Διαβήτης τύπου 2: Η αλλαγή που μπορεί να «γυρίσει πίσω» τη νόσο
Νέα μελέτη δείχνει ότι ένας συνδυασμός διατροφής και άσκησης μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικά ποσοστά υποστροφής
Ο διαβήτης τύπου 2 δεν είναι υποχρεωτικά μια ασθένεια που πρέπει να παραμένει για πάντα. Νέα διεθνής μελέτη δείχνει ότι μπορεί να υποστραφεί μέσα από ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα διατροφής και άσκησης, το οποίο περιλαμβάνει τόσο αεροβική γυμναστική όσο και ασκήσεις για δύναμη.
Ο διαβήτης τύπου 2 αποτελεί τη συχνότερη μορφή σακχαρώδους διαβήτη. Συνδέεται με την παχυσαρκία και τον ανθυγιεινό τρόπο ζωής και στο παρελθόν εμφανιζόταν κυρίως σε μεσήλικες και ηλικιωμένους.
Όλο και περισσότεροι νέοι εμφανίζουν διαβήτη τύπου 2
Πλέον, όμως, ο διαβήτης τύπου 2 προσβάλλει ολοένα και νεότερους ανθρώπους, ακόμη και ανηλίκους, εξαιτίας της ραγδαίας εξάπλωσης της παχυσαρκίας σε αυτές τις ηλικίες. Ταυτόχρονα, ολοένα περισσότερα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι είναι εφικτή η υποστροφή της νόσου μέσα από ένα κατάλληλο πρόγραμμα διατροφής. Στη νέα μελέτη εξετάστηκε αν ο συνδυασμός της δίαιτας με την άσκηση θα μπορούσε να προσφέρει ακόμη μεγαλύτερα οφέλη.
Τα νέα ευρήματα δημοσιεύθηκαν στην ιατρική επιθεώρηση The Lancet Regional Health Americas. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι ο διαβήτης τύπου 2 που διαγιγνώσκεται σε νεότερη ηλικία μειώνει περισσότερο το προσδόκιμο επιβίωσης σε σύγκριση με την όψιμη εμφάνιση της νόσου, καθώς μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπλοκές από πολύ νωρίς. Για να εξετάσουν κατά πόσο μπορεί να υποστραφεί, οι ερευνητές ενέταξαν στη μελέτη 96 εθελοντές από τρία ιατρικά κέντρα στη Βρετανία και τον Καναδά. Όλοι ήταν ηλικίας 45 ετών και κάτω, με τη μέση ηλικία να διαμορφώνεται στα 38 έτη. Ο μέσος δείκτης μάζας σώματος (ΔΜΣ) τους ήταν 35,2 kg/m², επίπεδο που αντιστοιχεί σε β’ βαθμού παχυσαρκία. Κανένας από τους συμμετέχοντες δεν λάμβανε ινσουλίνη για τη ρύθμιση του διαβήτη του, αλλά όλοι περιορίζονταν σε χάπια.
Τι έκαναν οι συμμετέχοντες
Οι ερευνητές χώρισαν τους 96 εθελοντές σε δύο ομάδες. Η πρώτη αποτελούνταν από 50 άτομα, τα οποία κλήθηκαν να ακολουθήσουν ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα διατροφής και άσκησης. Οι υπόλοιποι 46 ακολούθησαν την καθιερωμένη θεραπεία για τον διαβήτη τύπου 2. Το διατροφικό πρόγραμμα της πρώτης ομάδας παρείχε 800 έως 900 θερμίδες την ημέρα. Το 30% των θερμίδων προερχόταν από πρωτεΐνες, το 50% από υδατάνθρακες και το υπόλοιπο 20% από λιπαρά. Κατά τις δύο πρώτες εβδομάδες, οι συμμετέχοντες λάμβαναν τις ημερήσιες θερμίδες τους από συγκεκριμένα υποκατάστατα γευμάτων.
Από την 3η έως τη 12η εβδομάδα κατανάλωναν τα υποκατάστατα μαζί με ένα κανονικό γεύμα την ημέρα. Το συγκεκριμένο γεύμα περιείχε 60-90 γραμμάρια πρωτεΐνης, ένα φρούτο και μία σαλάτα με μη αμυλούχα λαχανικά. Από τη 13η έως την 24η εβδομάδα, οι συμμετέχοντες πέρασαν σε ένα διαιτολόγιο «συντήρησης». Όσον αφορά την άσκηση, οι εθελοντές της πρώτης ομάδας γυμνάζονταν δύο φορές την εβδομάδα υπό επίβλεψη. Για 12 εβδομάδες έκαναν αεροβική άσκηση και ασκήσεις δύναμης. Στη συνέχεια συνέχισαν να γυμνάζονται, επιλέγοντας όποια μορφή άσκησης προτιμούσαν.
Τα αποτελέσματα της μελέτης
Ο διαβήτης τύπου 2 παρουσίασε σημαντικά ποσοστά υποστροφής στους συμμετέχοντες που ακολούθησαν το συγκεκριμένο πρόγραμμα. Στον επανέλεγχο των 24 εβδομάδων, το 54% όσων ακολούθησαν τον συνδυασμό διατροφής και άσκησης είχε παρουσιάσει πλήρη υποστροφή της νόσου. Στην ομάδα που ακολούθησε την καθιερωμένη θεραπεία, αντίθετα, μόλις δύο συμμετέχοντες, δηλαδή το 4%, είχαν παρουσιάσει υποστροφή. Σημαντικό μέρος αυτής της διαφοράς εκτιμάται ότι οφειλόταν στην απώλεια βάρους. Οι συμμετέχοντες που ακολούθησαν το πρόγραμμα διατροφής και άσκησης έχασαν κατά μέσο όρο 9 κιλά, ενώ εκείνοι που ακολούθησαν την καθιερωμένη θεραπεία έχασαν μόλις 1 κιλό. Η διαφορά ήταν ακόμη πιο σημαντική όσον αφορά το σωματικό λίπος. Στην ομάδα της παρέμβασης είχε μειωθεί κατά 6,5 κιλά περισσότερο σε σχέση με την ομάδα της καθιερωμένης θεραπείας.
Τι σημαίνουν τα ευρήματα
«Τα ευρήματά μας υποδηλώνουν ότι ο πρώιμης έναρξης διαβήτης τύπου 2 μπορεί να υποστραφεί σε σημαντικό ποσοστό με τον συνδυασμό ολιγοθερμιδικής δίαιτας και συστηματικής γυμναστικής», δήλωσε η επικεφαλής ερευνήτρια Dr. Kaberi Dasgupta, καθηγήτρια Ενδοκρινολογίας στο Πανεπιστήμιο McGill στον Καναδά. Το σημαντικότερο, σύμφωνα με την ίδια, είναι ότι με αυτόν τον τρόπο προκαλείται απώλεια σωματικού λίπους και διατήρηση του μυϊκού ιστού. Παράλληλα, βελτιώνεται η μυϊκή ποιότητα και λειτουργικότητα, αλλά και η καρδιαγγειακή υγεία. Ως αποτέλεσμα, όπως συμπλήρωσε, μπορούν να υπάρξουν σημαντικές βελτιώσεις στις εκβάσεις των ασθενών.