Διαλειμματική νηστεία μετά τα 60 – Τι πρέπει να προσέχετε

Τι έδειξαν τα ευρήματα για την καρδιά, τον εγκέφαλο και την ψυχική υγεία

Διαλειμματική νηστεία μετά τα 60 – Τι πρέπει να προσέχετε
Unsplash

Η διαλειμματική νηστεία έχει γίνει ιδιαίτερα δημοφιλής τα τελευταία χρόνια, κυρίως λόγω της πιθανής συμβολής της στη διαχείριση του σωματικού βάρους και στη βελτίωση ορισμένων μεταβολικών δεικτών. Νέα μελέτη από ερευνητές του Karolinska Institutet στη Σουηδία έρχεται να προσθέσει ένα ακόμη κομμάτι στη συζήτηση.

Τι ακριβώς εξέτασαν οι ερευνητές

Στη μελέτη συμμετείχαν 2.981 ενήλικες από μια μακροχρόνια σουηδική έρευνα για τη γήρανση. Η μέση ηλικία των συμμετεχόντων στην αρχή της παρακολούθησης, μεταξύ 2001 και 2004, ήταν τα 74 έτη. Οι ερευνητές κατέγραψαν τις ώρες κατά τις οποίες οι συμμετέχοντες έτρωγαν γεύματα ή σνακ, καθώς και την κατανάλωση ροφημάτων, προκειμένου να υπολογίσουν το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα μέσα σε ένα 24ωρο κατά το οποίο δεν υπήρχε πρόσληψη τροφής.

Με βάση τα δεδομένα αυτά, οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε τέσσερις ομάδες. Στην ομάδα με τα μικρότερα διαστήματα χωρίς φαγητό, η αποχή κυμαινόταν περίπου από 6 έως 11,5 ώρες. Στην άλλη άκρη, όσοι ανήκαν στην ομάδα με τη μεγαλύτερη διάρκεια νηστείας παρέμεναν χωρίς τροφή για 14 έως 24 ώρες. Η κατάσταση της υγείας τους παρακολουθήθηκε για έως και 15 χρόνια. Οι ερευνητές εξέτασαν την εμφάνιση συνολικά 60 διαφορετικών χρόνιων παθήσεων, αξιοποιώντας στοιχεία από ιατρικούς ελέγχους, το ιστορικό υγείας, τη φαρμακευτική αγωγή και τα εθνικά μητρώα ασθενών.

Περισσότερες ώρες χωρίς φαγητό, ταχύτερη συσσώρευση παθήσεων

Η ανάλυση έδειξε ότι οι συμμετέχοντες που παρέμεναν χωρίς φαγητό για 14 έως 24 ώρες παρουσίαζαν ταχύτερη αύξηση του αριθμού των χρόνιων νοσημάτων σε σχέση με εκείνους που είχαν μικρότερα διαστήματα μεταξύ των γευμάτων. Η σχέση φάνηκε κυρίως σε παθήσεις του καρδιαγγειακού συστήματος, όπως η καρδιακή ανεπάρκεια και το εγκεφαλικό επεισόδιο. Παράλληλα, εντοπίστηκε συσχέτιση και με νευροψυχιατρικές παθήσεις, μεταξύ των οποίων η κατάθλιψη και η άνοια. Αντίθετα, οι ερευνητές δεν εντόπισαν αντίστοιχη σχέση με μυοσκελετικές παθήσεις, όπως η αρθρίτιδα και η οστεοπόρωση.

Γιατί η ηλικία μπορεί να αλλάζει την εικόνα

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της μελέτης ήταν ο ρόλος της ηλικίας. Η σχέση ανάμεσα στα μεγάλα διαστήματα νηστείας και την ταχύτερη συσσώρευση χρόνιων παθήσεων ήταν ισχυρότερη στους συμμετέχοντες ηλικίας 78 ετών και άνω. Αυτό μπορεί να έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι ανάγκες του οργανισμού μεταβάλλονται με την ηλικία. Κατά τη διάρκεια μιας περιόδου νηστείας, ο οργανισμός μετατοπίζεται σταδιακά από τη χρήση της διαθέσιμης γλυκόζης στην αξιοποίηση αποθηκευμένης ενέργειας, μεταξύ άλλων και από το λίπος. Σε νεότερους ανθρώπους, ορισμένες μορφές χρονικά περιορισμένης διατροφής έχουν συνδεθεί με απώλεια βάρους και βελτίωση ορισμένων μεταβολικών παραμέτρων. Στους ηλικιωμένους, όμως, η διατροφική επάρκεια αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.

Το κρίσιμο ζήτημα της πρωτεΐνης

Ένας από τους βασικούς προβληματισμούς που προκύπτουν αφορά την επαρκή πρόσληψη πρωτεΐνης. Με την ηλικία, η ικανότητα του οργανισμού να αξιοποιεί αποτελεσματικά την πρωτεΐνη για τη διατήρηση και την αποκατάσταση των μυών μειώνεται. Για τον λόγο αυτό, η τακτική πρόσληψη επαρκούς ποσότητας πρωτεΐνης μέσα στην ημέρα θεωρείται σημαντική για τη διατήρηση της μυϊκής μάζας.

Όταν κάποιος περιορίζει σημαντικά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο τρώει, μπορεί να δυσκολεύεται να καλύψει τις ανάγκες του σε πρωτεΐνη και άλλα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά. Η απώλεια μυϊκής μάζας δεν αποτελεί απλώς αισθητικό ή λειτουργικό ζήτημα. Στους μεγαλύτερους ανθρώπους συνδέεται με μειωμένη σωματική αντοχή, μεγαλύτερη ευπάθεια και δυσκολότερη διατήρηση της ανεξαρτησίας στην καθημερινότητα.

