Τι είναι η «οικονομία του καφέ» και γιατί πρέπει να μας ανησυχεί που ανθίζει στην Ελλάδα

Η απασχόληση στον κλάδο του τουρισμού αυξάνεται, αλλά η παραγωγικότητα υποχωρεί

Τι είναι η «οικονομία του καφέ» και γιατί πρέπει να μας ανησυχεί που ανθίζει στην Ελλάδα

Μια χώρα γεμάτη καφέ, εστιατόρια, ξενοδοχεία, μπαρ και καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης μπορεί να δίνει την εικόνα μιας οικονομίας που βρίσκεται σε διαρκή κίνηση. Οι δρόμοι των μεγάλων πόλεων γεμίζουν τραπεζοκαθίσματα, τα νησιά υποδέχονται εκατομμύρια επισκέπτες και ο τουρισμός αναδεικνύεται σε έναν από τους βασικότερους πυλώνες της οικονομικής δραστηριότητας. Πίσω από αυτή την εικόνα, όμως, υπάρχει ένα ερώτημα που αφορά πολύ περισσότερα από τον αριθμό των αφίξεων ή τα έσοδα μιας τουριστικής περιόδου: τι είδους οικονομία οικοδομεί τελικά η Ελλάδα;

Η απάντηση που επιχειρεί να δώσει η μελέτη «The Café Economy» του Ελληνικού Παρατηρητηρίου του London School of Economics (LSE) είναι ιδιαίτερα αιχμηρή. Σύμφωνα με τους ερευνητές Μιχάλη Νικηφόρο, Βλάση Μίσσο, Χρήστο Πέρρο και Νικόλαο Ροδουσάκη, η ελληνική οικονομία έχει μετατοπιστεί σημαντικά προς τις δραστηριότητες φιλοξενίας και εστίασης, δημιουργώντας ένα μοντέλο ανάπτυξης που βασίζεται όλο και περισσότερο σε κλάδους χαμηλότερης παραγωγικότητας και έντασης εργασίας.

Ο όρος «οικονομία του καφέ» δεν περιγράφει απλώς την πληθώρα των καφέ και των εστιατορίων στην Ελλάδα. Αποτελεί μια ευρύτερη αναφορά στις δραστηριότητες διαμονής και εστίασης, γνωστές ως Accommodation and Food Service Activities (AFSA), στις οποίες εντάσσονται ξενοδοχεία, εστιατόρια, μπαρ, τουριστικές υπηρεσίες και άλλες συναφείς δραστηριότητες. Πρόκειται για έναν κλάδο που έχει αποκτήσει αυξανόμενη σημασία στην απασχόληση και στην οικονομική δραστηριότητα της χώρας.

Το πρόβλημα, σύμφωνα με τη μελέτη, δεν είναι ότι η Ελλάδα έχει τουρισμό. Είναι ότι η ανάπτυξη του τουρισμού και των συναφών υπηρεσιών φαίνεται να γίνεται δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με την ενίσχυση άλλων παραγωγικών τομέων. Έτσι, ενώ η χώρα επιδιώκει να αφήσει πίσω της την κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, κινδυνεύει να παγιώσει ένα μοντέλο που δημιουργεί θέσεις εργασίας και εισροές συναλλάγματος, χωρίς να εξασφαλίζει ανάλογη αύξηση της παραγωγικότητας, των μισθών και της οικονομικής ανθεκτικότητας.

Από τα μνημόνια στην τουριστική οικονομία

Η εικόνα αυτή συνδέεται άμεσα με τη διαδρομή της ελληνικής οικονομίας μετά το 2009. Η κρίση χρέους, τα τρία προγράμματα οικονομικής προσαρμογής της περιόδου 2010-2018 και η βαθιά ύφεση που ακολούθησε άλλαξαν ριζικά την αγορά εργασίας, το εισόδημα των νοικοκυριών και τη διάρθρωση της παραγωγής.

