Δεκαετίες δουλειάς, σύνταξη… πουθενά για τους Αλβανούς μετανάστες πρώτης γενιάς
Οι προϋποθέσεις για συνταξιοδότηση είναι πρακτικά αδύνατον να καλυφθούν ακόμα και για ανθρώπους με δεκαετίες παραμονής στη χώρα
Άπιαστος στόχος παραμένει, μετά από δεκαετίες δουλειάς –συνήθως χειρωνακτικής και σκληρής– η σύνταξη για τους μετανάστες στην Ελλάδα, λόγω των σχετικών προϋποθέσεων της νομοθεσίας.
Το ζήτημα έχουν αναδείξει το τελευταίο διάστημα οργανώσεις και συλλογικότητες ιδίως από την κοινότητα των αλβανών μεταναστών, με αφορμή και τη συμπλήρωση 35 ετών από την έλευσή τους για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Πολλοί από αυτούς φτάνουν σιγά-σιγά στο τέλος του εργασιακού τους βίου, αλλά βρίσκονται αντιμέτωποι με σημαντικά κενά στο ασφαλιστικό τους ημερολόγιο που καθιστούν αδύνατη τη συνταξιοδότηση.
Οι προϋποθέσεις του Νόμου Κατρούγκαλου
Ο Νόμος 4387/2016 (γνωστός και ως Νόμος Κατρούγκαλου) ορίζει πως το τελικό ποσό που λαμβάνει ένας συνταξιούχος απαρτίζεται από δύο σκέλη που αθροίζονται. Συγκεκριμένα:
- την εθνική σύνταξη, που χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό. Από 1/1/2026 το σχετικό ποσό ανέρχεται σε 446,87 ευρώ.
- την ανταποδοτική σύνταξη, που χρηματοδοτείται από τις εισφορές των ασφαλισμένων, ανάλογα με το ύψος των ασφαλιστικών εισφορών που έχουν καταβάλει και με τα έτη ασφάλισης που έχουν διανύσει. Το τελικό ποσό υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο των συντάξιμων αποδοχών (μισθών) του ασφαλισμένου επί του συντελεστή αναπλήρωσης, που αντιστοιχεί στο σύνολο των ετών ασφάλισης επί του δείκτη τιμών καταναλωτή εκάστου έτους.

Σύμφωνα με το ΚΕΠΕΑ-ΓΣΕΕ, για τη χορήγηση της εθνικής σύνταξης, του ελάχιστου δηλαδή ποσού που έχει λαμβάνειν ένας συνταξιούχος, απαιτούνται:
- 6.000 ένσημα (20 έτη ασφάλισης) για ασφαλισμένους 67 ετών ή 12.000 ημέρες ασφάλισης για ασφαλισμένους 62 ετών, με πρόωρη συνταξιοδότηση
- 40 χρόνια νόμιμης διαμονής στην χώρα
Σε περίπτωση που κάποιος εργαζόμενος δεν έχει 20 έτη ασφάλισης, το ποσό μειώνεται 2% για κάθε έτος που υπολείπεται των 20 ετών. Αν δεν έχει συμπληρώσει 40 χρόνια διαμονής, το τελικό ποσό «κουρεύεται» κατά 1/40 για κάθε έτος που υπολείπεται από τα 40 έτη.
Επίσης, εφόσον κάνει αίτηση για μειωμένη σύνταξη, χωρίς να έχει συμπληρώσει το ηλικιακό όριο πλήρους σύνταξης, το ποσό εθνικής σύνταξης μειώνεται κατά 6% για κάθε έτος που δεν έχει συμπληρωθεί.
Χρόνια ανασφάλιστης εργασίας και τα ένσημα δεν φτάνουν
Αν αναλογιστεί κανείς τις συνθήκες εργασίας των μεταναστών, ιδίως κατά τα πρώτα χρόνια παραμονής τους στην Ελλάδα, εύκολα καταλαβαίνει ότι οι παραπάνω προϋποθέσεις ναρκοθετούν τη δυνατότητα για μία αξιοπρεπή σύνταξη.
