«Τροφή για Δράση»: Το πρόγραμμα του ΔΙΠΑΕ στην πρώτη γραμμή για την αντιμετώπιση της παιδικής παχυσαρκίας
Με επιτυχία ολοκληρώθηκαν οι δράσεις του ΔΙ.ΠΑ.Ε. σχετικά με την παιδική παχυσαρκία.
Ένα στα τέσσερα παιδιά στην Ευρώπη είναι υπέρβαρο ή παχύσαρκο, ένα στοιχείο που από μόνο του αρκεί για να σημάνει συναγερμό. Η Ελλάδα, καταγράφεται σταθερά στις πρώτες θέσεις της ευρωπαϊκής κατάταξης, καταλαμβάνοντας τη 2η θέση στην παχυσαρκία και την 3η στην υπερβαρότητα.
Πρόκειται για μια πραγματικότητα που δεν περιορίζεται σε αριθμούς, αλλά αποτυπώνει μια βαθύτερη κοινωνική και υγειονομική πρόκληση, η οποία επηρεάζει την καθημερινότητα χιλιάδων οικογενειών και θέτει σοβαρά ερωτήματα για τις συνήθειες, το περιβάλλον και τις επιλογές των παιδιών από πολύ μικρή ηλικία.
Τα δεδομένα αυτά δεν είναι καινούρια. Ήδη από το 2010, το Διεθνές Πανεπιστήμιο της Ελλάδος (ΔΙΠΑΕ) συμμετέχει στο πρόγραμμα Childhood Obesity Surveillance Initiative (COSI) του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, το οποίο παρακολουθεί συστηματικά την εξέλιξη της παιδικής παχυσαρκίας στην Ευρώπη. Μέσα από αυτή τη μακροχρόνια καταγραφή, προκύπτει ότι οι χώρες του ευρωπαϊκού Νότου εμφανίζουν σταθερά υψηλότερα ποσοστά, με την Ελλάδα να βρίσκεται διαχρονικά στις πρώτες θέσεις.
Το ποσοστό των υπέρβαρων και παχύσαρκων παιδιών στην Ελλάδα κυμαίνεται μεταξύ 30% και 42%, με το 15-20% να αφορά παιδιά που ήδη βρίσκονται σε κατάσταση παχυσαρκίας. Αξιοσημείωτο είναι ότι τα ποσοστά αυτά εμφανίζονται ισομερώς μεταξύ αγοριών και κοριτσιών στις μικρότερες ηλικίες, ωστόσο διαφοροποιούνται κατά την εφηβεία, όπου παρατηρείται σχετική μείωση στα κορίτσια. Την ίδια στιγμή, σχεδόν το 18% των γονέων ή φροντιστών φαίνεται να υποεκτιμά τη διατροφική κατάσταση των παιδιών του, γεγονός που καθυστερεί την αναγνώριση του προβλήματος και, κατ’ επέκταση, την έγκαιρη παρέμβαση.
Υψηλότερα ποσοστά σε ευάλωτα κοινωνικοοικονομικά στρώματα
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στη γεωγραφική αλλά και κοινωνικοοικονομική διάσταση του φαινομένου. Όπως εξήγησε η καθηγήτρια του Τμήματος Επιστημών Διατροφής και Διαιτολογίας του ΔΙΠΑΕ, κ. Μαρία Χασαπίδου, οι χώρες του ευρωπαϊκού Νότου εμφανίζουν σταθερά υψηλότερα ποσοστά παιδικής παχυσαρκίας σε σύγκριση με τις χώρες της Βόρειας Ευρώπης, με τις σκανδιναβικές χώρες να καταγράφουν τα χαμηλότερα επίπεδα. Η ίδια συμμετέχει ενεργά στο πρόγραμμα Childhood Obesity Surveillance Initiative (COSI) του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, το οποίο λειτουργεί από το 2010 και αναμένεται να επανεκκινήσει το επόμενο διάστημα, παρακολουθώντας συστηματικά την κατάσταση σε παιδιά δευτέρας και τετάρτης δημοτικού σε όλη την Ευρώπη.
«Το Τμήμα Επιστημών Διατροφής και Διαιτολογίας του ΔΙΠΑΕ συμμετέχει ενεργά στο πρόγραμμα, το οποίο αφορά την παρακολούθηση της παιδικής παχυσαρκίας στην Ευρώπη, αξιοποιώντας κοινά εργαλεία και μεθοδολογία», ανέφερε η κ. Χασαπίδου, υπογραμμίζοντας τη σημασία της διαχρονικής καταγραφής του φαινομένου.
