To Πρόγραμμα Θεσσαλονίκης 2.0 του Τσίπρα και το δύσκολο στοίχημα της αξιοπιστίας
Ο Αλέξης Τσίπρας κέρδισε χώρο στη δημόσια συζήτηση πριν από τη ΔΕΘ, αξιοποιώντας την επικοινωνία ενός αρκετά φιλόδοξου προγράμματος σε έναν προσεκτικά επιλεγμένο χρόνο. Η πολιτική επιτυχία της κίνησης, όμως, δεν λύνει το βασικό του πρόβλημα, που παραμένει η μνήμη της απόστασης ανάμεσα στην εξαγγελία και την πραγματική εφαρμογή
Η επιλογή του Αλέξη Τσίπρα να παρουσιάσει στη Θεσσαλονίκη το οικονομικό πρόγραμμα της ΕΛ.Α.Σ. λίγες ημέρες πριν από την ομιλία του Κυριάκου Μητσοτάκη στη ΔΕΘ είχε σαφή πολιτική σκοπιμότητα και, ως προς τον άμεσο επικοινωνιακό της στόχο, μάλλον απέδωσε. Ο πρώην πρωθυπουργός κατάφερε να προηγηθεί της κυβερνητικής ατζέντας, να προκαλέσει συζήτηση γύρω από τις δικές του εξαγγελίες και να υποχρεώσει τους αντιπάλους του να τοποθετηθούν πάνω σε ένα πλαίσιο που εκείνος είχε ήδη διαμορφώσει.
Αυτό αποτελεί από μόνο του μια τακτική επιτυχία. Δεν αρκεί, όμως, για να μετατραπεί σε ουσιαστικό πολιτικό πλεονέκτημα, γιατί η πραγματική δυσκολία για τον Τσίπρα αρχίζει ακριβώς εκεί όπου τελειώνει η δύναμη μιας καλά οργανωμένης προγραμματικής παρουσίασης. Ένας πολιτικός που έχει ήδη κυβερνήσει δεν κρίνεται μόνο από την ελκυστικότητα των στόχων που θέτει, αλλά πολύ περισσότερο από το κατά πόσο εξηγεί πώς αυτοί οι στόχοι μπορούν να επιτευχθούν χωρίς να στηρίζονται σε αισιόδοξες παραδοχές, αβέβαιες εισπράξεις και υπερβολικές προσδοκίες για την αποτελεσματικότητα του κράτους.
Η ομιλία του είχε αρκετά στοιχεία που ακούγονται εύλογα. Η ανάγκη ενίσχυσης της παραγωγικότητας, η αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης, η βελτίωση των εισοδημάτων και η μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα του κοινωνικού κράτους απαντούν σε πραγματικά προβλήματα. Το ίδιο ισχύει για την ανάγκη περισσότερων επενδύσεων που δημιουργούν υψηλότερη προστιθέμενη αξία. Η διαπίστωση ενός προβλήματος, όμως, απέχει αρκετά από την κατασκευή μιας εφαρμόσιμης πολιτικής.
Εκεί ακριβώς η ομιλία άφησε περισσότερα κενά από όσα δικαιολογεί η φιλοδοξία του βολονταρισμού της. Η υπόσχεση για μέσο μισθό 1.800 ευρώ, η μείωση του ενεργειακού κόστους κατά 30%, η δημιουργία δεκάδων χιλιάδων προσιτών κατοικιών και η κινητοποίηση δεκάδων δισεκατομμυρίων επενδύσεων παρουσιάστηκαν περισσότερο ως επιθυμητά αποτελέσματα και λιγότερο ως συνέπεια συγκεκριμένων μηχανισμών επίτευξης. Η πολιτική χρειάζεται στόχους, χρειάζεται όμως και αλυσίδα αιτίου και αποτελέσματος, και στην περίπτωση Τσίπρα αυτή η αλυσίδα παραμένει συχνά ελλιπής.
Η κοστολόγηση παραμένει το αδύναμο σημείο
Ο Τσίπρας γνωρίζει ότι η αξιοπιστία αποτελεί το μεγαλύτερο εμπόδιο στην επιστροφή του. Γι’ αυτό επανέλαβε με έμφαση ότι το πρόγραμμα έχει κοστολογηθεί, ότι οι μόνιμες παροχές θα συνοδεύονται από μόνιμες πηγές χρηματοδότησης και ότι η δημοσιονομική σταθερότητα αποτελεί προϋπόθεση της πολιτικής του πρότασης. Το λεξιλόγιο είναι προσεκτικά επιλεγμένο, επειδή επιχειρεί να προλάβει την αυτονόητη σύγκριση με το 2014 και όσα ακολούθησαν.
Η επίκληση της κοστολόγησης, όμως, δεν αρκεί από μόνη της. Το κρίσιμο ζήτημα βρίσκεται στην ποιότητα των παραδοχών πάνω στις οποίες στηρίζεται κάθε υπολογισμός. Ένα οικονομικό πρόγραμμα μπορεί να ισοσκελιστεί λογιστικά και ταυτόχρονα να παραμένει αβέβαιο ως προς την πραγματική του εφαρμογή, εφόσον υπερεκτιμώνται τα προσδοκώμενα έσοδα, υποτιμώνται οι έμμεσες δαπάνες ή θεωρείται δεδομένη μια αναπτυξιακή απόδοση που στην πράξη εξαρτάται από πολλούς παράγοντες.