Ο βασικότερος λόγος είναι τα 40 χρόνια νόμιμης διαμονής στη χώρα, τα οποία ελάχιστοι ενδιαφερόμενοι έχουν συμπληρώσει –υφιστάμενοι τις μακρόχρονες και δύσκολες γραφειοκρατικές διαδικασίες για την έκδοση και ανανέωση των αδειών διαμονής. Τα πρώτα μεγάλα κύματα μεταναστών στη χώρα μας σημειώθηκαν κυρίως από την πτώση των σοσιαλιστικών καθεστώτων και έπειτα. Οπότε, ακόμα και αν κάποιος έχει εργαστεί για πάνω από 20 έτη ασφάλισης, θα πρέπει να συνεχίσει να το κάνει μέχρις ότου συμπληρώσει 40 χρόνια διαμονής στην Ελλάδα.
Ο δεύτερος μεγάλος σκόπελος αφορά τα ίδια τα έτη ασφάλισης. Αναγκασμένοι να βρουν οποιαδήποτε δουλειά για να βιοποριστούν, ειδικά τα πρώτα χρόνια στην Ελλάδα, οι μετανάστες καταφεύγουν πολύ συχνά σε δουλειές ανασφάλιστες, με ελαστικές μορφές εργασίας και ενίοτε και με εργοδοτική ασυδοσία. Και όταν έρχεται τελικά η ώρα της πολυπόθητης σύνταξης… τα κουκιά δεν βγαίνουν.

Αξίζει να σημειωθεί εδώ πως για το κριτήριο των ετών διαμονής έχει τοποθετηθεί και ο Συνήγορος του Πολίτη, μετά από αίτημα του μη κερδοσκοπικού οργανισμού Generation 2.0 RED, χαρακτηρίζοντάς το «ξένο προς το ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα». Συμπληρώνει ότι η «μείωση της εθνικής σύνταξης βάσει ετών διαμονής αφενός, αλλοιώνει την ίδια την οικονομία του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος, συστατικό στοιχείο του οποίου είναι η θεμελίωση δικαιωμάτων βάσει του χρόνου ασφάλισης, αφετέρου οδηγεί σε πολύ χαμηλές συντάξεις στις περιπτώσεις που δεν συμπληρώνονται 40 έτη κατοικίας στην Ελλάδα και ταυτοχρόνως σε πολύ μεγάλες ανισότητες μεταξύ ασφαλισμένων με τον ίδιο χρόνο ασφάλισης και τις ίδιες συντάξιμες αποδοχές».
Σε αυτό το πνεύμα, το 2022 υπογράφηκε Κοινή Υπουργική Απόφαση που μείωσε τα απαιτούμενα έτη νόμιμης διαμονής για τη λήψη πλήρους εθνικής σύνταξης από 40 σε 30, αλλά μόνο για τους ομογενείς που προέρχονται από την Αλβανία και από χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.
Ανεκπλήρωτες προϋποθέσεις και για το επίδομα του ΟΠΕΚΑ
Στην περίπτωση που κάποιος δεν δικαιούται σύνταξη, μπορεί να στραφεί στο επίδομα κοινωνικής αλληλεγγύης ανασφάλιστων υπερηλίκων που χορηγεί ο ΟΠΕΚΑ, ύφους 418,95 ευρώ.
Κριτήρια που αφορούν τα έτη διαμονής υπάρχουν και εδώ. Πιο συγκεκριμένα, απαιτούνται 35 έτη μόνιμης και νόμιμης διαμονής για να ληφθεί ολόκληρο το ποσό του επιδόματος. Αλλιώς το επίδομα μειώνεται 1/35 για κάθε έτος που υπολείπεται των 35 ετών. Επίσης, προαπαιτούμενο είναι ο ενδιαφερόμενος να έχει ζήσει για τουλάχιστον 10 χρόνια συνεχόμενα στην Ελλάδα.
