Γιατί επιμένει ο υψηλός πληθωρισμός: Η ενεργειακή κρίση και το όριο των επιδοτήσεων

Γιατί η ακρίβεια επιμένει περισσότερο στην Ελλάδα, ποια αποτελέσματα έχουν οι κυβερνητικές παρεμβάσεις και πώς μπορεί να επιτευχθεί αποκλιμάκωση

Γιατί επιμένει ο υψηλός πληθωρισμός: Η ενεργειακή κρίση και το όριο των επιδοτήσεων

Γιατί η ακρίβεια επιμένει περισσότερο στην Ελλάδα, ποια αποτελέσματα έχουν οι κυβερνητικές παρεμβάσεις και πώς μπορεί να επιτευχθεί αποκλιμάκωση χωρίς να διακινδυνεύσει η δημοσιονομική σταθερότητα;

 

Η νέα επιτάχυνση του πληθωρισμού επαναφέρει την ευρωπαϊκή οικονομία μπροστά σε ένα πρόβλημα που είχε δοκιμάσει τις αντοχές της και τα προηγούμενα χρόνια. Η ενεργειακή κρίση, αυτή τη φορά υπό την πίεση της ανάφλεξης στη Μέση Ανατολή και της συνεχιζόμενης αβεβαιότητας εξαιτίας του πολέμου στην Ουκρανία, δημιουργεί ένα νέο κύμα ανατιμήσεων, περιορίζοντας την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και αυξάνοντας το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων.

Για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, το ερώτημα αφορά πλέον την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων. Οι επιδοτήσεις, οι φορολογικές ελαφρύνσεις και οι εισοδηματικές ενισχύσεις μπορούν να απορροφήσουν μέρος της αρχικής επιβάρυνσης, αλλά έχουν δημοσιονομικό κόστος και, υπό προϋποθέσεις, ενδέχεται να συντηρούν τις ίδιες πληθωριστικές πιέσεις που επιδιώκουν να περιορίσουν.

Στην Ελλάδα, όπου ο πληθωρισμός κινείται αισθητά υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η συζήτηση αποκτά πρόσθετη σημασία. Η κυβέρνηση έχει επιλέξει μέχρι σήμερα τη στοχευμένη στήριξη αντί μιας γενικευμένης μείωσης της φορολογίας στα καύσιμα, επιχειρώντας να προστατεύσει τα εισοδήματα χωρίς να ανατρέψει τη δημοσιονομική ισορροπία. Πρόκειται για μια επιλογή με οικονομική λογική, η αποτελεσματικότητα της οποίας, ωστόσο, εξαρτάται από τον σχεδιασμό των μέτρων και τη δυνατότητά τους να περιορίσουν τις ανατιμήσεις πέρα από την πρόσκαιρη ανακούφιση.

Η διεθνής ενεργειακή κρίση και οι ελληνικές ιδιαιτερότητες

Τα προκαταρκτικά στοιχεία της Eurostat για τον Οκτώβριο του 2026 αποτυπώνουν τη σοβαρότητα της κατάστασης. Ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη επιταχύνθηκε στο 4%, από 3,8% τον Σεπτέμβριο, ενώ στην Ελλάδα έφθασε στο 5,6%, έναντι 5,1% τον προηγούμενο μήνα. Η διαφορά των 1,6 ποσοστιαίων μονάδων αποκαλύπτει ότι ένα κοινό εξωτερικό σοκ μπορεί να έχει διαφορετική ένταση στις επιμέρους εθνικές οικονομίες.

Στην Ευρωζώνη, οι τιμές της ενέργειας αυξήθηκαν κατά 20,8%, όταν ο δομικός πληθωρισμός παρέμεινε στο 2,5%. Αυτό σημαίνει ότι η πρόσφατη επιτάχυνση συνδέεται πρωτίστως με την ενεργειακή αναταραχή. Στην Ελλάδα, όμως, η εικόνα είναι περισσότερο σύνθετη. Η ενέργεια κατέγραψε αύξηση 26,5%, αλλά και οι υπηρεσίες ανατιμήθηκαν κατά 6,3%, σχεδόν με διπλάσιο ρυθμό από τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η ελληνική ακρίβεια έχει δύο διαφορετικές πηγές. Η πρώτη είναι εισαγόμενη και συνδέεται με το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες. Η δεύτερη εντοπίζεται στο εσωτερικό της οικονομίας, όπου η ισχυρή ζήτηση, οι περιορισμοί στην προσφορά και οι συνθήκες ανταγωνισμού επηρεάζουν τη διαμόρφωση των τιμών.