Μπορεί να μειωθεί η πρόσληψη σημαντικών θρεπτικών συστατικών

Ένας ακόμη παράγοντας που χρειάζεται προσοχή είναι η συνολική διατροφική επάρκεια. Καθώς μεγαλώνουμε, η απορρόφηση και η αξιοποίηση ορισμένων θρεπτικών συστατικών μπορεί να επηρεάζεται. Βιταμίνη Β12, φυλλικό οξύ, ασβέστιο και σίδηρος είναι μεταξύ των συστατικών που αποκτούν ιδιαίτερη σημασία στην τρίτη ηλικία. Αν ένα άτομο περιορίζει σημαντικά τις ώρες κατά τις οποίες καταναλώνει τροφή, ενδέχεται να έχει λιγότερες ευκαιρίες μέσα στην ημέρα για να καλύψει τις ανάγκες του σε θερμίδες, πρωτεΐνη, βιταμίνες και μέταλλα. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για ανθρώπους που ήδη έχουν μικρή όρεξη ή καταναλώνουν μικρές ποσότητες φαγητού.

Τι γίνεται με τα φάρμακα;

Η διαλειμματική νηστεία χρειάζεται επίσης προσοχή στους ανθρώπους που λαμβάνουν φαρμακευτική αγωγή. Πολλά άτομα μεγαλύτερης ηλικίας λαμβάνουν περισσότερα από ένα φάρμακα καθημερινά. Ορισμένα από αυτά πρέπει να λαμβάνονται μαζί με τροφή, ενώ άλλα μπορεί να επηρεάζουν τα επίπεδα γλυκόζης ή να προκαλούν περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες όταν λαμβάνονται με άδειο στομάχι. Επομένως, η αλλαγή του ωραρίου των γευμάτων δεν είναι πάντα μια απλή διατροφική απόφαση. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χρειάζεται προσαρμογή και του τρόπου με τον οποίο λαμβάνονται τα φάρμακα.

Η μελέτη δεν αποδεικνύει ότι η νηστεία προκαλεί ασθένειες

Παρά τα ενδιαφέροντα ευρήματα, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα πως τα μεγάλα διαστήματα χωρίς φαγητό προκαλούν καρδιαγγειακά νοσήματα, άνοια ή κατάθλιψη. Ο λόγος είναι ότι πρόκειται για παρατηρητική μελέτη. Οι ερευνητές εντόπισαν μια συσχέτιση, όχι μια σχέση αιτίας και αποτελέσματος.

Υπάρχει, μάλιστα, και η αντίστροφη πιθανότητα: άνθρωποι που είχαν ήδη επιβαρυμένη υγεία μπορεί να έτρωγαν λιγότερο ή σε λιγότερα χρονικά διαστήματα εξαιτίας μειωμένης όρεξης, προβλημάτων υγείας ή δυσκολιών στην καθημερινή ζωή. Επιπλέον, οι άνθρωποι που είχαν τα μεγαλύτερα διαστήματα χωρίς φαγητό ήταν κατά μέσο όρο μεγαλύτεροι, κατανάλωναν λιγότερες θερμίδες και πρωτεΐνη, ασκούνταν λιγότερο και είχαν ήδη περισσότερα προβλήματα υγείας στην αρχή της μελέτης. Οι ερευνητές προσπάθησαν να συνυπολογίσουν αρκετούς από αυτούς τους παράγοντες, αλλά δεν μπορεί να αποκλειστεί πλήρως η επίδρασή τους.

Δεν υπάρχει μία διάρκεια νηστείας που να ταιριάζει σε όλους

Το σημαντικότερο μήνυμα δεν είναι ότι η διαλειμματική νηστεία πρέπει να εγκαταλειφθεί από όλους τους ανθρώπους άνω των 60 ετών. Αντίθετα, η μελέτη υπογραμμίζει την ανάγκη για εξατομίκευση. Η ηλικία, το σωματικό βάρος, η μυϊκή μάζα, η συνολική διατροφή, η φαρμακευτική αγωγή και η ύπαρξη χρόνιων παθήσεων είναι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πριν κάποιος επιλέξει ένα αυστηρό πρόγραμμα χρονικά περιορισμένης διατροφής. Για έναν ηλικιωμένο άνθρωπο, η διατήρηση της μυϊκής μάζας, η επαρκής πρόσληψη πρωτεΐνης και θερμίδων και η κάλυψη των αναγκών σε βιταμίνες και μέταλλα μπορεί να είναι εξίσου σημαντικές με τον έλεγχο του βάρους ή του σακχάρου.

Γι’ αυτό και ένα πρόγραμμα νηστείας που μπορεί να λειτουργεί καλά σε έναν νεότερο ενήλικα δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται αυτόματα σε έναν άνθρωπο μεγαλύτερης ηλικίας. Ιδιαίτερα μετά τα 70 ή 75 έτη, και ακόμη περισσότερο όταν υπάρχουν χρόνια νοσήματα ή λαμβάνονται πολλά φάρμακα, οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή στο διατροφικό πρόγραμμα είναι προτιμότερο να γίνεται σε συνεννόηση με γιατρό ή διαιτολόγο. Η διαλειμματική νηστεία δεν είναι απαραίτητα «καλή» ή «κακή» για όλους. Όπως δείχνουν τα νέα δεδομένα, η ηλικία και η συνολική κατάσταση της υγείας μπορούν να αλλάξουν σημαντικά τη σχέση ανάμεσα στα πιθανά οφέλη και τους πιθανούς κινδύνους.