Οι Διακρατικές Συμφωνίες μία πιθανή λύση;
Σημαντική «ανάσα», τουλάχιστον στους μετανάστες αλβανικής καταγωγής που έχουν ήδη πολλά χρόνια διαμονής στην Ελλάδα, θα μπορούσε να προσφέρει η αναγνώριση ετών ασφαλισμένης εργασίας που είχαν κατοχυρώσει πριν τον ερχομό τους στη χώρα μας. Κάτι τέτοιο θα ήταν εφικτό αν Ελλάδα και Αλβανία υπέγραφαν μία Διμερή Συμφωνία Κοινωνικής Ασφάλισης, όπως έχει συμβεί και με άλλες χώρες.
Πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι η Συμφωνία με τη Μολδαβία, που συνυπολογίζει κανονικά της περιόδους ασφάλισης και στις δύο χώρες (Άρθρο 13, παρ. 1). Μία τέτοια συμφωνία με την Αλβανία θα μπορούσε να προσφέρει σημαντικό «μαξιλαράκι» στους εργαζόμενους, ώστε να καλύψουν τα προαπαιτούμενα έτη ασφάλισης για να συνταξιοδοτηθούν στην Ελλάδα.
Η καμπάνια των μεταναστών και η ερώτηση στον Π. Μαρινάκη
Το ζήτημα της σύνταξης μεταναστών έχει αναδείξει τελευταία η Πρωτοβουλία Αλβανών Μεταναστών και Αλληλέγγυων, πραγματοποιώντας και συλλογή υπογραφών.
«Οι διαφωνίες μας για τα κριτήρια απονομής σύνταξης έχουν να κάνουν με το γεγονός ότι οι αλβανοί μετανάστες πρώτης γενιάς, σε πολύ μεγάλο βαθμό, άρχισαν να δουλεύουν με ένσημα μόλις το 1998, όταν και δόθηκαν οι πρώτες άδειες διαμονής για εργασία. Άρα, στην πλειονότητα τους οι πρώτοι συνταξιούχοι στην καλύτερη περίπτωση θεμελίωσαν το δικαίωμα έστω της μειωμένης σύνταξης περίπου το 2015-2016. Πολλοί από αυτούς ήρθαν στη χώρα σε μεγάλη ηλικία, με αποτέλεσμα να βγουν στην στην σύνταξη με πολύ κόπο και χωρίς να έχουν εξασφαλίσει μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για πλήρη σύνταξη. Σκεφτείτε ότι οι δουλειές τους ήταν σε οικοδομικές και άλλες βαριές εργασίες, που και ο οργανισμός δεν αντέχει μετά τα 60. Σκεφτείτε και τι κόπος ήταν και είναι να μαζευτούν τα ένσημα σε μια χώρα που η αδήλωτη εργασία υπάρχει σε μεγάλο βαθμό, ειδικά σε τέτοια επαγγέλματα», σχολιάζει ο Artur Qelemeni, μέλος της Πρωτοβουλίας.

«Με λίγα λόγια, στις περισσότερες περιπτώσεις υπάρχουν δύο δεδομένα ως προς τους αλλοδαπούς μετανάστες: Πρώτον, η νομιμοποίησή τους έγινε το 1998. Δεύτερον, ο εργάσιμος βίος είναι μικρός και φτάνει με το ζόρι τα 45.000 ένσημα, που εξασφαλίζουν έστω και πρόωρη σύνταξη στα 62 χρόνια. Συνεπώς, εμείς ζητάμε είτε πλήρη κατάργηση της προϋπόθεσης για 40 χρόνια διαμονής στην Ελλάδα, ιδίως στα βαριά και ανθυγιεινά επαγγέλματα, ή κατάργηση των υποχρεωτικών 20 ετών ασφάλισης».
