Βιομηχανική πολιτική: Πέντε άξονες, ένα δύσκολο στοίχημα

Οι κυβερνητικές παρεμβάσεις απαντούν σε πραγματικά προβλήματα της παραγωγής. Η αποτελεσματικότητά τους θα κριθεί από την εφαρμογή, τη διάρκεια και την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου

Βιομηχανική πολιτική: Πέντε άξονες, ένα δύσκολο στοίχημα
Unsplash

Η ελληνική βιομηχανία έχει ανακτήσει έδαφος, αλλά η απόσταση που τη χωρίζει από τις ισχυρότερες ευρωπαϊκές παραγωγικές οικονομίες παραμένει μεγάλη. Αυτή τη διπλή πραγματικότητα αποτυπώνουν οι πέντε άξονες βιομηχανικής πολιτικής που παρουσίασε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Κωστής Χατζηδάκης, στις 5 Νοεμβρίου, σε εκδήλωση του Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδος. Ενεργειακό κόστος, επιχειρηματικό περιβάλλον, χρηματοδότηση, τεχνολογία και δεξιότητες, εξωστρέφεια συγκροτούν την κυβερνητική απάντηση σε εμπόδια που επιχειρηματίες και εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν καθημερινά.

Η αφετηρία είναι ισχυρότερη από εκείνη της προηγούμενης δεκαετίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο αντιπρόεδρος, το μερίδιο της βιομηχανίας στην ακαθάριστη προστιθέμενη αξία αυξήθηκε από 13,8% το 2019 σε 15,8% το 2025, δημιουργήθηκαν περισσότερες από 60.000 θέσεις εργασίας και οι εξαγωγές αγαθών έφθασαν τα 48 δισ. ευρώ. Οι αριθμοί καταγράφουν πρόοδο, αφήνουν όμως ανοιχτό το κρισιμότερο ερώτημα: μπορεί αυτή η ανάκαμψη να εξελιχθεί σε διαρκή παραγωγική αναβάθμιση; Η βελτίωση των οικονομικών δεικτών προχωρά ταχύτερα από τη μεταβολή της παραγωγικής δομής. Αυτή είναι η πραγματική δοκιμασία των εξαγγελιών.

Η ενέργεια ως άμεση πίεση και μακροχρόνια εκκρεμότητα

Ο πρώτος άξονας αγγίζει την πιο πιεστική ανάγκη της μεταποίησης. Η κυβέρνηση αναφέρεται σε μέτρα 500 εκατ. ευρώ για την επόμενη πενταετία, επιπλέον 95 εκατ. ευρώ που ανακοινώθηκαν τον Οκτώβριο και παρεμβάσεις με μακροπρόθεσμο στόχο τη μείωση του ενεργειακού κόστους κατά 30%. Για τις ενεργοβόρες μονάδες, η διαφορά στην τιμή του ρεύματος μπορεί να καθορίσει αν μια παραγγελία είναι κερδοφόρα ή αν μια επένδυση θα υλοποιηθεί.

Το μέγεθος του προβλήματος αποτυπώνεται στα στοιχεία του ΣΒΕ, σύμφωνα με τα οποία το 72% των επιχειρήσεων θεωρεί το ενεργειακό κόστος σημαντικό εμπόδιο στις επενδύσεις. Η στήριξη μπορεί να δώσει σχετικά γρήγορα ανάσα, αλλά το αποτέλεσμα εξαρτάται από τους δικαιούχους, το χρονοδιάγραμμα και τη μεταβολή του πραγματικού λογαριασμού τους. Μάλιστα, μέρος των πρόσθετων ενισχύσεων αναμένεται να γίνει αισθητό από το 2027.

Η αδυναμία βρίσκεται στη διάρκειά τους. Οι δημοσιονομικοί περιορισμοί και οι ευρωπαϊκοί κανόνες κρατικών ενισχύσεων περιορίζουν τη δυνατότητα μόνιμων επιδοτήσεων. Αποθήκευση, δίκτυα, μακροχρόνιες συμβάσεις προμήθειας και εξοικονόμηση αποτελούν πιο σταθερές απαντήσεις, απαιτούν όμως χρόνο και κεφάλαια. Ο στόχος του 30% χρειάζεται επίσης σαφή αφετηρία μέτρησης και ορίζοντα επίτευξης, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί. Εξίσου σημαντικό είναι να διαπιστωθεί αν τα οφέλη φτάνουν στις μικρότερες μονάδες που δεν διαθέτουν ισχυρή διαπραγματευτική θέση απέναντι στους προμηθευτές ενέργειας. Μια οριζόντια μείωση των τιμών δεν επιδρά αναγκαστικά με τον ίδιο τρόπο σε κάθε κλάδο.

