Η νέα ελληνική στρατηγική ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο

Πώς η «Ασπίδα του Αχιλλέα» και τα νέα εξοπλιστικά προγράμματα διαμορφώνουν ένα διαφορετικό αμυντικό δόγμα με ευρύτερες γεωπολιτικές προεκτάσεις

Η νέα ελληνική στρατηγική ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI

Οι αποφάσεις του πρόσφατου ΚΥΣΕΑ για την έγκριση έντεκα μεγάλων εξοπλιστικών προγραμμάτων συνιστούν μία από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις στον σχεδιασμό των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Το ενδιαφέρον τους δεν περιορίζεται στο ύψος της επένδυσης ούτε στον αριθμό των νέων συστημάτων που πρόκειται να αποκτηθούν. Η ουσία βρίσκεται στη φιλοσοφία που υπηρετούν, καθώς για πρώτη φορά η Ελλάδα επιχειρεί να οικοδομήσει ένα ολοκληρωμένο δίκτυο αεράμυνας, επιτήρησης, ηλεκτρονικού πολέμου και διοίκησης, το οποίο θα μπορεί να λειτουργεί ως ενιαίος οργανισμός σε ολόκληρο το εύρος του εθνικού χώρου και των περιοχών όπου αναπτύσσονται τα στρατηγικά της συμφέροντα.

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα», η οποία αποτελεί τον πυρήνα του νέου σχεδιασμού, παρουσιάζεται συχνά ως ένα εξελιγμένο anti drone σύστημα. Η πραγματικότητα αποδεικνύεται πολύ ευρύτερη. Πρόκειται για μία αρχιτεκτονική πολλαπλών επιπέδων, η οποία επιδιώκει να συνδέσει αισθητήρες, ραντάρ, μη επανδρωμένα αεροσκάφη, δορυφόρους, μονάδες ηλεκτρονικού πολέμου, αεροσκάφη και ναυτικές δυνάμεις σε ένα κοινό περιβάλλον επιχειρησιακής εικόνας. Η επιλογή αυτή αποτυπώνει την επίδραση που άσκησαν στις σύγχρονες στρατιωτικές αντιλήψεις οι πόλεμοι στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή, όπου η πληροφορία απέκτησε αξία αντίστοιχη με εκείνη των ίδιων των οπλικών συστημάτων.

Από τις μεμονωμένες πλατφόρμες στα δικτυοκεντρικά συστήματα

Για πολλές δεκαετίες οι εξοπλισμοί αξιολογούνταν κυρίως μέσα από τον αριθμό των αεροσκαφών, των αρμάτων μάχης ή των πολεμικών πλοίων που αποκτούσε κάθε χώρα. Η τεχνολογική πρόοδος μετατόπισε σταδιακά αυτή τη λογική προς ένα διαφορετικό μοντέλο, στο οποίο η αποτελεσματικότητα εξαρτάται από την ικανότητα όλων των διαθέσιμων μέσων να ανταλλάσσουν πληροφορίες σε πραγματικό χρόνο.

Η Ελλάδα έχει ήδη πραγματοποιήσει σημαντικές επενδύσεις με τα Rafale, τα F16 Viper, τις φρεγάτες Belharra και τον εκσυγχρονισμό σημαντικών τμημάτων του οπλοστασίου της. Το νέο πακέτο εξοπλισμών λειτουργεί ως ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε όλα αυτά τα μέσα, ώστε να μπορούν να αξιοποιούν την ίδια εικόνα επιχειρήσεων και να λαμβάνουν ταχύτερες αποφάσεις.

Η αξία αυτής της προσέγγισης αυξάνεται ακόμη περισσότερο, καθώς το πεδίο μάχης χαρακτηρίζεται πλέον από τεράστιο όγκο πληροφοριών. Δεκάδες ή ακόμη και εκατοντάδες drones μπορούν να επιχειρούν ταυτόχρονα μαζί με πυραύλους cruise, βαλλιστικές απειλές, δορυφορικά δεδομένα και παρεμβολές ηλεκτρονικού πολέμου. Η δυνατότητα αξιολόγησης όλων αυτών των πληροφοριών μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την επιβίωση κάθε αμυντικού συστήματος.