Οι μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν εκείνη την περίοδο παρουσιάστηκαν ως αναγκαία βήματα για την αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας, την προσέλκυση επενδύσεων και τη δημιουργία μιας περισσότερο εξωστρεφούς οικονομίας. Η απελευθέρωση των αγορών και η προσαρμογή του κόστους εργασίας θεωρήθηκε ότι θα βοηθούσαν τις ελληνικές επιχειρήσεις να γίνουν πιο αποτελεσματικές και να ανταγωνιστούν σε διεθνές επίπεδο.

Ωστόσο, η μελέτη υποστηρίζει ότι η εξέλιξη δεν ακολούθησε την αναμενόμενη πορεία. Αντί να ενισχυθεί συνολικά η παραγωγικότητα, η ελληνική οικονομία γνώρισε σημαντική υποχώρηση, ενώ μεγάλο μέρος της απασχόλησης μετακινήθηκε προς δραστηριότητες χαμηλότερης παραγωγικότητας. Η μείωση της συνολικής ζήτησης και η μεγάλη πτώση των πραγματικών μισθών συγκαταλέγονται στους βασικούς παράγοντες που, σύμφωνα με τους ερευνητές, συνέβαλαν σε αυτή την εξέλιξη.

Τα στοιχεία που παρουσιάζονται στη μελέτη είναι ενδεικτικά του μεγέθους της μεταβολής. Η παραγωγικότητα της εργασίας μειώθηκε κατά 16% μεταξύ 2009 και 2024, παραμένοντας κάτω από τα προ κρίσης επίπεδα. Την ίδια στιγμή, οι πραγματικοί μισθοί υποχώρησαν συνολικά κατά 26% έως 35%, ενώ στον τουριστικό κλάδο η πτώση έφτασε, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, έως και το 60%.

Οι αριθμοί αυτοί αποτυπώνουν μια κρίσιμη αντίφαση. Μια οικονομία μπορεί να εμφανίζει αυξημένη δραστηριότητα, να απασχολεί περισσότερους ανθρώπους και να προσελκύει ξένους επισκέπτες, αλλά να μην κατορθώνει να μετατρέψει αυτή την κινητικότητα σε ανάλογη βελτίωση της παραγωγικότητας και του εισοδήματος των εργαζομένων της.

Η μελέτη εκτιμά ότι η μετατόπιση της απασχόλησης προς τον κλάδο της φιλοξενίας και της εστίασης εξηγεί περίπου το ένα τρίτο της συνολικής πτώσης της παραγωγικότητας. Στην ίδια εικόνα προστίθενται οι εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας που χάθηκαν σε πιο παραγωγικούς κλάδους, όπως η μεταποίηση, αλλά και η αδυναμία δημιουργίας επαρκών θέσεων σε δραστηριότητες υψηλής τεχνολογίας και καινοτομίας.

Με άλλα λόγια, το ζήτημα δεν είναι μόνο πόσο αναπτύσσεται ένας κλάδος, αλλά και τι συμβαίνει στους υπόλοιπους. Όταν η ανάπτυξη συγκεντρώνεται σε συγκεκριμένες δραστηριότητες και δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη ενίσχυση της παραγωγικής βάσης, η συνολική οικονομία μπορεί να παραμένει ευάλωτη, ακόμη κι αν ορισμένοι δείκτες εμφανίζονται θετικοί.

Περισσότερες θέσεις εργασίας, αλλά όχι αντίστοιχη οικονομική αξία

Η μεταμόρφωση της ελληνικής οικονομίας αποτυπώνεται καθαρά στην πορεία του κλάδου της φιλοξενίας και της εστίασης. Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, μεταξύ 2009 και 2023 η απασχόληση στον συγκεκριμένο τομέα αυξήθηκε κατά 87%. Την ίδια περίοδο, η Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία του κλάδου αυξήθηκε κατά μόλις 11%.