Η τουριστική δραστηριότητα, η εστίαση, οι μεταφορές και η στεγαστική αγορά εμφανίζουν διαφορετικούς μηχανισμούς ανατιμήσεων, που δεν μπορούν να εξηγηθούν αποκλειστικά από το ενεργειακό κόστος. Γι’ αυτό και μια ενδεχόμενη αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών δεν θα αρκούσε από μόνη της για να επαναφέρει τον ελληνικό πληθωρισμό κοντά στον στόχο του 2%.

Από την άλλη πλευρά, η εξωτερική διάσταση του προβλήματος δεν πρέπει να υποτιμάται. Η Ευρώπη εξαρτάται από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα και διαθέτει περιορισμένη δυνατότητα ελέγχου των διεθνών αγορών. Οι διαταραχές στη ναυσιπλοΐα και στην ενεργειακή τροφοδοσία μεταφέρονται αναπόφευκτα στο κόστος παραγωγής. Εκείνο που μπορεί να περιοριστεί με την κατάλληλη πολιτική είναι η έκταση και η διάρκεια της μετακύλισης στις τελικές τιμές.

Το δίλημμα του ΕΦΚ και η κυβερνητική επιλογή

Και έτσι επανέρχεται η πρόταση για μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα. Η Ελλάδα διατηρεί υψηλότερους συντελεστές από τα ελάχιστα όρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδιαίτερα στην αμόλυβδη βενζίνη. Συνεπώς, υπάρχει νομική δυνατότητα φορολογικής ελάφρυνσης, χωρίς να απαιτείται ειδική ευρωπαϊκή έγκριση για μια μείωση εντός των προβλεπόμενων ορίων.

Μια τέτοια παρέμβαση θα είχε πραγματικό αποτέλεσμα, καθώς η μείωση του ΕΦΚ κατά 10 λεπτά ανά λίτρο βενζίνης θα μπορούσε, με πλήρη μετακύλιση και συνυπολογισμό του ΦΠΑ, να περιορίσει την τελική τιμή κατά 12,4 λεπτά. Αντίστοιχα, θα συγκρατούσε και τον καταγεγραμμένο πληθωρισμό, καθώς οι έμμεσοι φόροι συνυπολογίζονται στις τιμές που μετρά η Eurostat. Το όφελος, ωστόσο, πρέπει να σταθμιστεί με το δημοσιονομικό κόστος αφού τα έσοδα από τον ΕΦΚ αποτελούν σημαντικό μέρος των φορολογικών εισπράξεων, ενώ μια οριζόντια μείωση θα ωφελούσε όλους τους καταναλωτές, ανεξαρτήτως εισοδήματος. Μάλιστα, σε απόλυτα ποσά μεγαλύτερη ελάφρυνση θα είχαν σε μια τέτοια περίπτωση κυρίως όσοι καταναλώνουν περισσότερα καύσιμα.

Επομένως η κυβερνητική προτίμηση στις στοχευμένες ενισχύσεις διαθέτει βάσιμη οικονομική επιχειρηματολογία, καθώς επιτρέπει να κατευθύνονται περισσότεροι πόροι προς όσους αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες, διατηρώντας παράλληλα έσοδα που χρηματοδοτούν άλλες δημόσιες ανάγκες. Η δημοσιονομική πειθαρχία έχει ιδιαίτερη σημασία για μια χώρα που εξακολουθεί να διαθέτει υψηλό δημόσιο χρέος, παρά τη σημαντική βελτίωση των σχετικών δεικτών.

Αυτό, βεβαίως, δεν καθιστά τη μείωση του ΕΦΚ εξ ορισμού ακατάλληλη. Μια προσωρινή, περιορισμένη φορολογική παρέμβαση θα μπορούσε να εξεταστεί ως λύση έκτακτης ανάγκης εφόσον οι διεθνείς ανατιμήσεις παραταθούν και οι υφιστάμενες επιδοτήσεις αποδειχθούν ανεπαρκείς. Ιδιαίτερα στο πετρέλαιο κίνησης, όπου επηρεάζεται το κόστος μεταφοράς αγαθών, το δυνητικό όφελος υπερβαίνει τους άμεσους χρήστες, αν και το ευρωπαϊκό κατώτατο όριο περιορίζει το περιθώριο μείωσης. Η συζήτηση, επομένως, δεν εξαντλείται στην αντιπαράθεση μεταξύ φόρων και επιδοτήσεων, αλλά αφορά και την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση συγκεκριμένων δημοσιονομικών πόρων και τη διασφάλιση ότι το όφελος φθάνει πράγματι στον καταναλωτή.

