Η μάχη για εκλογές του 2027 ξεκίνησε: Ο Μητσοτάκης καλεί τη βάση της ΝΔ να σηκώσει τη «σκυτάλη» και… δίνει οδηγίες

Η μάχη για εκλογές του 2027 ξεκίνησε: Ο Μητσοτάκης καλεί τη βάση της ΝΔ να σηκώσει τη «σκυτάλη» και… δίνει οδηγίες

Με το ημερολόγιο να δείχνει «15 μήνες» μέχρι τις κάλπες, ο Κυριάκος Μητσοτάκης από την εκδήλωση για την κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας της Γραμματείας Οργανωτικού της Νέας Δημοκρατίας μίλησε για μία εκλογική μάχη που έχει ήδη ξεκινήσει στέλνοντας μήνυμα κινητοποίησης προς τον κομματικό μηχανισμό.

Ο πρωθυπουργός και πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας κάλεσε τη «γαλάζια» βάση να σηκώσει τη «σκυτάλη» προς το 2027, να «απλωθεί» στην κοινωνία, να ακούσει τα παράπονα και να υπερασπιστεί το κυβερνητικό έργο. Μίλησε σε ακροατήριο που ξέρει τη κομματική δουλειά από πρώτο χέρι χαρακτηρίζοντας τη Νέα Δημοκρατία όχι απλώς ως «μεγάλο κόμμα», αλλά «ζεστή και δεμένη οικογένεια» με «κοινές αξίες» και ιστορία άνω των 50 ετών.

«Θα παραμείνει η Ελλάδα ασφαλής, ισχυρή και σταθερή ή θα ρισκάρει;»

Στον πυρήνα της ομιλίας του, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε το κεντρικό δίλημμα με το οποίο θα πορευτεί μέχρι τις κάλπες: «Θα παραμείνει η Ελλάδα ασφαλής, ισχυρή και σταθερή σε μια τροχιά προόδου ή θα ρισκάρει;». Το “ρίσκο” το μετέφρασε σε εικόνα ακυβερνησίας – «ένα ακυβέρνητο καράβι μέσα σε αχαρτογράφητα διεθνή νερά» – και το συνέδεσε με μια «κατακερματισμένη κομματική σκηνή» που, κατά την περιγραφή του, οδηγεί «μόνο προς τα πίσω και μόνο προς τα κάτω».

Το δίλημμα συμπληρώθηκε με μια δεύτερη αντιπαραβολή: «ο δρόμος των αποτελεσμάτων και των έργων» απέναντι στο «γεμάτο παγίδες μονοπάτι των πειραματισμών». Πρόκειται για ένα πλαίσιο που δεν απευθύνεται μόνο στο κομματικό ακροατήριο, αλλά προεξοφλεί τη βασική διαχωριστική γραμμή της επόμενης περιόδου: συνέχιση της πορείας ή πολιτική περιπέτεια.

Ορίζοντας 2030: Ε.Ε., Συνταγματική Αναθεώρηση και «μάχη με το βαθύ κράτος»

Κομβικό σημείο της ομιλίας του προέδρου της Νέας Δημοκρατίας ήταν η σύνδεση της τρίτης τετραετίας με έναν ευρύτερο σχεδιασμό έως το 2030: Από την ανάληψη της Προεδρίας της Ευρωπαϊκή Ένωση το δεύτερο εξάμηνο του 2027, μέχρι τον συμβολισμό των «200 χρόνων» από τη συγκρότηση του κράτους το 2030. Σε αυτό το πλαίσιο ενέταξε την επόμενη Βουλή ως κρίσιμη για τη Συνταγματική Αναθεώρηση —«κορωνίδα» των θεσμικών μεταρρυθμίσεων— αλλά και για αλλαγές που επιδιώκουν «ευρύτερη αποδοχή», όπως το Εθνικό Απολυτήριο.