Η απόσταση ανάμεσα στις δύο μεταβολές είναι αποκαλυπτική. Ο κλάδος απορρόφησε πολύ περισσότερους εργαζομένους, χωρίς η οικονομική αξία που παρήγαγε να αυξηθεί με ανάλογο ρυθμό. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε επιχείρηση εστίασης ή κάθε τουριστική δραστηριότητα έχει χαμηλή απόδοση. Δείχνει, όμως, ότι η συνολική επέκταση της απασχόλησης δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη αύξηση της παραγόμενης αξίας.

Η φιλοξενία και η εστίαση έχουν τη δυνατότητα να δημιουργούν πολλές θέσεις εργασίας, καθώς απαιτούν ανθρώπινη παρουσία σε μεγάλο μέρος των καθημερινών λειτουργιών τους. Ένα ξενοδοχείο χρειάζεται προσωπικό υποδοχής, καθαριότητας και εξυπηρέτησης, ενώ ένα εστιατόριο βασίζεται σε μάγειρες, σερβιτόρους και άλλους εργαζομένους. Η λειτουργία αυτών των επιχειρήσεων μπορεί να προσφέρει σημαντικές ευκαιρίες απασχόλησης, ιδιαίτερα σε περιοχές με περιορισμένες εναλλακτικές.

Η μεγάλη εξάρτηση από τέτοιες δραστηριότητες, ωστόσο, δημιουργεί ένα αναπτυξιακό όριο όταν δεν συνοδεύεται από επενδύσεις που αυξάνουν την παραγωγικότητα και επιτρέπουν τη δημιουργία καλύτερα αμειβόμενων θέσεων εργασίας. Η αύξηση του αριθμού των εργαζομένων δεν αρκεί από μόνη της για να ενισχύσει την οικονομία, εάν δεν αυξάνεται παράλληλα η αξία που παράγει κάθε εργαζόμενος.

Αυτή είναι η βασική ανησυχία πίσω από τον όρο «οικονομία του καφέ». Η Ελλάδα δεν κινδυνεύει επειδή διαθέτει πολλές επιχειρήσεις εστίασης ή επειδή ο τουρισμός αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν η ανάπτυξη αυτών των δραστηριοτήτων υποκαθιστά, αντί να συμπληρώνει, την ανάπτυξη άλλων κλάδων που μπορούν να προσφέρουν υψηλότερη προστιθέμενη αξία, καλύτερες αμοιβές και περισσότερες δυνατότητες τεχνολογικής αναβάθμισης.

Η γενιά με τα πτυχία που καταλήγει σε θέσεις κατώτερες των προσόντων της

Μία από τις πιο ανησυχητικές διαστάσεις της συγκεκριμένης οικονομικής μετάβασης αφορά τους νέους εργαζομένους και τη σχέση ανάμεσα στην εκπαίδευση και την απασχόληση.

Η ελληνική αγορά εργασίας διαθέτει αποφοίτους πανεπιστημίων με εξειδικευμένες γνώσεις, ξένες γλώσσες και δεξιότητες που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν σε ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων. Όταν, όμως, οι διαθέσιμες θέσεις εργασίας συγκεντρώνονται σε κλάδους που δεν απαιτούν αντίστοιχο επίπεδο κατάρτισης, ένα μέρος αυτού του ανθρώπινου δυναμικού καταλήγει να εργάζεται σε θέσεις που δεν ανταποκρίνονται στα προσόντα του.

Η μελέτη περιγράφει μια τουριστική αγορά εργασίας στην οποία το εκπαιδευτικό επίπεδο των εργαζομένων έχει αυξηθεί, χωρίς αυτό να μεταφράζεται αναγκαστικά σε καλύτερες επαγγελματικές ευκαιρίες. Πολλοί απόφοιτοι πανεπιστημίων απασχολούνται σε θέσεις χαμηλότερης ειδίκευσης, ενώ η αναντιστοιχία ανάμεσα στις σπουδές και την εργασία περιορίζει τη δυνατότητά τους να αξιοποιήσουν τις γνώσεις τους.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat που επικαλείται το δημοσίευμα για τη μελέτη, η Ελλάδα καταγράφει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά υπερεκπαίδευσης νέων αποφοίτων στην Ευρώπη, μετά την Ισπανία. Ειδικότερα, αναφέρεται ότι πάνω από το 86% των νέων αποφοίτων που εργάζονται στον τομέα του τουρισμού και της φιλοξενίας απασχολούνται σε θέσεις κατώτερες των προσόντων τους.