Όταν οι επιδοτήσεις κινδυνεύουν να συντηρήσουν την ακρίβεια

Οι επιδοτήσεις αποτελούν βασικό εργαλείο της κυβερνητικής αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης. Η παράταση της στήριξης στα καύσιμα έως τα μέσα Νοεμβρίου προσφέρει άμεση ανακούφιση, ιδιαίτερα σε νοικοκυριά και επαγγελματίες που εξαρτώνται περισσότερο από τις μετακινήσεις. Η χρησιμότητά τους είναι αναμφισβήτητη ως προς την πρόσκαιρη μείωση της οικονομικής επιβάρυνσης. Εντούτοις, η μακροχρόνια εφαρμογή τους μπορεί να δημιουργήσει παρενέργειες. Όταν το κράτος απορροφά μέρος της αύξησης των τιμών, διατηρεί υψηλότερη τη ζήτηση από ό,τι θα ήταν χωρίς την παρέμβαση. Παράλληλα, περιορίζει τα κίνητρα εξοικονόμησης ενέργειας. Η επίδραση αυτή δεν σημαίνει ότι οι επιδοτήσεις προκαλούν περισσότερη ακρίβεια από όση αποτρέπουν. Σχετικές μελέτες του ΔΝΤ και της ΕΚΤ δείχνουν ότι οι άμεσες ενεργειακές ενισχύσεις μπορούν να μειώσουν ουσιαστικά τον πληθωρισμό, αλλά η απόσυρσή τους ενδέχεται να προκαλέσει προσωρινή αναζωπύρωσή του.

Το πρόβλημα αφορά συνεπώς τη διάρκεια, την έκταση και τη στόχευση των μέτρων. Μια οριζόντια επιδότηση που παρατείνεται χωρίς σαφή ορίζοντα μπορεί να αποδειχθεί δημοσιονομικά δαπανηρή, ενώ η σταδιακή προσαρμογή της στις πραγματικές ανάγκες μπορεί να προστατεύει αποτελεσματικότερα τα ευάλωτα νοικοκυριά. Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των ενοικίων. Η ετήσια επιστροφή ενοικίου και το επίδομα στέγασης ενισχύουν το διαθέσιμο εισόδημα των δικαιούχων, αλλά λειτουργούν σε μια αγορά όπου η προσφορά κατοικιών δεν μπορεί να αυξηθεί γρήγορα. Υπό αυτές τις συνθήκες, μέρος της ενίσχυσης ενδέχεται να απορροφηθεί από υψηλότερα μισθώματα.

Το ΔΝΤ έχει επισημάνει ειδικά αυτόν τον κίνδυνο για την Ελλάδα, προτείνοντας καλύτερη στόχευση της στεγαστικής στήριξης και αύξηση της διαθέσιμης προσφοράς. Η παρατήρηση έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς αποκαλύπτει τα όρια μιας πολιτικής που επιχειρεί να αντιμετωπίσει την ακρίβεια αποκλειστικά μέσω της ενίσχυσης της αγοραστικής δύναμης. Η επιστροφή ενοικίου αποτελεί χρήσιμη κοινωνική παρέμβαση, αλλά η αποτελεσματικότητά της θα ενισχυόταν αν συνοδευόταν από ταχύτερη αξιοποίηση κενών ακινήτων, περισσότερες ανακαινίσεις και ανάπτυξη προσιτών κατοικιών. Διαφορετικά, η πρόσθετη οικονομική δυνατότητα των ενοικιαστών μπορεί σταδιακά να ενσωματώνεται στις τιμές της αγοράς.

Δημοσιονομική σταθερότητα και ευρωπαϊκή ευελιξία

Η αποτελεσματικότητα των μέτρων πρέπει να αξιολογείται και σε συνάρτηση με τις δυνατότητες του κρατικού προϋπολογισμού. Η ελληνική οικονομία έχει καταγράψει σημαντική δημοσιονομική προσαρμογή, με πρωτογενή πλεονάσματα και υποχώρηση του λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ. Αυτή η πρόοδος ενισχύει την αξιοπιστία της χώρας και περιορίζει το κόστος μελλοντικών κινδύνων. Η διατήρησή της, όμως, απαιτεί προσοχή απέναντι σε μόνιμες φορολογικές απώλειες και ανεξέλεγκτες δαπάνες. Ένα προσωρινό ενεργειακό σοκ δεν είναι σκόπιμο να οδηγήσει αυτομάτως σε μόνιμη δημοσιονομική επέκταση, ιδιαίτερα όταν η διάρκειά του παραμένει αβέβαιη.

