους», φράση με την οποία δύσκολα μπορεί κανείς να διαφωνήσει, μα δυστυχώς δεν σημαίνει και πολλά. Δήλωσε επίσης ότι κινείται εντός του υφιστάμενου δημοσιονομικού χώρου -παραδοχή αληθής, που έμμεσα αποκλείει πιο θεαματικά μέτρα και καθιστά βέβαιη τη συνέχιση των πρόωρων αποπληρωμών. Εντούτοις, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η φιλολαϊκή φιλοσοφία των παροχών του. Εύλογη επιλογή. Η πολιτική είναι αγώνας αντοχής και όχι ταχύτητας. Όταν υλοποιείς στρατηγικό σχέδιο, ενίοτε χρειάζεται μια παύση, ώστε να ανακτήσεις την υποστήριξη των πολλών.

Τρεις μέρες νωρίτερα, πάλι στη Θεσσαλονίκη, ο Αλέξης Τσίπρας είχε παρουσιάσει το αντίστοιχο πρόγραμμα της ΕΛ.Α.Σ., με -λεκτικά- περισσότερο φιλόδοξους στόχους: περαιτέρω αποκέντρωση, παραγωγική ανασυγκρότηση, φορολογική δικαιοσύνη, κατώτατος μισθός στα 1.800 ευρώ εντός τετραετίας (χωρίς να εξαρτάται από αύξηση της παραγωγικότητας), μείωση ΦΠΑ στο 6% για βασικά είδη (η οποία δεν είναι βέβαιο ότι θα φτάσει στους καταναλωτές), νέες αυξήσεις σε κρατικούς λειτουργούς (εις βάρος του προϋπολογισμού) και δωρεάν αστικές συγκοινωνίες. Εξυπακούεται ότι η κυβέρνηση και η ανερχόμενη αντιπολίτευση διαφώνησαν για το ύψος του “πακέτου Τσίπρα”· ακούστηκαν οι γνωστές αλληλοκατηγορίες, για το ποιος μετράει σωστά τα δικά του νούμερα και λάθος τα ξένα.

Ποιο λοιπόν από τα δύο οικονομικά προγράμματα δείχνει πιο αξιόπιστο; Το ερώτημα δεν έχει καθαρή απάντηση, και αυτό είναι μάλλον το πιο ειλικρινές συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί. Ωστόσο, μετά από επτά χρόνια στο τιμόνι, ο Μητσοτάκης διαθέτει το πλεονέκτημα μιας αποδεδειγμένης αξιοπιστίας. Από την πλευρά του, το πρόγραμμα Τσίπρα παρέχει -πρωτοφανή για τον συγκεκριμένο πολιτικό χώρο- αναλυτική κοστολόγηση. Στοιχείο που η ΕΛ.Α.Σ. τονίζει με υπερηφάνεια, επιδιώκοντας να αφήσει οριστικά πίσω το αλλοτινό Πρόγραμμα Θεσσαλονίκης και τη διακυβέρνηση 2015-2019. Η έτερη διαφοροποίηση από το παρελθόν αφορά τον κλάδο ελαίας προς τους μικρούς επιχειρηματίες και ιδιοκτήτες ακινήτων, τα μεγαλύτερα θύματα των δημοσιονομικών πρακτικών ΣΥΡΙΖΑ. Ο rebranded Αλέξης Τσίπρας μοιάζει να αναγνωρίζει την αξία των άλλοτε απεχθών “κυρ-Παντελήδων”.

Αμφότερα τα προγράμματα εκτείνονται σε βάθος τετραετίας, αμφότερα εξαρτώνται από υποθέσεις ανάπτυξης που κανείς δεν εγγυάται, αμφότερα είναι “δημιουργικά ασαφή”· είναι μακρόπνοα ως προς τον χρόνο, όχι όμως ως προς το περιεχόμενο. Ωστόσο ταυτίζονται στο εξής: επιχειρούν να πείσουν μια δύσπιστη πλειοψηφία, με αληθοφανείς υπολογισμούς που αφορούν τα οικογενειακά εισοδήματα και την επιβίωση των μικρών της αγοράς.

Υπό τις τρέχουσες συνθήκες, ζητούμενο δεν είναι το ύψος εκάστου πακέτου ή η απόλυτη ειλικρίνειά του. Ζητούμενο είναι να πείθει για τη δυνατότητά του να διασώσει όσους βρίσκονται προ του τέλους, παρά τη λήξη των μνημονίων. Η απάντηση δεν πρόκειται να δοθεί σήμερα. Σίγουρα όμως θα δοθεί μέσα στους επόμενους εννιά μήνες.