Το ποσοστό αφορά τη συγκεκριμένη κατηγορία εργαζομένων, όπως παρουσιάζεται στο δημοσίευμα, και όχι το σύνολο των νέων αποφοίτων της χώρας. Παραμένει, ωστόσο, ένα εύρημα που αναδεικνύει την έκταση του προβλήματος της αναντιστοιχίας δεξιοτήτων και θέσεων εργασίας.

Για έναν νέο άνθρωπο, αυτή η πραγματικότητα δεν περιορίζεται σε μια στατιστική. Σημαίνει ότι η απόκτηση ενός πτυχίου δεν εγγυάται πως θα βρει εργασία στο αντικείμενό του, ούτε ότι θα εξασφαλίσει εισόδημα ανάλογο με την εκπαίδευση και τον χρόνο που επένδυσε. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η εργασία στον τουρισμό μπορεί να είναι μια συνειδητή επιλογή, μια σημαντική επαγγελματική διαδρομή ή ένα βήμα προς την επιχειρηματικότητα. Σε άλλες, αποτελεί τη μόνη άμεσα διαθέσιμη λύση για κάποιον που αναζητά εισόδημα.

Η διαφορά βρίσκεται στις εναλλακτικές. Μια οικονομία με ισχυρούς κλάδους τεχνολογίας, έρευνας, βιομηχανίας και καινοτομίας μπορεί να προσφέρει περισσότερες διαδρομές στους νέους, επιτρέποντάς τους να επιλέγουν ανάμεσα σε διαφορετικές επαγγελματικές προοπτικές. Όταν οι επιλογές είναι περιορισμένες, η απασχόληση σε θέσεις κατώτερες των προσόντων γίνεται συχνότερη και η εκπαίδευση δεν αξιοποιείται πλήρως.

Το πρόβλημα έχει και ευρύτερες οικονομικές συνέπειες. Όταν μια χώρα επενδύει στην εκπαίδευση, αλλά δεν δημιουργεί αρκετές θέσεις που να αξιοποιούν τις δεξιότητες των αποφοίτων της, χάνει μέρος της δυνητικής παραγωγικής της δύναμης. Η γνώση παραμένει αναξιοποίητη, η επαγγελματική εξέλιξη δυσκολεύει και η προοπτική μιας καλύτερα αμειβόμενης εργασίας γίνεται πιο αβέβαιη.

Έτσι, η «οικονομία του καφέ» δεν αφορά μόνο το είδος των επιχειρήσεων που κυριαρχούν στις ελληνικές πόλεις και στα νησιά. Αφορά και το είδος των ευκαιριών που προσφέρει η χώρα στους ανθρώπους που εκπαιδεύει.

Το παράδοξο του τουρισμού: Βελτιώνει το εξωτερικό ισοζύγιο, αλλά αυξάνει τις εξαρτήσεις

Η κριτική της μελέτης δεν αγνοεί τη θετική συμβολή του τουρισμού. Αντίθετα, αναγνωρίζει ότι ο κλάδος διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη βελτίωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας, ενισχύοντας τα έσοδα από το εξωτερικό και συμβάλλοντας στην κάλυψη των αναγκών της οικονομίας σε συνάλλαγμα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται, το πλεόνασμα στις ταξιδιωτικές υπηρεσίες βελτιώθηκε κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ 2009 και 2023, αντιστοιχώντας περίπου στο ήμισυ της συνολικής μείωσης του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών κατά την ίδια περίοδο.