Παράλληλα, όπως προκύπτει από σχετικές μελέτες, περιοχές με χαμηλότερο κοινωνικοοικονομικό επίπεδο εμφανίζουν σημαντικά υψηλότερα ποσοστά παιδικής παχυσαρκίας. Πρόκειται, όπως σημείωσε, για ένα φαινόμενο που παρατηρείται όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες και τις Ηνωμένες Πολιτείες, αναδεικνύοντας τη στενή σύνδεση της υγείας με τις κοινωνικές ανισότητες. «Μιλάμε για ευάλωτα νοικοκυριά, γι’ αυτό και το επόμενο διάστημα σχεδιάζονται στοχευμένες παρεμβάσεις προς αυτές τις ομάδες», εξήγησε.
Η παιδική παχυσαρκία, ωστόσο, δεν περιορίζεται μόνο στη σωματική υγεία. Οι επιπτώσεις της εκτείνονται και στην ψυχική ευεξία των παιδιών, καθώς συνδέεται με αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης και αρτηριακής πίεσης ήδη από την εφηβεία, αλλά και με φαινόμενα κοινωνικού αποκλεισμού και bullying, που επιβαρύνουν σημαντικά την καθημερινότητα των παιδιών.
Το πρόγραμμα «Τροφή για Δράση» και ο ρόλος του ΔΙΠΑΕ
Το Διεθνές Πανεπιστήμιο της Ελλάδος (ΔΙΠΑΕ) αποτελεί ένα από τα 13 ΑΕΙ της χώρας που συμμετέχουν στο Εθνικό Πρόγραμμα «Τροφή για Δράση», μια συντονισμένη προσπάθεια για την αντιμετώπιση της παιδικής παχυσαρκίας σε εθνικό επίπεδο. Στο πλαίσιο αυτό, το πρόγραμμα υλοποιήθηκε από ομάδα επιστημόνων με υπεύθυνη την καθηγήτρια Διατροφής και Διαιτολογίας Μαρία Χασαπίδου, καλύπτοντας περιοχές της Ανατολικής Θεσσαλονίκης, της Χαλκιδικής, της Πέλλας, των Γρεβενών, της Κοζάνης και του Κιλκίς. Η υλοποίηση πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Κοινωνικής και Προληπτικής Ιατρικής (ΙΚΠΙ) και τη UNICEF, στο πλαίσιο του Εθνικού Δικτύου Συνεργαζόμενων Φορέων της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Υγείας, το οποίο συγκροτήθηκε στο πλαίσιο της Εθνικής Δράσης κατά της παιδικής παχυσαρκίας. Η δράση αυτή εντάσσεται στο Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας «Ελλάδα 2.0» και χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω του προγράμματος NextGenerationEU.
Κεντρικός στόχος του προγράμματος ήταν η διάδοση και η πρακτική εφαρμογή των εργαλειοθηκών «Τροφή για Δράση», οι οποίες εστιάζουν στην ενίσχυση τεσσάρων βασικών συμπεριφορών: την υιοθέτηση ισορροπημένης διατροφής μέσα από την καθιέρωση πρωινού και υγιεινών ενδιάμεσων γευμάτων, την επαρκή ενυδάτωση με έμφαση στην κατανάλωση νερού, την αύξηση της σωματικής δραστηριότητας και τη μείωση του χρόνου καθιστικής ζωής, ιδιαίτερα μπροστά σε οθόνες. Οι παρεμβάσεις υλοποιήθηκαν μέσα από ένα ευρύ φάσμα δράσεων με έντονο βιωματικό χαρακτήρα, από διατροφολόγους, ειδικούς φυσικής αγωγής και εθελοντές φοιτητές, επιδιώκοντας όχι μόνο την ενημέρωση αλλά και την ουσιαστική αλλαγή καθημερινών συνηθειών.

