Αποτελέσματα PISA και τα δομικά προβλήματα της ελληνικής εκπαίδευσης
Γιατί οι υψηλές δαπάνες και τα φροντιστήρια δεν φέρνουν αποτελέσματα και τι πρέπει να αλλάξει άμεσα σε σχολείο και οικογένεια;
Τα απογοητευτικά αποτελέσματα του τελευταίου διαγωνισμού PISA για τη χώρα μας δεν ξάφνιασαν κανέναν, καθώς η Ελλάδα καταγράφει χαμηλές επιδόσεις εδώ και πολλά χρόνια. 40,9% των μαθητών στις Φυσικές Επιστήμες, 43,8% στην Κατανόηση Κειμένου και 49,5% στα Μαθηματικά ολοκληρώνουν την υποχρεωτική εκπαίδευση ανίκανοι να ανταποκριθούν σε βασικές προκλήσεις της καθημερινότητας. Το ότι σημειώθηκε πτώση της βαθμολογίας και για τα 23 συμμετέχοντα μέλη του ΟΟΣΑ δεν επιτρέπεται να μας παρηγορεί.
Οι κακές επιδόσεις καταγράφονται ενώ η χώρα μας έχει τη μικρότερη αναλογία μαθητών ανά εκπαιδευτικό στα δημοτικά της και μία από τις μικρότερες στα γυμνάσια και λύκειά της. Με άλλα λόγια, εάν συνυπολογίσουμε και τη σχετικά πρόσφατη κατασκευή μεγάλου μέρους των σχολικών κτιρίων, οι σημαντικές κρατικές δαπάνες για την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση δεν έχουν ικανοποιητικό αποτέλεσμα. Όπως επίσης φαίνεται, δεν έχουν ικανοποιητικό αποτέλεσμα ούτε οι τεράστιες δαπάνες των νοικοκυριών σε ενισχυτική διδασκαλία, όπου βρισκόμαστε στην κορυφή της Ευρώπης.
Είθισται το μεγάλο βάρος της ευθύνης για την κακή εικόνα της παιδείας να πέφτει στους εκπαιδευτικούς. Είναι γεγονός ότι οι συντεχνίες τους ανθίστανται σε αξιολογήσεις όσον αφορά την επαγγελματική επάρκεια, την ψυχική ισορροπία και τη διάθεση προσφοράς. Ωστόσο, δεδομένων και των δαπανών σε φροντιστήρια, γίνεται σαφές ότι το όλο πρόβλημα δεν οφείλεται μόνο σε κάποιους -αρκετούς- κακούς εκπαιδευτικούς.
Όσοι έχουν παιδιά στην εφηβεία εντυπωσιάζονται από τον τρόπο λειτουργίας των σημερινών σχολείων. Οι μαθητές ρίχνονται από νωρίς στην άλγεβρα δίχως να έχουν άνεση στην αριθμητική. Για αυτούς , έκθεση έχει πάψει να αποτελεί πλούσια παράθεση επιχειρημάτων. Περνούν πολλές ώρες διδασκόμενοι αρχαία, χωρίς να γνωρίζουν τη νέα ελληνική, και πριν διδαχθούν οτιδήποτε για την εξέλιξη της γλώσσας από τον Όμηρο μέχρι τον 21ο αιώνα. Δεν κατανοούν την επαγωγική σκέψη και τη Θεωρία της Εξέλιξης. Δεν διδάσκονται με επάρκεια αντικείμενα πολύτιμα για τη μετέπειτα ζωή τους, όπως είναι η οικιακή οικονομία, ο επαγγελματικός προσανατολισμός, οι βασικές αρχές του επιχειρείν, η τεχνητή νοημοσύνη, η ρομποτική, όμως διατίθεται πάντα χρόνος στα θρησκευτικά και στην κοινωνιολογία.
Στα σχολεία μας, οι μαθητές μαθαίνουν βιωματικά πως η τυπικότητα δεν είναι σημαντική, όποτε απουσιάζουν απροειδοποίητα οι διδάσκοντές τους. Και φυσικά είναι αξιοπρόσεκτη η αδιαφορία της Πολιτείας για την επαγγελματική εκπαίδευση, όταν έχει πλέον καταστεί ξεκάθαρο ότι τα θεωρητικά αντικείμενα δεν μπορούν πια να εξασφαλίσουν αξιοπρεπή ζωή στους περισσότερους νέους. Αν και η ηγεσία του Υπουργείου είναι εξαιρετικά επιμελής στα ζητήματα συμπερίληψης, δεν επιδεικνύει την ίδια στάση ως προς τις περιζήτητες δεξιότητες, ήπιες ή τεχνικές.
Πάντως, η καταγεγραμμένη δυσκολία των παιδιών να παρακολουθήσουν στην τάξη και να διαβάσουν κείμενα μεγάλου μεγέθους δεν οφείλεται μόνο στην ανεπάρκεια ορισμένων εκπαιδευτικών και του προγράμματος σπουδών. Μέσα στα ίδια τα σπίτια τους τα παιδιά μεγαλώνουν χωρίς όρια, χωρίς σεβασμό στον περίγυρό τους και χωρίς ερεθίσματα ενισχυτικά της φιλομάθειας και της προσήλωσης. Αντίθετα, τα παιδιά σπαταλούν υπερβολικά πολλές ώρες μπροστά στο PlayStation ή στο κινητό τους, «προστατεύονται» από οικιακές δουλειές και από αρνητική κριτική, και μεγαλώνουν αποκομμένα από τις απαιτήσεις της πραγματικής ζωής, υπό την παθητική ανοχή των γονέων τους. Γονέων που σταδιακά τα καταστρέφουν, πιστεύοντας ότι έτσι κερδίζουν την αγάπη τους.
Η κατρακύλα πρέπει να σταματήσει, διότι χωρίς νέους δεν υπάρχει αύριο. Όσοι εμπλέκονται στην ανατροφή και στην εκπαίδευση των επόμενων γενεών θα πρέπει να αφυπνιστούν, και υπεύθυνο για την αφύπνιση είναι το κράτος, ο εγγυητής της κοινωνικής συνοχής και της εθνικής συνέχειας. Συνεπώς, το κράτος διά του αρμόδιου Υπουργείου Παιδείας καλείται να προσαρμόσει επιτέλους το εκπαιδευτικό πρόγραμμα στις σύγχρονες ανάγκες των μαθητών και να ξεφύγει από ένα μοντέλο που υπηρετεί πρωτίστως τις ανάγκες των διδασκόντων. Την ίδια στιγμή, πάλι το κράτος οφείλει να ενημερώσει τους γονείς πόσο καταστροφικός μπορεί να αποβεί ο άκρατος φιλελευθερισμός για το μέλλον των παιδιών τους. Αναγκαία αλλά δύσκολη άσκηση, με την οποία η κυβέρνηση συστηματικά αποφεύγει να καταπιαστεί, παρά την -υποτιθέμενη- στρατηγική οπτική της.