Η συμβολή αυτή είναι σημαντική. Οι τουριστικές δαπάνες στηρίζουν επιχειρήσεις, δημιουργούν εισοδήματα και ενισχύουν την οικονομική δραστηριότητα σε περιοχές που διαφορετικά θα είχαν λιγότερες δυνατότητες ανάπτυξης. Για πολλές τοπικές κοινωνίες, ο τουρισμός αποτελεί βασική πηγή απασχόλησης και επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Η ίδια εξάρτηση, ωστόσο, δημιουργεί ευπάθειες. Όταν ένα μεγάλο μέρος της οικονομίας στηρίζεται στην εξωτερική ζήτηση, οι επιδόσεις της επηρεάζονται άμεσα από τις αποφάσεις των ξένων επισκεπτών, την αγοραστική τους δύναμη και τις διεθνείς οικονομικές συνθήκες. Μια υγειονομική κρίση, μια γεωπολιτική αναταραχή, μια ύφεση σε βασικές αγορές προέλευσης τουριστών ή μια αλλαγή στις ταξιδιωτικές συνήθειες μπορεί να μεταφερθεί γρήγορα στις επιχειρήσεις και στην απασχόληση.

Η εποχικότητα αποτελεί μία ακόμη δυσκολία. Σε αρκετούς προορισμούς, μεγάλο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας συγκεντρώνεται σε λίγους μήνες. Αυτό δημιουργεί έντονες διακυμάνσεις στα εισοδήματα και στην απασχόληση, ενώ δυσκολεύει τη διατήρηση σταθερών θέσεων εργασίας καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.

Επιπλέον, η υπερβολική συγκέντρωση επενδύσεων σε τουριστικές δραστηριότητες μπορεί να περιορίζει τα διαθέσιμα κεφάλαια και τους πόρους για άλλους κλάδους. Η ανάπτυξη, επομένως, δεν εξαρτάται μόνο από το αν ο τουρισμός πηγαίνει καλά, αλλά και από το κατά πόσο τα οφέλη του μετατρέπονται σε ευρύτερη παραγωγική ενίσχυση.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα πρέπει να συνεχίσει να επενδύει στον τουρισμό. Είναι αν μπορεί να αξιοποιήσει τον τουρισμό ως αφετηρία για μια πιο διαφοροποιημένη οικονομία ή αν θα συνεχίσει να εξαρτάται ολοένα περισσότερο από αυτόν.

Ακριβότερη κατοικία, πίεση στις πόλεις και περιβαλλοντικό κόστος

Η «οικονομία του καφέ» έχει και μια κοινωνική διάσταση που γίνεται ιδιαίτερα ορατή στην καθημερινότητα των κατοίκων. Η επέκταση των τουριστικών δραστηριοτήτων, η ανάπτυξη των βραχυχρόνιων μισθώσεων και οι επενδύσεις σε ακίνητα μπορούν να μεταβάλουν τη χρήση της κατοικίας, ιδιαίτερα σε περιοχές με υψηλή τουριστική ζήτηση.

Όταν περισσότερα ακίνητα κατευθύνονται προς τη βραχυχρόνια μίσθωση, περιορίζεται σε ορισμένες περιοχές η διαθέσιμη προσφορά κατοικιών για μακροχρόνια ενοικίαση. Σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες που επηρεάζουν την αγορά ακινήτων, αυτή η μεταβολή μπορεί να εντείνει τις πιέσεις στα ενοίκια και να δυσκολέψει την πρόσβαση των μόνιμων κατοίκων σε προσιτή στέγη.

Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο όταν οι εργαζόμενοι καλούνται να ζήσουν σε πόλεις ή τουριστικούς προορισμούς όπου το κόστος κατοικίας αυξάνεται, την ώρα που οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί. Ένας εργαζόμενος στην εστίαση ή σε ένα ξενοδοχείο μπορεί να απασχολείται σε έναν κλάδο που αναπτύσσεται, αλλά να δυσκολεύεται να καλύψει το κόστος της καθημερινής διαβίωσης στην περιοχή όπου εργάζεται.