Από τη θεωρία στην πράξη: δράσεις με αποτύπωμα
Το πρόγραμμα εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της Εθνικής Δράσης κατά της παιδικής παχυσαρκίας, η οποία υλοποιείται από το Υπουργείο Υγείας σε συνεργασία με τη UNICEF, στο πλαίσιο του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας «Ελλάδα 2.0», με χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω του NextGenerationEU. Μέσα από τις δράσεις του «Τροφή για Δράση», επιχειρείται μια συστηματική παρέμβαση που μεταφράζει την επιστημονική γνώση σε καθημερινές πρακτικές, δίνοντας έμφαση σε βασικές συνήθειες που μπορούν να διαμορφώσουν ένα πιο υγιές πρότυπο ζωής για τα παιδιά.
Στο πεδίο, οι παρεμβάσεις είχαν έντονο αποτύπωμα: πραγματοποιήθηκαν σεμινάρια ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης για περισσότερους από 1.000 εκπαιδευτικούς, γονείς και φροντιστές, δύο φεστιβάλ υγείας και άσκησης, καθώς και ένας διαγενεακός μαραθώνιος με τη συμμετοχή 460 μαθητών και 150 ενηλίκων. Παράλληλα, δημιουργήθηκαν και εξοπλίστηκαν δύο σχολεία-κόμβοι σε Θεσσαλονίκη και Κιλκίς, όπου υλοποιήθηκαν δράσεις που αφορούσαν περίπου 500 μαθητές και την ευρύτερη κοινότητα, ενώ οργανώθηκαν βιωματικά προγράμματα θερινής κατασκήνωσης και πραγματοποιήθηκε χαρτογράφηση δημόσιων χώρων άθλησης και πρασίνου. Στο σύνολό τους, οι δράσεις αυτές συνοδεύτηκαν από τη συλλογή και καταγραφή καλών πρακτικών, δημιουργώντας ένα χρήσιμο εργαλείο για μελλοντικές παρεμβάσεις.
Οι δράσεις στην Κεντρική Μακεδονία
Στην Κεντρική Μακεδονία, το πρόγραμμα «Τροφή για Δράση» υλοποιήθηκε από το ΔΙΠΑΕ σε συνεργασία με το ΑΠΘ, καλύπτοντας περιοχές της Ανατολικής Θεσσαλονίκης, της Χαλκιδικής, της Πέλλας, των Γρεβενών, της Κοζάνης και του Κιλκίς. Οι δράσεις πραγματοποιήθηκαν σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Κοινωνικής και Προληπτικής Ιατρικής (ΙΚΠΙ) και τη UNICEF, στο πλαίσιο του Εθνικού Δικτύου Συνεργαζόμενων Φορέων της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Υγείας.
Στο πεδίο, οι παρεμβάσεις είχαν έντονο βιωματικό χαρακτήρα και υλοποιήθηκαν από διατροφολόγους, ειδικούς φυσικής αγωγής και εθελοντές φοιτητές. Μεταξύ άλλων, πραγματοποιήθηκαν σεμινάρια ενημέρωσης για περισσότερους από 1.000 εκπαιδευτικούς, γονείς και φροντιστές, δύο φεστιβάλ υγείας και άσκησης και ένας διαγενεακός μαραθώνιος με τη συμμετοχή 460 μαθητών και 150 ενηλίκων. Παράλληλα, δημιουργήθηκαν και εξοπλίστηκαν δύο σχολεία-κόμβοι σε Θεσσαλονίκη και Κιλκίς, όπου υλοποιήθηκαν δράσεις που αφορούσαν περίπου 500 μαθητές και την ευρύτερη κοινότητα, ενώ οργανώθηκαν βιωματικά προγράμματα θερινής κατασκήνωσης και χαρτογραφήθηκαν δημόσιοι χώροι άθλησης και πρασίνου. Το σύνολο των παρεμβάσεων συνοδεύτηκε από τη συλλογή και καταγραφή καλών πρακτικών, δημιουργώντας μια σημαντική βάση για μελλοντικές δράσεις.
«Η ολοκλήρωση του προγράμματος σηματοδοτείται με μεγάλη επιτυχία, έχοντας ευαισθητοποιήσει μαθητές, εκπαιδευτικούς και την ευρύτερη κοινότητα. Η συνεργασία όλων των φορέων θέτει τα θεμέλια για επόμενες παρεμβάσεις με κοινό στόχο ένα πιο υγιές μέλλον για τα παιδιά», ανέφεραν οι εκπρόσωποι της επιστημονικής ομάδας του ΔΙΠΑΕ.