Η εμπειρία του 2015 καθιστά αυτό το ζήτημα ιδιαίτερα βαρύ για τον ίδιο. Το πρώτο Πρόγραμμα Θεσσαλονίκης είχε επίσης αριθμούς, πηγές χρηματοδότησης και την κατηγορηματική βεβαιότητα ότι οι δεσμεύσεις μπορούσαν να εφαρμοστούν χωρίς να διαταραχθεί η δημοσιονομική ισορροπία. Η πραγματικότητα απέδειξε ότι το πρόβλημα δεν βρισκόταν στην αριθμητική πρόσθεση, αλλά στη σχέση των υπολογισμών με τους πραγματικούς περιορισμούς της οικονομίας.
Σήμερα ο Τσίπρας εμφανίζεται σαφώς πιο προσεκτικός, εξακολουθεί όμως να καταφεύγει σε έναν γνώριμο τρόπο παρουσίασης. Η συνολική δαπάνη εμφανίζεται απολύτως διαχειρίσιμη, οι νέες πηγές εσόδων θεωρούνται επαρκείς και οι επενδύσεις που θα κινητοποιηθούν μέσα από το Εθνικό Ταμείο Σύγκλισης αποκτούν σχεδόν αυτόματα πολλαπλασιαστικό χαρακτήρα. Η οικονομία σπανίως λειτουργεί με τέτοια γραμμικότητα.
Ιδιαίτερα ασαφής παραμένει η σύνδεση εσόδων από τη Golden Visa με τη χρηματοδότηση αναπτυξιακών παρεμβάσεων, όπως και η προσδοκία ότι ένα δημόσιο κεφάλαιο μπορεί να μοχλεύσει πολύ μεγαλύτερες ιδιωτικές επενδύσεις χωρίς σαφή ανάλυση του κινδύνου και της απόδοσης. Αντίστοιχα, η «Πατριωτική Εισφορά» στο πλουσιότερο 1% έχει προφανή πολιτική χρησιμότητα, χρειάζεται όμως λεπτομερή σχεδιασμό για την αποτίμηση περιουσίας, τη ρευστότητα, τις εξαιρέσεις και τις δυνατότητες φορολογικής αποφυγής.
Όσο αυτά τα ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά, το πρόγραμμα μοιάζει περισσότερο με πολιτική διακήρυξη που συνοδεύεται από αριθμούς και λιγότερο με ολοκληρωμένο σχέδιο διακυβέρνησης.
Η πίεση προς Μητσοτάκη και η μεγαλύτερη ζημιά για Ανδρουλάκη
Η κίνηση Τσίπρα δυσκολεύει προσωρινά την κυβέρνηση, επειδή αυξάνει τις προσδοκίες πριν από την ομιλία του πρωθυπουργού. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα χρειαστεί να παρουσιάσει ένα πακέτο που να έχει άμεσο και κατανοητό όφελος για τα νοικοκυριά, ενώ θα πρέπει παράλληλα να πείσει ότι η δημοσιονομική πειθαρχία δεν οδηγεί σε πολιτική ακινησία. Ο Τσίπρας τού έθεσε έναν υψηλότερο επικοινωνιακό πήχη.
Η δυσκολία αυτή έχει περιορισμένη διάρκεια, επειδή ο πρωθυπουργός διαθέτει κάτι που ο Τσίπρας δεν μπορεί σήμερα να προσφέρει. Οι ανακοινώσεις της κυβέρνησης μπορούν να μετατραπούν σε νόμους, να ενσωματωθούν στον προϋπολογισμό και να εφαρμοστούν μέσα στους επόμενους μήνες. Η σύγκριση επομένως μπορεί γρήγορα να μεταφερθεί από το ύψος μιας υπόσχεσης στον χρόνο κατά τον οποίο ο πολίτης θα δει πραγματικό αποτέλεσμα.
Ο Τσίπρας έχει σαφώς μεγαλύτερο όφελος απέναντι στον Νίκο Ανδρουλάκη. Εκεί η επιλογή του χρόνου υπήρξε πραγματικά αποτελεσματική. Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ θα εμφανιστεί στη Θεσσαλονίκη αφού θα έχει προηγηθεί η οικονομική ατζέντα του Τσίπρα και το κυβερνητικό πακέτο του Μητσοτάκη. Θα χρειαστεί να διεκδικήσει προσοχή σε μια συζήτηση που θα έχει ήδη αποκτήσει δύο βασικούς πρωταγωνιστές.
Για το ΠΑΣΟΚ αυτό αποτελεί σοβαρό πολιτικό πρόβλημα. Η θεσμική ιδιότητα της αξιωματικής αντιπολίτευσης έχει μικρότερη αξία όταν ο δημόσιος διάλογος οργανώνεται γύρω από κάποιον άλλο. Η αντίδραση ότι ο Τσίπρας υιοθετεί προτάσεις που το ΠΑΣΟΚ έχει ήδη παρουσιάσει μπορεί να έχει πραγματική βάση, επικοινωνιακά όμως δύσκολα ανατρέπει την εικόνα. Στην πολιτική, ο χρόνος της παρουσίασης συχνά επηρεάζει περισσότερο την εντύπωση από την ιστορία μιας πρότασης.
