22/51: Συνδέοντας τα Πανεπιστήμια με την αγορά

ΕΛΚΕ και διαχείριση ιδιωτικών κονδυλίων

22/51: Συνδέοντας τα Πανεπιστήμια με την αγορά
(ΜΟΤΙΟΝΤΕΑΜ/ΒΕΡΒΕΡΙΔΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ)

Στη Θεσσαλονίκη λειτουργούν εδώ και δεκαετίες τρία πανεπιστημιακά ιδρύματα, το Αριστοτέλειο (ΑΠΘ), το Διεθνές Πανεπιστήμιο και το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας (το ΑΠΘ κλείνει αιώνα λειτουργίας φέτος). Με δεδομένο τον πληθυσμό σε φοιτητές και καθηγητές και τις ερευνητικές δυνατότητες, θα έπρεπε η πόλη μας και η ευρύτερη περιοχή να είναι ζηλευτό σημείο για την ανάπτυξη της βιομηχανίας, επειδή η πρόσβαση στις ερευνητικές δυνατότητες των ΑΕΙ θα έδινε στις επιχειρήσεις της Θεσσαλονίκης τεράστιο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Θα έπρεπε ο επιχειρηματίας να σηκώνει το τηλέφωνο, να καλεί τον καθηγητή του Τμήματος Μηχανολόγων Μηχανικών ή Πληροφορικής οποιουδήποτε από τα τρία αυτά ιδρύματα, να του θέτει μία ιδέα για να βελτιώσει την παραγωγή του και η ιδέα αυτή να υλοποιείται με πρωτότυπο και καινοτόμο τρόπο, με συνδρομή μελών ΔΕΠ και των φοιτητών του Τμήματος – έναντι καλής αμοιβής για το Πανεπιστήμιο και για τους εμπλεκομένους.

Όμως αυτό δεν συμβαίνει. Δεν υπάρχει τέτοια κουλτούρα άμεσης συνεργασίας μεταξύ πανεπιστημίων και αγοράς – όχι πως δεν υπάρχουν συμπράξεις, αλλά αυτές είναι μεμονωμένες. Ήδη σε προηγούμενο σημείωμα είχαμε δει μία πρόταση για την καθιέρωση βιομηχανικών μεταπτυχιακών. Τα βασικά εργαλεία, όμως για συνεργασία του πανεπιστημίου με την αγορά παραμένουν οι Ειδικοί Λογαριασμοί Κονδυλίων Έρευνας (ΕΛΚΕ) και οι τεχνοβλαστοί (spin-offs) που προκύπτουν από τα πανεπιστήμια. Το σημερινό σημείωμα θα έχει μία πρόταση για να βελτιωθεί θεσμικά η συνεργασία των ΕΛΚΕ με την αγορά. Σε επόμενο σημείωμα θα παρουσιάσω κάποιες σκέψεις για τους τεχνοβλαστούς και, σε ένα ακόμη, ζητήματα διανοητικής ιδιοκτησίας, που η τυποποιημένη επίλυσή τους μπορεί να μειώσει κι άλλο την απόσταση μεταξύ έρευνας και αγοράς.

Οι ΕΛΚΕ είναι θεσμοί που έχουν συσταθεί στα πανεπιστήμια και έχουν ως βασική αρμοδιότητα την προαγωγή της έρευνας. Έχουν αρμοδιότητα τη διαχείριση των κονδυλίων που προέρχονται από κάθε δυνατή πηγή και κατευθύνονται στο πανεπιστήμιο για σκοπούς έρευνας: κυρίως ερευνητικά προγράμματα. Οι πόροι αυτοί έχουν πολλές πηγές και μία από τις πολλές αυτές πηγές είναι τα έσοδα από την παροχή υπηρεσιών σε φυσικά πρόσωπα ή φορείς του ιδιωτικού τομέα. Για τον λόγο αυτό, μολονότι οι ΕΛΚΕ κάποια ελαστικότητα, σε σχέση με τους λοιπούς φορείς της γενικής κυβέρνησης, στη διαχείριση των κονδυλίων τους, εν τούτοις δεν μπορούν να ξεφύγουν από τους περιορισμούς στη διαχείριση που έχουν τεθεί με σκοπό την προστασία του δημόσιου χρήματος.

Έτσι, για ποσά πάνω από 30.000 ευρώ οι ΕΛΚΕ δεσμεύονται από τη νομοθεσία των δημόσιων συμβάσεων. Με τον τρόπο αυτό, όμως, δεν μπορούν στο πλαίσιο ενός προγράμματος να αξιολογήσουν κάποια στοιχεία των πιθανών προμηθευτών τους, τα οποία δεν μπορούν να αποτυπωθούν σε μία δημόσια προκήρυξη: φήμη, ποιότητα προϊόντων ή υπηρεσιών που έχουν παρασχεθεί στο παρελθόν κ.λπ. Παρομοίως, η πρόσληψη πρόσθετου προσωπικού για το ένα ερευνητικό πρόγραμμα γίνεται μετά από δημόσια προκήρυξη και μετά από αξιολόγηση προσόντων, δεν μπορεί επομένως ένα στοιχείο όπως η προηγούμενη συνεργασία και η προσωπική αξιοπιστία να ληφθούν υπόψη κατά την επιλογή. Τέλος, όσοι προσληφθούν δεν θα μπορούν να αμειφθούν με ποσά μεγαλύτερα από τις αμοιβές του γενικού γραμματέα υπουργείου, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να προσελκύσουν επιστήμονες από την αγορά που επιδιώκουν υψηλές αμοιβές.