Με αυτό τον τρόπο η κυβερνητική επιλογή διατήρησης δημοσιονομικών εφεδρειών έχει συγκεκριμένη χρησιμότητα, από τη στιγμή που επιτρέπει να χρηματοδοτούνται έκτακτα μέτρα χωρίς να εξαντλούνται εξαρχής τα διαθέσιμα περιθώρια. Η επιτυχία της, πάντως, προϋποθέτει ότι οι πόροι κατευθύνονται εκεί όπου μπορούν να αποτρέψουν τη μεγαλύτερη κοινωνική και παραγωγική επιβάρυνση.

Το ευρωπαϊκό πλαίσιο παρέχει ορισμένες πρόσθετες δυνατότητες, αφού οι κανόνες για τις καθαρές δημόσιες δαπάνες δεν αποκλείουν προσωρινές φορολογικές ή εισοδηματικές παρεμβάσεις, αλλά απαιτούν συμμόρφωση με τις δημοσιονομικές δεσμεύσεις. Παράλληλα, η ειδική ευελιξία για επιλέξιμες δαπάνες ενεργειακής ασφάλειας και το προσωρινό πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων δημιουργούν δυνατότητες υποστήριξης επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Η σημασία τους είναι ιδιαίτερη για την Ελλάδα, καθώς η ενεργειακή κρίση έχει εξωτερικά αίτια, ενώ οι δημοσιονομικές δυνατότητες των κρατών μελών παραμένουν άνισες. Μια αποτελεσματικότερη ευρωπαϊκή απάντηση θα μπορούσε να συνδυάζει τον συντονισμό των στρατηγικών αποθεμάτων με την επιτάχυνση των ενεργειακών επενδύσεων και την υποστήριξη των περισσότερο εκτεθειμένων παραγωγικών κλάδων. Αυτό δεν αίρει την ανάγκη εθνικών επιλογών, αντίθετα καθιστά σημαντικότερο τον προγραμματισμό, ώστε οι ελληνικές παρεμβάσεις να αξιοποιούν τα ευρωπαϊκά εργαλεία αντί να βασίζονται αποκλειστικά σε εθνικούς πόρους.

Από την πρόσκαιρη ανακούφιση στη διατηρήσιμη αποκλιμάκωση

Η αντιμετώπιση του πληθωρισμού απαιτεί τελικά μια πολιτική που θα κινείται πέρα από τη διαρκή επιδότηση της κατανάλωσης. Οι προσωρινές ενισχύσεις έχουν λόγο ύπαρξης όταν οι τιμές αυξάνονται απότομα εξαιτίας εξωτερικών κρίσεων. Όσο όμως παρατείνονται οι ανατιμήσεις, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτούν οι παρεμβάσεις στην πλευρά της προσφοράς. Για την ελληνική οικονομία, αυτό σημαίνει επιτάχυνση των επενδύσεων στα ενεργειακά δίκτυα και στην αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας, μεγαλύτερη αξιοποίηση της εγχώριας παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές και περιορισμό των εμποδίων που αυξάνουν το κόστος παραγωγής.

Αντίστοιχη προτεραιότητα απαιτείται για τις αγορές αγαθών και υπηρεσιών, με αποτελεσματικότερους ελέγχους ανταγωνισμού, μεγαλύτερη διαφάνεια στη διαμόρφωση των τιμών και αξιολόγηση της πραγματικής μετακύλισης των κρατικών ενισχύσεων. Η ίδια λογική ισχύει στη στεγαστική πολιτική, όπου η αύξηση της προσφοράς προσιτών κατοικιών μπορεί να προσφέρει μονιμότερα αποτελέσματα από τη συνεχή διεύρυνση των επιδομάτων.

Η κυβερνητική στρατηγική της στοχευμένης στήριξης και της δημοσιονομικής συγκράτησης κινείται σε μια κατεύθυνση που λαμβάνει υπόψη τους πραγματικούς περιορισμούς της οικονομίας. Χρειάζεται, ωστόσο, συστηματική αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της, μεγαλύτερη έμφαση στις παραγωγικές παρεμβάσεις και ετοιμότητα προσαρμογής όταν οι συνθήκες αλλάζουν.

Η διεθνής ενεργειακή κρίση μπορεί να καταστήσει αναπόφευκτο ένα μέρος των ανατιμήσεων. Δεν καθιστά όμως αναπόφευκτη τη μονιμοποίησή τους στην ελληνική οικονομία. Το ζητούμενο είναι οι δημόσιοι πόροι να προστατεύουν αποτελεσματικά τα εισοδήματα, χωρίς να χρηματοδοτούν επ’ αόριστον την αύξηση των τιμών. Σε αυτή την ισορροπία ανάμεσα στην άμεση ανακούφιση και τη διαρθρωτική αντιμετώπιση της ακρίβειας θα κριθεί τελικά η επιτυχία της οικονομικής πολιτικής.