Αυτό εξηγεί και την επιλογή μιας κομματικής εκδήλωσης σε ξενοδοχείο πριν από τη ΔΕΘ. Ο Τσίπρας απέφυγε τον θεσμικό περιορισμό της σειράς των πολιτικών αρχηγών και αξιοποίησε πλήρως το συμβολικό περιβάλλον της Θεσσαλονίκης. Εμφανίστηκε πριν από τον πρωθυπουργό και αρκετά πριν από τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, χωρίς να παραβιάζει τυπικά κανέναν κανόνα της έκθεσης. Πρόκειται για έξυπνη πολιτική μεθόδευση, η οποία δείχνει ότι ο πραγματικός αγώνας του αυτή την περίοδο αφορά πρωτίστως την κατοχύρωση της δεύτερης θέσης στο πολιτικό σύστημα.
Το «Πρόγραμμα Θεσσαλονίκης 2.0» δεν είναι απλώς κυβερνητική ατάκα
Ο χαρακτηρισμός «Πρόγραμμα Θεσσαλονίκης 2.0» χρησιμοποιείται εύκολα για κομματικούς λόγους, διαθέτει όμως μεγαλύτερη αναλυτική αξία από όσο θα ήθελε ο Τσίπρας. Οι δύο προτάσεις διαφέρουν ως προς το περιεχόμενο και το σημερινό πρόγραμμα εμφανίζει περισσότερες αναφορές στην παραγωγικότητα, στις ιδιωτικές επενδύσεις, στην προσφορά κατοικίας και στη δημοσιονομική συνέπεια. Η βασική πολιτική μέθοδος, όμως, παρουσιάζει εντυπωσιακή συνέχεια.
Και στις δύο περιπτώσεις η Θεσσαλονίκη χρησιμοποιείται ως τόπος παρουσίασης μιας συνολικής εναλλακτικής διακυβέρνησης. Και στις δύο περιπτώσεις μεγάλοι οικονομικοί στόχοι συνδέονται με συγκεκριμένες κοινωνικές παρεμβάσεις, ενώ ο λογαριασμός εμφανίζεται κλεισμένος μέσα από νέες πηγές εσόδων και αναπτυξιακές προσδοκίες. Και στις δύο περιπτώσεις το πολιτικό μήνυμα προηγείται της πλήρους τεχνικής απόδειξης.
Αυτή η συνέχεια έχει μεγαλύτερη σημασία από τις επιμέρους διαφορές. Ο Τσίπρας του 2026 έχει αλλάξει σημαντικά τη γλώσσα του. Μιλά περισσότερο για παραγωγή, επενδύσεις και δημοσιονομική ευθύνη, επειδή γνωρίζει ότι ο ριζοσπαστισμός του 2015 δεν μπορεί να αποτελέσει πειστική πρόταση επιστροφής στην εξουσία. Η αλλαγή λεξιλογίου δείχνει πολιτική προσαρμογή. Μένει να αποδειχθεί αν συνοδεύεται από αντίστοιχη αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τις δυνατότητες του κράτους και τα όρια της οικονομικής πολιτικής.
Το βάρος της απόδειξης βρίσκεται αποκλειστικά στον ίδιο. Ένας πρώην πρωθυπουργός που έχει ήδη δοκιμαστεί δεν δικαιούται την ίδια πίστωση χρόνου που μπορεί να ζητήσει ένας νέος πολιτικός αρχηγός. Η απαίτηση για πλήρη κοστολόγηση, συγκεκριμένες πηγές χρηματοδότησης και ρεαλιστικούς μηχανισμούς εφαρμογής προκύπτει από τη δική του κυβερνητική διαδρομή.
Η Θεσσαλονίκη του έδωσε αυτό που επιδίωκε στην πρώτη φάση. Τον επανέφερε στο κέντρο της πολιτικής συζήτησης, έβαλε την κυβέρνηση σε διαδικασία απάντησης και περιόρισε τον διαθέσιμο χώρο του Ανδρουλάκη. Αυτά αποτελούν πραγματικές πολιτικές επιτυχίες όμως δεν αποδεικνύουν ότι ο Τσίπρας έχει λύσει το πρόβλημα που τον ακολουθεί από το 2015 και τον στοίχειωσε πολιτικά μετά το 2019.
Το κρίσιμο ερώτημα επομένως αφορά λιγότερο το αν ο πρώην πρωθυπουργός έμαθε να παρουσιάζει ένα πιο ώριμο πρόγραμμα και περισσότερο το αν έμαθε να υπολογίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια το κόστος όσων υπόσχεται. Μέχρι να υπάρξει πειστική απάντηση, η «Θεσσαλονίκη 2.0» θα παραμένει περισσότερο προειδοποίηση και σίγουρα όχι τίτλος τιμής.