Οι περιορισμοί αυτοί είναι εύλογοι, όταν τα κονδύλια που διαχειρίζεται ο ΕΛΚΕ είναι δημόσια επειδή, όπως είπαμε παραπάνω, έχουν τεθεί για μην μπορεί όποιος θέλει να κάνει «παιχνίδια» με δημόσιο χρήμα. Αλλά μπορούν να αρθούν, όταν ο ΕΛΚΕ συμβάλλεται με ιδιώτες, για να χρηματοδοτήσει μία έρευνα προς όφελός τους (λ.χ με μία βιομηχανία που θέλει μία καινοτομία), αν η χρηματοδότηση προέρχεται αποκλειστικά από τον ιδιώτη. Μπορεί να προβλεφθεί νομοθετικά ότι οι πόροι που εισφέρει ο ιδιώτης, όταν αυτός χρηματοδοτεί πλήρως ένα ερευνητικό πρόγραμμα και στον βαθμό αυτοί που αξιοποιούνται για προμήθεια αγαθών και υπηρεσιών ή την πρόσληψη και αμοιβή προσωπικού που σχετίζονται με την έρευνα, είναι και μπορούν να αντιμετωπίζονται ως ιδιωτικό χρήμα, το οποίο δεν υπόκειται στους περιορισμούς του Δημοσίου.

Αν, δηλαδή, ο ιδιώτης συμφωνεί, αφού αυτός βάζει τα χρήματα, μπορούν οι συμβάσεις και οι αμοιβές να γίνουν χωρίς την τυποποίηση του δημόσιου τομέα, αλλά με την ουσιαστική αξιολόγηση του ιδιωτικού. Και πρέπει να δοθεί αυτή η δυνατότητα, εφόσον πρόκειται για ιδιωτικό χρήμα: θα πρέπει οι ιδιώτες που συμβάλλονται με τον ΕΛΚΕ να μπορούν να διαθέσουν μεγάλες αμοιβές για την πρόσληψη επιστημόνων κύρους, εντός ή εκτός πανεπιστημίου – να μπορούν να διαλέξουν τους προμηθευτές τους με τα δικά τους κριτήρια. Δεν γίνεται μία βιομηχανία να έχει τη διάθεση να επενδύσει ένα σημαντικό χρηματικό ποσό για να συνεργασθεί θεσμικά με ένα πανεπιστήμιο αλλά το τίμημα για τη συνεργασία αυτή να είναι η εμπλοκή σε προδικαστικές και δικαστικές προσφυγές που καθυστερούν τη σύναψη μιας σύμβασης ή η αδυναμία να επιλέξει και να αμείψει το καλύτερο προσωπικό που μπορεί. Το ιδιωτικό χρήμα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ιδιωτικό χρήμα με ευθύνη αυτού που το εισφέρει.

Ίσως μάλιστα η ίδια αντιμετώπιση να επιφυλάσσεται και όταν εμπλέκεται, σε πολύ περιορισμένο βαθμό, δημόσιο χρήμα: όταν το δημόσιο χρήμα καλύπτει το ένα πέμπτο ή λιγότερο από τον προϋπολογισμό του ερευνητικού έργου και είναι κατώτερο από τα όρια που θέτει η νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να γίνονται υποχρεωτικά διαγωνιστικές διαδικασίες για δημόσιες προμήθειες. Έτσι, και ο ιδιώτης αντισυμβαλλόμενος δεν θα έμπαινε στο δίλημμα να δεχθεί την (περιορισμένη) δημόσια χρηματοδότηση και ένα μεγάλο γραφειοκρατικό πακέτο ή να την αποκρούσει και να βρεθεί σε δυσμενέστερη θέση από τους ανταγωνιστές του που την έχουν λάβει.

Αυτό δεν ισχύει μόνο στη χρηματοδότηση ερευνητικών προγραμμάτων, αλλά είναι γενικό: αν θέλουμε την ουσιαστική σύμπραξη του Δημοσίου με φορείς της αγοράς, πρέπει τουλάχιστον να επιτρέπουμε το ιδιωτικό χρήμα να διατίθεται σύμφωνα με την επιθυμία αυτών που το εισφέρουν. Ποτέ δεν πρόκειται να συνδεθεί το Πανεπιστήμιο με την αγορά κατά τρόπο ουσιαστικό, όσο οι φορείς της αγοράς λένε: «ουφ, πάλι με το κράτος έμπλεξα!».