Το επιχειρηματικό περιβάλλον πέρα από τους νόμους

Η επιτάχυνση της Δικαιοσύνης, ο χωροταξικός σχεδιασμός και το νέο πλαίσιο για τα βιομηχανικά πάρκα συνιστούν τον δεύτερο άξονα. Ο Χατζηδάκης επικαλέστηκε τη μείωση του χρόνου έκδοσης αποφάσεων στα πρωτοδικεία και έθεσε στόχο σύγκλισης με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο την επόμενη τετραετία. Πρόκειται για αλλαγές που μπορούν να επηρεάσουν ουσιαστικά τις επενδυτικές αποφάσεις, καθώς η αβεβαιότητα μιας άδειας ή μιας δικαστικής διαφοράς μετατρέπεται σε πραγματικό κόστος.

Εδώ, ωστόσο, η απόσταση μεταξύ νομοθέτησης και καθημερινής λειτουργίας είναι συχνά μεγάλη. Μια επιχείρηση χρειάζεται προβλέψιμους χρόνους, επαρκώς στελεχωμένες υπηρεσίες, σαφείς χρήσεις γης και διασυνδεδεμένα πληροφοριακά συστήματα. Ακόμη και ένα οργανωμένο βιομηχανικό πάρκο χάνει την αξία του εάν υπολείπεται σε οδική πρόσβαση, ηλεκτρικά δίκτυα ή υποδομές μεταφοράς εμπορευμάτων.

Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα ορατό στις παραγωγικές συγκεντρώσεις της Βόρειας Ελλάδας, όπου η ανταγωνιστικότητα εξαρτάται και από το λιμάνι, τις σιδηροδρομικές συνδέσεις και τις υποδομές της ενδοχώρας. Η πρόοδος θα αποδειχθεί από λιγότερες καθυστερήσεις στην πράξη, όχι απλώς από περισσότερες νομοθετικές ρυθμίσεις. Θα ήταν χρήσιμη η δημοσιοποίηση συγκεκριμένων δεικτών, από τον μέσο χρόνο αδειοδότησης μέχρι τη διαθεσιμότητα κατάλληλων βιομηχανικών εκτάσεων. Έτσι θα μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να συγκρίνουν τις εξαγγελίες με την καθημερινή εμπειρία των επιχειρήσεων.

Η χρηματοδότηση και το όριο των ευρωπαϊκών πόρων

Ο τρίτος άξονας επιχειρεί να κινητοποιήσει δημόσια και ιδιωτικά κεφάλαια. Η εξυγίανση των τραπεζών, τα διαθέσιμα ευρωπαϊκά προγράμματα και η πρόσβαση σε νέες χρηματοδοτικές πηγές δημιουργούν ευκαιρίες. Η κυβέρνηση προσβλέπει επίσης στο προτεινόμενο ευρωπαϊκό Ταμείο Ανταγωνιστικότητας, ενθαρρύνοντας συνεργασίες επιχειρήσεων με πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα.

Υπάρχουν δύο ουσιαστικά εμπόδια. Το πρώτο αφορά τις μικρότερες επιχειρήσεις, που συχνά διαθέτουν ανεπαρκείς εξασφαλίσεις, περιορισμένα ίδια κεφάλαια ή αδυναμία προετοιμασίας σύνθετων επενδυτικών φακέλων. Έτσι, η βελτίωση της χρηματοδότησης μπορεί να ωφελήσει περισσότερο όσους έχουν ήδη την οργανωτική δυνατότητα να επενδύσουν. Η διεύρυνση της πρόσβασης προϋποθέτει και εγγυοδοτικά εργαλεία, τεχνική υποστήριξη, συνεργασίες και μεγαλύτερη επιχειρηματική κλίμακα.

Το δεύτερο αφορά τον χρόνο. Η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης καθιστά κρίσιμη τη συνέχιση των παραγωγικών επενδύσεων μετά το 2026. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει επιβράδυνση της ελληνικής ανάπτυξης το 2027 καθώς ολοκληρώνεται αυτή η χρηματοδοτική ώθηση. Παράλληλα, το ύψος και οι όροι των μελλοντικών ευρωπαϊκών πόρων παραμένουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Η βιομηχανική πολιτική θα χρειαστεί επομένως επενδύσεις που αποδίδουν οικονομικά και χωρίς διαρκή επιχορήγηση. Απαιτείται επίσης προσοχή στη σύνθεσή τους. Η αγορά εισαγόμενων μηχανημάτων αυξάνει την παραγωγική ικανότητα, αλλά δεν δημιουργεί αυτομάτως αντίστοιχη εγχώρια αλυσίδα προμηθευτών. Το ζητούμενο είναι να δημιουργούνται νέες δραστηριότητες με διάρκεια, συνέργειες και πραγματική ζήτηση.

Τεχνολογία και δεξιότητες: Η δύσκολη πλευρά της παραγωγικότητας

Η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης, ο βιομηχανικός αυτοματισμός και η σύνδεση έρευνας και παραγωγής συγκροτούν τον τέταρτο άξονα. Τα φορολογικά κίνητρα, με υπεραποσβέσεις που κατά την κυβέρνηση φθάνουν το 315%, μπορούν να ενθαρρύνουν επενδύσεις σε νέα προϊόντα και τεχνολογικές εφαρμογές. Όμως ένα φορολογικό όφελος δεν εξασφαλίζει από μόνο του τη ρευστότητα που απαιτείται για να ξεκινήσει ένα ερευνητικό πρόγραμμα.

