Πακέτο παρεμβάσεων για τα ακίνητα
Με βασικό στόχο να διατηρηθεί η κινητικότητα στην αγορά ακινήτων και να ενισχυθεί η προσφορά κατοικιών, η κυβέρνηση επεξεργάζεται ένα νέο πακέτο παρεμβάσεων που θα αποτελέσει τον πυρήνα της στεγαστικής πολιτικής για το επόμενο διάστημα.
Στο πλαίσιο αυτό, όπως μετέδωσε η ΕΡΤ, εξετάζεται η επέκταση της αναστολής επιβολής ΦΠΑ στις πωλήσεις νεόδμητων κατοικιών και μετά το τέλος του 2026, ενώ στο τραπέζι βρίσκεται και η συνέχιση της αναστολής του φόρου υπεραξίας στις μεταβιβάσεις ακινήτων, ακόμη και η οριστική κατάργησή του.
Οι τελικές αποφάσεις αναμένεται να ενταχθούν στο πακέτο μέτρων που θα παρουσιάσει η κυβέρνηση ενόψει της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, με ορίζοντα εφαρμογής από το 2027. Στόχος είναι να αποφευχθεί η αύξηση του φορολογικού κόστους σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές των κατοικιών εξακολουθούν να κινούνται ανοδικά, δυσκολεύοντας ολοένα και περισσότερο την πρόσβαση των νοικοκυριών στην αγορά πρώτης ή νέας κατοικίας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στη διατήρηση της αναστολής του ΦΠΑ 24% στις πωλήσεις νεόδμητων ακινήτων, καθώς το συγκεκριμένο μέτρο θεωρείται ότι στηρίζει τόσο την οικοδομική δραστηριότητα όσο και το επενδυτικό ενδιαφέρον.
Με το ισχύον καθεστώς, οι αγοραστές επιβαρύνονται μόνο με φόρο μεταβίβασης 3% επί της αντικειμενικής αξίας, γεγονός που περιορίζει σημαντικά το συνολικό κόστος της αγοράς.
Είναι χαρακτηριστικό ότι σε ένα νεόδμητο ακίνητο αξίας 200.000 ευρώ, η εφαρμογή ΦΠΑ 24% θα επιβάρυνε τον αγοραστή με επιπλέον 48.000 ευρώ, ανεβάζοντας την τελική τιμή στις 248.000 ευρώ. Αντίθετα, με το σημερινό καθεστώς, ο φόρος μεταβίβασης διαμορφώνεται στις 6.000 ευρώ, με αποτέλεσμα η συνολική δαπάνη να φτάνει τις 206.000 ευρώ.
Παράλληλα, ισχυρό είναι το ενδεχόμενο να συνεχιστεί και η αναστολή του φόρου υπεραξίας 15% στις αγοραπωλησίες ακινήτων. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, εξετάζεται ακόμη και η οριστική κατάργησή του, καθώς πρόκειται για έναν φόρο που, αν και προβλέφθηκε νομοθετικά, δεν εφαρμόστηκε ποτέ στην πράξη.
Ο φόρος αυτός αφορά το κέρδος που προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της τιμής πώλησης ενός ακινήτου. Για παράδειγμα, εάν ένα ακίνητο αγοραστεί προς 120.000 ευρώ και μεταπωληθεί έναντι 180.000 ευρώ, η διαφορά των 60.000 ευρώ θα φορολογούνταν με συντελεστή 15%, οδηγώντας σε επιβάρυνση ύψους 9.000 ευρώ.
Η διατήρηση των δύο φορολογικών παρεμβάσεων εκτιμάται ότι θα λειτουργήσει υποστηρικτικά τόσο για τους αγοραστές όσο και για τους πωλητές. Από τη μία πλευρά περιορίζεται το κόστος απόκτησης νεόδμητης κατοικίας, ενώ από την άλλη αποφεύγεται μια πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση στις μεταβιβάσεις ακινήτων. Με αυτόν τον τρόπο, η κυβέρνηση επιδιώκει να διατηρήσει ενεργή την οικοδομική δραστηριότητα, να ενισχύσει τις συναλλαγές και να αποτρέψει νέες πιέσεις σε μια αγορά που εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από υψηλές τιμές και περιορισμένη προσφορά κατοικιών.