Αυτή η αντίφαση είναι καθοριστική για τη βιωσιμότητα του ίδιου του τουρισμού. Οι πόλεις και οι προορισμοί δεν είναι μόνο χώροι κατανάλωσης για τους επισκέπτες. Είναι ταυτόχρονα τόποι κατοικίας, εργασίας και κοινωνικής ζωής. Όταν η οικονομική δραστηριότητα απομακρύνει σταδιακά τους μόνιμους κατοίκους ή κάνει την καθημερινότητά τους δυσβάσταχτη, το κόστος δεν περιορίζεται στην αγορά ακινήτων. Αφορά τη συνοχή των τοπικών κοινωνιών και τη δυνατότητά τους να διατηρήσουν τις υπηρεσίες που χρειάζονται.

Παράλληλα, η συγκέντρωση επισκεπτών σε συγκεκριμένες περιοχές μπορεί να αυξήσει την πίεση στις υποδομές, στους φυσικούς πόρους και στο πολιτιστικό περιβάλλον. Η υπερβολική τουριστική ανάπτυξη, που συχνά περιγράφεται με τον όρο overtourism, συνδέεται με φαινόμενα υποβάθμισης του περιβάλλοντος και αλλοίωσης της καθημερινής ζωής των κατοίκων.

Οι επιπτώσεις αυτές δεν είναι ίδιες σε κάθε περιοχή ούτε προκύπτουν αποκλειστικά από τον τουρισμό. Η έντασή τους εξαρτάται από τον σχεδιασμό, τις υποδομές, την πολιτική κατοικίας και τον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται τα οφέλη και τα βάρη της ανάπτυξης. Η μελέτη, ωστόσο, προειδοποιεί ότι η δυσανάλογη επέκταση του κλάδου μπορεί να δημιουργήσει σοβαρές κοινωνικές και περιβαλλοντικές πιέσεις.

Γιατί οι χαμηλοί μισθοί μπορούν να υπονομεύσουν την ανταγωνιστικότητα

Ένα από τα βασικά επιχειρήματα των ερευνητών αφορά τη σχέση ανάμεσα στους μισθούς, την παραγωγικότητα και την καινοτομία. Η συμπίεση του εργασιακού κόστους μπορεί να προσφέρει βραχυπρόθεσμη ανακούφιση σε ορισμένες επιχειρήσεις, αλλά δεν αποτελεί από μόνη της μακροπρόθεσμη στρατηγική ανάπτυξης.

Όταν η ανταγωνιστικότητα στηρίζεται κυρίως στη διαθεσιμότητα φθηνής εργασίας, τα κίνητρα για επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες, καλύτερη οργάνωση και αναβάθμιση των δεξιοτήτων μπορεί να περιορίζονται. Μια επιχείρηση που βασίζεται σε χαμηλό κόστος εργασίας ενδέχεται να έχει μικρότερη πίεση να αναζητήσει τρόπους αύξησης της παραγωγικότητας, ιδίως όταν λειτουργεί σε μια αγορά όπου οι εργαζόμενοι έχουν περιορισμένες εναλλακτικές.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι χαμηλοί μισθοί οδηγούν αναπόφευκτα σε χαμηλή καινοτομία σε κάθε επιχείρηση. Το επιχείρημα της μελέτης αφορά τη συνολική κατεύθυνση της οικονομίας: όταν ένα αναπτυξιακό μοντέλο βασίζεται συστηματικά στη φθηνή εργασία, υπάρχει κίνδυνος να παγιώσει δραστηριότητες χαμηλότερης προστιθέμενης αξίας και να καθυστερήσει την τεχνολογική αναβάθμιση.

Η μετάβαση σε μια πιο παραγωγική οικονομία απαιτεί διαφορετικές επενδύσεις. Απαιτεί επιχειρήσεις που μπορούν να αναπτύσσουν προϊόντα και υπηρεσίες με μεγαλύτερη αξία, να αξιοποιούν την έρευνα και την τεχνολογία και να προσφέρουν θέσεις εργασίας στις οποίες οι εργαζόμενοι αμείβονται με βάση τις δεξιότητες και τη συμβολή τους.

Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι η συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα δεν μπορεί να εξαντλείται στο μισθολογικό κόστος ή στην ευκολία λειτουργίας των επιχειρήσεων. Χρειάζεται να εξεταστεί αν η οικονομία δημιουργεί τις προϋποθέσεις για υψηλότερη παραγωγικότητα, ισχυρότερη παραγωγική βάση και καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού.

Μπορεί η Ελλάδα να ξεφύγει από την «οικονομία του καφέ»;

Η μελέτη αμφισβητεί την ιδέα ότι η απελευθέρωση των αγορών οδηγεί αυτομάτως σε μεγαλύτερη οικονομική αποτελεσματικότητα. Η ελληνική εμπειρία, όπως περιγράφεται από τους συγγραφείς, δείχνει ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν παράγουν τα ίδια αποτελέσματα ανεξάρτητα από τις συνθήκες κάθε χώρας. Η διάρθρωση της παραγωγής, η εγχώρια ζήτηση, το επίπεδο των μισθών και οι δυνατότητες των επιχειρήσεων να επενδύσουν επηρεάζουν καθοριστικά την πορεία της οικονομίας.

Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι τα προγράμματα οικονομικής προσαρμογής συνέβαλαν σε μια βαθιά ύφεση, από την οποία η χώρα δεν έχει ανακάμψει πλήρως ως προς την παραγωγικότητα. Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνουν ότι ακόμη και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αναγνώρισε πως είχε υποτιμήσει τις αρνητικές επιπτώσεις της απότομης δημοσιονομικής συρρίκνωσης.

Η κριτική αυτή δεν συνεπάγεται ότι κάθε μεταρρύθμιση ήταν λανθασμένη ή ότι η επιστροφή στις οικονομικές συνθήκες πριν από την κρίση θα αποτελούσε λύση. Αναδεικνύει, όμως, την ανάγκη να αξιολογούνται οι πολιτικές με βάση τα πραγματικά αποτελέσματά τους και όχι μόνο με βάση τις αρχικές προσδοκίες.

Για τους συγγραφείς, η αλλαγή πορείας προϋποθέτει πολιτικές που θα ενισχύουν την εγχώρια ζήτηση, θα προωθούν στρατηγικά τους κλάδους υψηλής παραγωγικότητας και θα στηρίζουν την τεχνολογική αναβάθμιση. Παράλληλα, η ανάπτυξη χρειάζεται να είναι πιο συμπεριληπτική, ώστε τα οφέλη της να μην περιορίζονται σε συγκεκριμένους τομείς ή ομάδες, αλλά να μεταφράζονται σε καλύτερες αμοιβές και πιο σταθερές επαγγελματικές προοπτικές.

Μια τέτοια στρατηγική θα μπορούσε να περιλαμβάνει ισχυρότερη σύνδεση της έρευνας με τις επιχειρήσεις, ενίσχυση της καινοτομίας, επενδύσεις στη μεταποίηση και στις τεχνολογικές δραστηριότητες, αλλά και καλύτερη αξιοποίηση των αποφοίτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ταυτόχρονα, θα απαιτούσε ένα πλαίσιο που θα επιτρέπει στις επιχειρήσεις να επενδύουν σε νέες τεχνολογίες και δεξιότητες, αντί να ανταγωνίζονται αποκλειστικά μέσω του χαμηλού κόστους εργασίας.

Ο τουρισμός θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος αυτής της μετάβασης. Η αναβάθμιση των υπηρεσιών, η αξιοποίηση της τεχνολογίας, η βελτίωση των εργασιακών συνθηκών και η σύνδεση της τουριστικής δραστηριότητας με άλλους παραγωγικούς κλάδους μπορούν να αυξήσουν την αξία που παραμένει στην ελληνική οικονομία. Το ζητούμενο δεν είναι να περιοριστεί αυθαίρετα ένας κλάδος στον οποίο η χώρα διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα, αλλά να αποφευχθεί η μετατροπή του σε σχεδόν αποκλειστικό μοχλό ανάπτυξης.