Η υστέρηση της παραγωγικότητας είναι βαθύτερη. Συνδέεται με το μικρό μέγεθος πολλών επιχειρήσεων, τον ανεπαρκή εξοπλισμό, τη διοικητική οργάνωση και τα κενά τεχνικών δεξιοτήτων. Η εγκατάσταση ενός σύγχρονου μηχανήματος έχει περιορισμένη απόδοση εάν δεν συνοδεύεται από κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό και αλλαγές στην παραγωγική διαδικασία.

Γι’ αυτό η ενδοεπιχειρησιακή κατάρτιση χρειάζεται συγκεκριμένα αποτελέσματα και αξιολόγηση. Το ίδιο ισχύει για τη συνεργασία πανεπιστημίων και βιομηχανίας: σημασία έχει πόσες ερευνητικές εφαρμογές μετατρέπονται σε εμπορεύσιμα προϊόντα. Η τεχνολογική αναβάθμιση μπορεί να βελτιώσει γρήγορα μεμονωμένες μονάδες, αλλά η συνολική παραγωγικότητα της οικονομίας αλλάζει πολύ πιο αργά. Η παράμετρος αυτή συνδέεται άμεσα και με τις αμοιβές. Η κυβερνητική προτροπή προς τους εργοδότες για αυξήσεις μισθών θα αποκτήσει μεγαλύτερο οικονομικό βάθος εάν οι επιχειρήσεις καταφέρουν να παράγουν περισσότερη αξία ανά ώρα εργασίας και να τη μοιράζονται με το προσωπικό τους.

Η εξωστρέφεια και το πραγματικό κριτήριο επιτυχίας

Ο πέμπτος άξονας αφορά περισσότερα εξαγώγιμα προϊόντα, νέες αγορές και συμμετοχή σε ευρωπαϊκές αλυσίδες αξίας, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την αμυντική βιομηχανία. Η κατεύθυνση ανταποκρίνεται στην ανάγκη διεύρυνσης της παραγωγικής βάσης. Εξάλλου, τα στοιχεία για τις ελληνικές εξαγωγές δείχνουν ότι υπάρχουν ήδη επιχειρήσεις με δυνατότητα επέκτασης σε ανταγωνιστικές αγορές.

Η αύξηση των εξαγωγών, πάντως, πρέπει να εξετάζεται μαζί με την εγχώρια προστιθέμενη αξία. Όταν ένα εξαγόμενο προϊόν στηρίζεται σε εκτεταμένες εισαγωγές εξαρτημάτων και εξοπλισμού, μέρος του οικονομικού οφέλους κατευθύνεται στο εξωτερικό. Η ίδια πρόκληση ισχύει για τις αμυντικές κοινοπραξίες: η συμμετοχή έχει διαφορετικό αναπτυξιακό αποτύπωμα όταν συνοδεύεται από ελληνική τεχνογνωσία, σχεδιασμό και παραγωγή. Παράλληλα, η διαφοροποίηση προορισμών μειώνει την έκθεση σε αναταράξεις μιας μόνο αγοράς, χωρίς να εξαλείφει τους διεθνείς κινδύνους. Η εξωστρέφεια πρέπει επομένως να στηρίζεται στην ποιότητα και στην τεχνολογία των προϊόντων, πέρα από την αναζήτηση νέων πελατών.

Συνολικά, οι πέντε άξονες κινούνται σε πεδία με πραγματικές ανάγκες και διαθέτουν διαφορετικούς βαθμούς ωριμότητας. Οι παρεμβάσεις στην ενέργεια και η χρηματοδότηση ώριμων σχεδίων μπορούν να έχουν πιο άμεσα, μετρήσιμα αποτελέσματα. Η Δικαιοσύνη, η τεχνολογία, οι υποδομές και η εξαγωγική αναβάθμιση απαιτούν συστηματική εφαρμογή πολλών ετών.

Η κρίσιμη δοκιμασία θα βρίσκεται στη μέτρηση του αποτελέσματος: πόσες νέες παραγωγικές επενδύσεις υλοποιούνται, πόσο μειώνεται το κόστος, πόσο αυξάνεται η παραγωγή ανά εργαζόμενο και τι μέρος της αξίας παραμένει στην Ελλάδα. Σε αυτή την αλυσίδα θα κριθεί και η δυνατότητα για υψηλότερους, διατηρήσιμους μισθούς. Χωρίς συγκεκριμένους στόχους, προθεσμίες και δημόσια παρακολούθηση, ακόμη και οι ορθά επιλεγμένες παρεμβάσεις κινδυνεύουν να μείνουν ένα άθροισμα επιμέρους πρωτοβουλιών.