Να σημειωθεί ότι πρόσφατα για το ζήτημα υπέβαλε ερώτηση στον κυβερνητικό εκπρόσωπο, Παύλο Μαρινάκη, και ο δημοσιογράφος Χρήστος Αβραμίδης, εκ μέρους του Jacobin Greece. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος απάντησε αναφερόμενος στην ΚΥΑ του 2022, για να λάβει την απάντηση ότι αυτή αφορά μόνο τους ομογενείς. Εντέλει, υποσχέθηκε να υποβάλει νέο ερώτημα στο υπουργείο Εργασίας.
Οι άδειες διαμονής συνταξιούχων και ΑμΕΑ αποκλείουν την εργασία
Σε αντίθεση με πολλούς Έλληνες, που επιλέγουν να εργάζονται και μετά τη συνταξιοδότηση –ειδικά από το 2024 και μετά, όταν καταργήθηκε η περικοπή του 30% της σύνταξης γήρατος–, οι μετανάστες αναγκάζονται να λήξουν οριστικά και αμετάκλητα τον εργασιακό τους βίο.
Όπως εξηγεί ο κ. Qelemeni, η άδεια διαμονής για συνταξιούχους απαγορεύει ρητά την πρόσβαση στην εργασία. Συνεπώς, αυτοί οι μετανάστες δεν μπορούν να δουλέψουν, ώστε να αυξήσουν το εισόδημά τους.

Το ίδιο ισχύει και στις λεγόμενες άδειες διαμονής για «ανθρωπιστικούς λόγους» που χορηγούνται σε «πάσχοντες από σοβαρά προβλήματα υγείας». Αυτές προβλέπονται για μετανάστες με πιστοποιημένη αναπηρία από τα Κέντρα Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕΠΑ) 50% και πάνω. Λόγω της γνωμοδότησης του ΚΕΠΑ, εδώ δεν απαιτείται η συμπλήρωση της 40ετούς διαμονής στην Ελλάδα, όμως απαιτείται τουλάχιστον μία εικοσαετία εργασιακού βίου.
«Μόνο εγώ στο περιβάλλον μου έχω δύο τέτοιες περιπτώσεις, που η μία αφορά σε ψυχική αναπηρία. Εμείς ζητάμε να δοθεί το δικαίωμα στην εργασία και σε αυτές τις περιπτώσεις, εφόσον τα άτομα είναι ικανά να δουλέψουν. Ας μην ξεχνάμε ότι μέρος της αποθεραπείας, ειδικά των ψυχιατρικών παθήσεων, είναι και η κοινωνικοποίηση μέσω της εργασίας», λέει ο κ. Qelemeni.

Προσθέτει ότι και αυτή η άδεια, όπως και η άδεια συνταξιούχων, είναι ορισμένου χρόνου και πρέπει να ανανεώνεται κάθε τρία χρόνια. «Ορθότερο θα ήταν το άτομο να κρατά την άδεια για όσο διαρκεί πιστοποιημένα η αναπηρία του και να μην έχει το άγχος να την ανανεώνει κάθε τρία χρόνια. Επίσης, θα θέλαμε να καταργηθεί και εδώ η εικοσαετία εργασίας, για όλους τους λόγους που αναφέραμε πριν».
Κλείνοντας, τονίζει ότι η Πρωτοβουλία και ο ίδιος δεν κάνουν αυτήν την καμπάνια μόνο για τους Αλβανούς στην Ελλάδα. «Την κάνουμε για όλους τους μετανάστες αλλά και για πολλούς Έλληνες που χάνονται μέσα στην τεράστια γραφειοκρατία, δεν ξέρουν τα δικαιώματά τους και καταλήγουν με συντάξεις πείνας μετά από δεκαετίες δουλειάς. Εγώ, ως μετανάστης, ήρθα αντιμέτωπος με τους αυστηρούς –και συχνά ρατσιστικούς– νόμους του ελληνικού κράτους από πολύ νωρίς. Ας γλυτώσουν απ’ αυτήν την ψυχοφθόρα διαδικασία τουλάχιστον οι επόμενοι».