Το πραγματικό δίλημμα πίσω από τον καφέ

Η εικόνα της Ελλάδας ως μιας μεγάλης τουριστικής αγοράς μπορεί να συνυπάρχει με μια οικονομία που δυσκολεύεται να δημιουργήσει αρκετές θέσεις υψηλής παραγωγικότητας. Μπορεί να υπάρχουν περισσότερες επιχειρήσεις, μεγαλύτερη απασχόληση και αυξημένα έσοδα από επισκέπτες, ενώ ταυτόχρονα οι πραγματικοί μισθοί παραμένουν πιεσμένοι, οι νέοι υποαπασχολούνται και η κατοικία γίνεται λιγότερο προσιτή για όσους εργάζονται στους ίδιους τους τουριστικούς προορισμούς.

Αυτή είναι η αντίφαση που επιχειρεί να αναδείξει η «οικονομία του καφέ». Η ανάπτυξη δεν κρίνεται μόνο από το πόσο γεμάτα είναι τα τραπέζια, πόσα δωμάτια έχουν κρατηθεί ή πόσες θέσεις εργασίας δημιουργούνται σε μια σεζόν. Κρίνεται και από το αν η χώρα αποκτά μεγαλύτερη παραγωγική ικανότητα, αν οι εργαζόμενοι βλέπουν το εισόδημά τους να αυξάνεται, αν οι νέοι μπορούν να αξιοποιήσουν τις σπουδές τους και αν οι τοπικές κοινωνίες διατηρούν τη δυνατότητα να ζουν και να λειτουργούν χωρίς να εκτοπίζονται από το κόστος της ανάπτυξης.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται λιγότερη οικονομική δραστηριότητα. Χρειάζεται περισσότερες πηγές ανάπτυξης και μεγαλύτερη αξία από κάθε θέση εργασίας, κάθε επένδυση και κάθε παραγωγική δραστηριότητα. Χρειάζεται μια οικονομία στην οποία ο τουρισμός θα παραμένει ισχυρός, χωρίς να επισκιάζει τη μεταποίηση, την τεχνολογία, την έρευνα και τις επιχειρήσεις που μπορούν να δημιουργήσουν πιο σταθερές και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις.

Το πραγματικό δίλημμα, επομένως, δεν είναι ανάμεσα στον τουρισμό και σε μια Ελλάδα χωρίς τουρισμό. Είναι ανάμεσα σε μια οικονομία που χρησιμοποιεί τον τουρισμό ως βάση για να αναπτυχθεί ευρύτερα και σε μια οικονομία που εξαρτάται όλο και περισσότερο από αυτόν, ακόμη κι όταν τα οφέλη δεν κατανέμονται ισότιμα.

Αν η «οικονομία του καφέ» παραμείνει το κυρίαρχο αναπτυξιακό μοντέλο, η χώρα κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε μια ισορροπία χαμηλής παραγωγικότητας, χαμηλών μισθών και περιορισμένων επαγγελματικών επιλογών. Αν, αντίθετα, η σημερινή δυναμική αξιοποιηθεί για να ενισχυθούν και άλλοι παραγωγικοί τομείς, ο τουρισμός μπορεί να αποτελέσει πλεονέκτημα και όχι υποκατάστατο μιας ευρύτερης αναπτυξιακής στρατηγικής.

Το ερώτημα που αφήνει ανοιχτό η μελέτη είναι, τελικά, τι θέλει να παράγει η Ελλάδα πέρα από εμπειρίες για τους επισκέπτες της. Γιατί μια οικονομία μπορεί να γεμίζει καφέ και ξενοδοχεία, αλλά η μακροπρόθεσμη ευημερία της εξαρτάται από το αν μπορεί να δημιουργεί περισσότερη αξία, καλύτερες δουλειές και πραγματικές προοπτικές για τους ανθρώπους που τη στηρίζουν καθημερινά.