Η ενσωμάτωση εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης αποκτά έτσι ιδιαίτερη σημασία, αφού μπορεί να συμβάλει στην ιεράρχηση των απειλών, στην επιλογή του κατάλληλου μέσου αναχαίτισης και στη βελτίωση της συνολικής επιχειρησιακής εικόνας, διατηρώντας πάντοτε τον άνθρωπο στο τελικό στάδιο λήψης των κρίσιμων αποφάσεων.

Η γεωπολιτική διάσταση μιας νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας

Οι αποφάσεις του ΚΥΣΕΑ αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν εξεταστούν υπό το πρίσμα της γεωγραφίας της Ελλάδας. Το Αιγαίο εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό χώρο ενδιαφέροντος, όμως οι εξελίξεις της τελευταίας δεκαπενταετίας έχουν επεκτείνει το εύρος των ελληνικών στρατηγικών συμφερόντων μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο.

Η ενεργειακή συνεργασία με την Κύπρο, το Ισραήλ και την Αίγυπτο, οι θαλάσσιες μεταφορές, οι υποδομές φυσικού αερίου, οι εξελίξεις στη Λιβύη και οι συνεχείς ανακατατάξεις στη Μέση Ανατολή δημιουργούν ένα πολύ ευρύτερο περιβάλλον ασφαλείας. Η προστασία αυτών των συμφερόντων προϋποθέτει δυνατότητα συνεχούς επιτήρησης και αποτελεσματικής διαχείρισης κρίσεων σε μεγάλες αποστάσεις.

Η συνεργασία με το Ισραήλ αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Η ισραηλινή εμπειρία από τη χρήση πολυεπίπεδων συστημάτων αεράμυνας και από την καθημερινή αντιμετώπιση πυραυλικών και μη επανδρωμένων απειλών αποτελεί μία από τις πιο πολύτιμες δεξαμενές τεχνογνωσίας διεθνώς. Η ελληνική πλευρά επιδιώκει να αξιοποιήσει αυτή τη γνώση προσαρμόζοντάς την στις ιδιαιτερότητες του Αιγαίου, όπου η πολυνησία, οι μικρές αποστάσεις και η έντονη γεωμορφολογία δημιουργούν ένα εντελώς διαφορετικό επιχειρησιακό περιβάλλον.

Παράλληλα, η εμβάθυνση της αμυντικής συνεργασίας με το Ισραήλ ενισχύει τον στρατηγικό άξονα Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, ο οποίος τα τελευταία χρόνια αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία για τη σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου και εντάσσεται στις ευρύτερες επιδιώξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών για την ασφάλεια της περιοχής.

Η ελληνική αποτροπή αποκτά μεγαλύτερο επιχειρησιακό βάθος

Η αποτροπή παραμένει ο θεμέλιος λίθος της ελληνικής αμυντικής στρατηγικής. Το περιεχόμενό της, ωστόσο, εξελίσσεται καθώς μεταβάλλονται οι τεχνολογικές δυνατότητες και οι μορφές των σύγχρονων συγκρούσεων.

Η ύπαρξη ενός ολοκληρωμένου συστήματος επιτήρησης και αεράμυνας επιτρέπει την ταχύτερη αναγνώριση κάθε απειλής και ενισχύει την αξιοπιστία της ελληνικής αντίδρασης. Ένας πιθανός αντίπαλος καλείται πλέον να συνεκτιμήσει ότι κάθε επιθετική ενέργεια μπορεί να εντοπιστεί πολύ νωρίτερα, να αξιολογηθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια και να αντιμετωπιστεί μέσα από διαφορετικά επίπεδα άμυνας.

Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει και την ισορροπία στο Αιγαίο, όπου η Τουρκία έχει επενδύσει σημαντικά στην ανάπτυξη μη επανδρωμένων αεροσκαφών και στην παραγωγή πυραυλικών συστημάτων. Η ελληνική απάντηση εστιάζει στην αύξηση της ανθεκτικότητας απέναντι σε αυτές τις δυνατότητες, γεγονός που μεταβάλλει τον τρόπο με τον οποίο αξιολογούνται τα επιχειρησιακά δεδομένα και από τις δύο πλευρές.

Παράλληλα, η ενίσχυση των δυνατοτήτων επιτήρησης επιτρέπει στις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις να διατηρούν πληρέστερη εικόνα της κατάστασης τόσο στο Αιγαίο όσο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Η έγκαιρη προειδοποίηση αποκτά έτσι ιδιαίτερη σημασία, καθώς προσφέρει περισσότερο χρόνο για πολιτικές και στρατιωτικές αποφάσεις σε περιόδους έντασης.