Ειδική αναφορά έκανε και στη “σύγκρουση” με το «βαθύ κράτος», υποστηρίζοντας ότι μια επόμενη κυβέρνηση της ΝΔ θα πρέπει, «ξεπερνώντας λάθη και ενίοτε τον κακό μας εαυτό», να εγκαταστήσει «αποτελεσματικότητα και διαφάνεια» στη δημόσια ζωή.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο πρωθυπουργός παρουσίασε τη ΝΔ ως «δύναμη βαθιά πατριωτική», συνδέοντας την έννοια της σταθερότητας με τη γεωπολιτική και την ενεργειακή στρατηγική. Μάλιστα, αναφέρθηκε και σε συγκεκριμένο γεγονός της ημέρας: τις «πρώτες υπογραφές» για έρευνες υδρογονανθράκων νότια της Πελοποννήσου και –«ακόμα πιο κρίσιμα», όπως τόνισε– νότια της Κρήτης, μετά από συνάντηση στο Μέγαρο Μαξίμου με στελέχη του αμερικανικού κολοσσού Chevron και της κοινοπραξίας με τη HELLENiQ ENERGY. Το μήνυμα ήταν ότι η χώρα «διαβάζεται» διεθνώς ως αξιόπιστος παίκτης και ότι η ανάδειξή της σε ενεργειακό κόμβο έχει όχι μόνο οικονομική αλλά και γεωπολιτική διάσταση.

Παράλληλα, επιχείρησε να ισορροπήσει την «εθνική ατζέντα» με την κοινωνική, υπογραμμίζοντας ότι η ΝΔ είναι «ταυτόχρονα ένα κόμμα βαθιά κοινωνικό» και «πλατιά λαϊκή παράταξη». Στο σημείο αυτό η ομιλία είχε απολογιστικό χαρακτήρα. Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε σε 83 φόρους που μειώθηκαν ή καταργήθηκαν, σε αυξήσεις μισθών και συντάξεων, σε πέντε αυξήσεις του κατώτατου μισθού και σε έκτη που προανήγγειλε «στις αρχές Απριλίου». Έδωσε έμφαση στη συνέπεια απέναντι σε προεκλογικές δεσμεύσεις, προβάλλοντας ως απόδειξη το επιχείρημα ότι στόχοι που είχαν τεθεί για το 2027 έχουν ήδη επιτευχθεί το 2026 καθώς ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης «είναι ήδη στα 1.530 ευρώ», ενώ δεσμεύτηκε ότι ο κατώτατος θα φτάσει τα 950 ευρώ.

Επίθεση στην αντιπολίτευση

Από την άλλη πλευρά, ο πρωθυπουργός επέλεξε μετωπική επίθεση στην αντιπολίτευση, την οποία χαρακτήρισε «αλλοπρόσαλλη» και ανίκανη να συνεννοηθεί, με κοινό παρονομαστή την αντίθεση προς την κυβέρνηση. Περιέγραψε ένα πολιτικό σκηνικό «ανάξιο της συγκυρίας», όπου –όπως είπε– «χυδαίος λαϊκισμός» και «δογματισμός» συναντούν «ακοστολόγητες υποσχέσεις», με κοινό τόπο τη «διαβολή» και την «καταστροφολογία». Αντέταξε, τέλος, ένα διπλό μέτωπο απέναντι στα πραγματικά προβλήματα του τόπου και στις εσωτερικές αδυναμίες, με «επιμονή στην υλοποίηση» και ταυτόχρονη «προσήλωση στις αξίες».

Δεν παρέκαμψε, ωστόσο, την πίεση της καθημερινότητας. Αναγνώρισε ότι τα νοικοκυριά δοκιμάζονται από το αυξημένο κόστος ζωής αλλά έσπευσε να το τοποθετήσει σε ευρωπαϊκό πλαίσιο, σημειώνοντας ότι πρόκειται για «πρώτο ζήτημα» σε όλες τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.