Μαθαίνοντας το παιδί να μοιράζεται: Μια δεξιότητα που χτίζεται με τον χρόνο
Γιατί η υπομονή και το παράδειγμα είναι πιο αποτελεσματικά από την πίεση στην προσχολική ηλικία
Η ικανότητα του μοιράσματος αποτελεί μία από τις βασικές κοινωνικές δεξιότητες που αναπτύσσουν τα παιδιά, ωστόσο δεν εμφανίζεται αυθόρμητα από τα πρώτα χρόνια της ζωής.
Παρότι οι άνθρωποι λειτουργούν ως κοινωνικά όντα, τα μικρά παιδιά –και ιδιαίτερα τα νήπια– διανύουν μια έντονα εγωκεντρική φάση ανάπτυξης, κατά την οποία αντιλαμβάνονται τον κόσμο κυρίως μέσα από τις δικές τους ανάγκες και επιθυμίες.
Σε αυτό το στάδιο, η άρνηση να μοιραστούν παιχνίδια ή αντικείμενα δεν αποτελεί ένδειξη κακής συμπεριφοράς, αλλά αναμενόμενο μέρος της εξέλιξής τους. Η κατανόηση του τι σημαίνει να δίνεις, να περιμένεις τη σειρά σου και να λαμβάνεις υπόψη τον άλλον απαιτεί χρόνο, εμπειρίες και σταδιακή ωρίμανση.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι πριν από την ηλικία των δύο ετών, τα παιδιά δύσκολα μπορούν να αντιληφθούν ουσιαστικά την έννοια του μοιράσματος. Καθώς πλησιάζουν τα τρία, αρχίζουν να κάνουν τα πρώτα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι η συμπεριφορά τους θα είναι σταθερή. Η εκμάθηση περνά μέσα από την επανάληψη και κυρίως από την παρατήρηση των ενηλίκων.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο ρόλος των γονέων είναι καθοριστικός. Η ενθάρρυνση και η αναγνώριση ακόμη και μικρών προσπαθειών –όπως όταν ένα παιδί δείχνει ένα παιχνίδι χωρίς να το δίνει– συμβάλλουν στη θετική ενίσχυση της συμπεριφοράς. Παράλληλα, δραστηριότητες που βασίζονται στην εναλλαγή σειράς, όπως απλά παιχνίδια συνεργασίας, βοηθούν τα παιδιά να εξοικειωθούν με την έννοια της αναμονής και της συνύπαρξης.
Αντίθετα, η επιβολή ή η τιμωρία όταν ένα παιδί δεν μοιράζεται μπορεί να οδηγήσει σε σύγχυση και αρνητικούς συνειρμούς. Όταν η συμπεριφορά συνδέεται με φόβο ή πίεση, το παιδί ενδέχεται να συμμορφώνεται επιφανειακά, χωρίς να κατανοεί την ουσία της πράξης. Η ουσιαστική μάθηση προκύπτει όταν το παιδί επιλέγει να μοιραστεί, όχι όταν εξαναγκάζεται.
Παράλληλα, είναι σημαντικό να αναγνωρίζεται ότι το μοίρασμα δεν είναι απόλυτη υποχρέωση σε κάθε περίπτωση. Όπως και οι ενήλικες διατηρούν προσωπικά αντικείμενα που δεν επιθυμούν να μοιραστούν, έτσι και τα παιδιά δικαιούνται να έχουν ορισμένα αγαπημένα παιχνίδια ή αντικείμενα που θεωρούν αποκλειστικά δικά τους. Η διάκριση αυτή βοηθά στη διαμόρφωση υγιών ορίων και ενισχύει το αίσθημα ασφάλειας.
Σε περιπτώσεις έντασης, όπως όταν δύο παιδιά διεκδικούν το ίδιο παιχνίδι, η προσωρινή απομάκρυνσή του μπορεί να λειτουργήσει ως ουδέτερη λύση, αποφεύγοντας την κλιμάκωση της σύγκρουσης. Με αυτόν τον τρόπο, το μήνυμα που περνά δεν αφορά την τιμωρία, αλλά τη διαχείριση μιας δύσκολης κατάστασης.
Η διαδικασία εκμάθησης του μοιράσματος είναι σταδιακή και διαμορφώνεται μέσα από καθημερινές εμπειρίες. Με συνέπεια, υπομονή και θετικό παράδειγμα, τα παιδιά οδηγούνται σταδιακά στην κατανόηση μιας δεξιότητας που θα τα συνοδεύει σε όλη τους τη ζωή.