Η στρατιωτική ισχύς ως εργαλείο περιφερειακής παρουσίας

Η ενίσχυση των ελληνικών δυνατοτήτων δημιουργεί προϋποθέσεις για ευρύτερη παρουσία της χώρας στην περιοχή. Η εξέλιξη αυτή δεν μεταβάλλει τον αμυντικό χαρακτήρα της ελληνικής στρατηγικής, προσφέρει όμως μεγαλύτερη ευχέρεια συμμετοχής σε αποστολές που σχετίζονται με τη συλλογική ασφάλεια.

Η Ελλάδα μπορεί να αναλάβει ενεργότερο ρόλο στην προστασία θαλάσσιων οδών, στην επιτήρηση ενεργειακών υποδομών, σε επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης, στην εκκένωση πολιτών από περιοχές κρίσης και στη συμμετοχή σε αποστολές της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του ΝΑΤΟ. Οι δυνατότητες αυτές ενισχύουν τη διεθνή εικόνα της χώρας ως παράγοντα σταθερότητας και διευρύνουν τα περιθώρια άσκησης εξωτερικής πολιτικής.

Η στρατιωτική ισχύς λειτουργεί, επομένως, ως πολλαπλασιαστής της διπλωματικής επιρροής. Όταν συνοδεύεται από συνεκτική στρατηγική, ισχυρές διεθνείς συνεργασίες και αξιόπιστη οικονομική βάση, μπορεί να ενισχύσει τη θέση μιας χώρας στις περιφερειακές ισορροπίες και να αυξήσει το ειδικό της βάρος στις διεθνείς διαβουλεύσεις.

Οι προκλήσεις της επόμενης ημέρας

Η επιτυχία του νέου εξοπλιστικού σχεδιασμού θα εξαρτηθεί από παράγοντες που εκτείνονται πολύ πέρα από την προμήθεια νέων οπλικών συστημάτων. Η διαλειτουργικότητα όλων των μέσων, η συνεχής εκπαίδευση του προσωπικού, η αναβάθμιση του λογισμικού, η κυβερνοασφάλεια και η διατήρηση υψηλού επιπέδου τεχνικής υποστήριξης θα αποτελέσουν κρίσιμες προϋποθέσεις για τη λειτουργία της νέας αρχιτεκτονικής.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά επίσης η συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας. Η μεταφορά τεχνογνωσίας, η ανάπτυξη εγχώριων δυνατοτήτων παραγωγής και η ενίσχυση της έρευνας μπορούν να περιορίσουν την εξάρτηση από ξένους προμηθευτές και να δημιουργήσουν ένα σταθερό οικοσύστημα καινοτομίας γύρω από την άμυνα και τις τεχνολογίες διπλής χρήσης.

Η τεχνητή νοημοσύνη, τα αυτόνομα συστήματα, οι μικροδορυφόροι και οι δυνατότητες ηλεκτρονικού πολέμου θα μεταβάλλουν διαρκώς το επιχειρησιακό περιβάλλον κατά τις επόμενες δεκαετίες. Η προσαρμογή σε αυτές τις εξελίξεις απαιτεί συνεχή επένδυση στην ανθρώπινη γνώση και στην τεχνολογική αναβάθμιση, ώστε οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις να διατηρούν υψηλό επίπεδο επιχειρησιακής ετοιμότητας.

Οι αποφάσεις του πρόσφατου ΚΥΣΕΑ σηματοδοτούν, τελικά, μια ευρύτερη στρατηγική επιλογή. Η Ελλάδα επιδιώκει να οικοδομήσει ένα σύστημα άμυνας που θα αξιοποιεί την τεχνολογία ως πολλαπλασιαστή ισχύος, θα ενισχύει την αποτρεπτική της αξιοπιστία και θα υποστηρίζει την παρουσία της σε μια περιοχή όπου οι γεωπολιτικές ισορροπίες μεταβάλλονται με ταχύτητα. Η επιτυχία αυτής της επιλογής θα κριθεί από την ικανότητα της χώρας να συνδυάσει τη στρατιωτική ισχύ με τη διπλωματική πρωτοβουλία, την οικονομική ανθεκτικότητα και τη διαρκή τεχνολογική εξέλιξη, ώστε να διαμορφώσει ένα συνεκτικό πρότυπο εθνικής ασφάλειας προσαρμοσμένο στις απαιτήσεις του 21ου αιώνα.