Σούπερ μάρκετ: Η κατανάλωση κρατά «ζωντανό» τον τζίρο

Οι μεγαλύτεροι όγκοι πωλήσεων, οι συγκρατημένες αυξήσεις τιμών και η ενίσχυση των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας διαμορφώνουν το σκηνικό στο οργανωμένο λιανεμπόριο

Σούπερ μάρκετ: Η κατανάλωση κρατά «ζωντανό» τον τζίρο
Unsplash

Με θετικούς ρυθμούς συνεχίζει να κινείται η αγορά του οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων στην Ελλάδα, καθώς το πρώτο πεντάμηνο του 2026 επιβεβαίωσε ότι η κατανάλωση παραμένει ανθεκτική, παρά τις πιέσεις που εξακολουθούν να δέχονται τα νοικοκυριά.

Τα τελευταία στοιχεία της Circana δείχνουν ότι η αξία των πωλήσεων στα ταχυκίνητα καταναλωτικά αγαθά (FMCG) αυξήθηκε κατά 6,4% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025, με την αγορά να φτάνει τα 5,75 δισ. ευρώ έναντι 5,41 δισ. ευρώ ένα χρόνο πριν. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται όχι μόνο στις περιορισμένες ανατιμήσεις, αλλά κυρίως στην αύξηση της κατανάλωσης και των ποσοτήτων που αγοράζουν οι καταναλωτές.

Καθοριστική παραμένει η συμβολή των τροφίμων, τα οποία εξακολουθούν να αποτελούν τη βασική κινητήρια δύναμη του κλάδου, καλύπτοντας περισσότερο από το 83% της συνολικής αγοράς FMCG. Οι πωλήσεις τους αυξήθηκαν κατά 6,9% σε αξία, επίδοση αισθητά υψηλότερη από εκείνη των προϊόντων προσωπικής φροντίδας και των ειδών για το νοικοκυριό, που κινήθηκαν με σαφώς πιο ήπιους ρυθμούς.

Ακόμη μεγαλύτερη άνοδο καταγράφουν τα προϊόντα που διατίθενται επί ζυγίω, καθώς η αξία των πωλήσεών τους ενισχύθηκε κατά 8,8%. Σημαντική αύξηση εμφανίζουν οι κατηγορίες του κρέατος, των ψαριών, των λαχανικών και του κοτόπουλου, ενώ μικρή κάμψη σημειώνεται μόνο στα αλλαντικά και στα γαλακτοκομικά. Η συμμετοχή των συγκεκριμένων προϊόντων στη συνολική αγορά διαμορφώνεται πλέον στο 23,3%, παρουσιάζοντας περαιτέρω ενίσχυση σε σχέση με πέρυσι. Την ίδια ώρα, τα τυποποιημένα προϊόντα συνέχισαν επίσης την ανοδική τους πορεία, με αύξηση 5,6% στην αξία των πωλήσεων και σχεδόν 4% στον όγκο.

Σε επίπεδο επιμέρους κατηγοριών, ιδιαίτερα έντονη κινητικότητα παρουσιάζουν τα σνακ, τα οποία καταγράφουν τη μεγαλύτερη αύξηση με 10,1%, ενώ ακολουθούν τα κατεψυγμένα προϊόντα με 8,8%, τα γαλακτοκομικά με 8,5% και τα μη αλκοολούχα ποτά με 7,5%. Στον αντίποδα, τα αλκοολούχα ποτά αποτελούν τη μοναδική μεγάλη κατηγορία που εμφανίζει αρνητική μεταβολή, έστω και περιορισμένη, καθώς οι πωλήσεις τους μειώθηκαν κατά 1,1%.

Η φετινή εικόνα της αγοράς διαφοροποιείται αισθητά από εκείνη των προηγούμενων ετών, όταν ο πληθωρισμός αποτελούσε τον βασικό παράγοντα αύξησης του τζίρου. Το πρώτο πεντάμηνο του 2026 η μέση τιμή ανά μονάδα κινήθηκε ανοδικά μόλις κατά 1,7%, ενώ ο όγκος των πωλήσεων αυξήθηκε σχεδόν κατά 4%, γεγονός που αποτυπώνει ουσιαστική ενίσχυση της καταναλωτικής ζήτησης. Οι σημαντικότερες αυξήσεις τιμών εντοπίζονται στα μη αλκοολούχα ποτά και στα σνακ, ενώ σε αρκετές ακόμη κατηγορίες οι μεταβολές παραμένουν οριακές ή ακόμη και αρνητικές.

Παράλληλα, συνεχίζεται η σταδιακή διεύρυνση του μεριδίου των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας. Τα private label αντιπροσωπεύουν πλέον το 27,4% της συνολικής αγοράς, έναντι 27,2% πριν από έναν χρόνο, ενώ οι πωλήσεις τους αυξήθηκαν ταχύτερα από εκείνες των επώνυμων προϊόντων. Η τάση αυτή είναι πιο έντονη στα τρόφιμα, στοιχείο που δείχνει ότι οι καταναλωτές εξακολουθούν να αναζητούν οικονομικότερες επιλογές προκειμένου να συγκρατήσουν το κόστος των αγορών τους, χωρίς όμως να περιορίζουν σημαντικά τις ποσότητες που βάζουν στο καλάθι.

Οι προσφορές εξακολουθούν να αποτελούν βασικό εργαλείο ανταγωνισμού μεταξύ των μεγάλων αλυσίδων. Το ποσοστό των πωλήσεων που πραγματοποιείται μέσω προσωρινών μειώσεων τιμών αυξήθηκε στο 25,4% της αγοράς, με τη μεγαλύτερη ενίσχυση να καταγράφεται στα τρόφιμα, όπου οι προωθητικές ενέργειες έχουν ενταθεί αισθητά σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο.

Σε ό,τι αφορά τα δίκτυα καταστημάτων, τα υπερμάρκετ άνω των 2.500 τετραγωνικών μέτρων εμφανίζουν την καλύτερη επίδοση, καταγράφοντας αύξηση πωλήσεων 8,2%. Ακολουθούν τα μικρότερα σημεία πώλησης έως 400 τετραγωνικά μέτρα, τα οποία συνεχίζουν να ενισχύουν τη θέση τους χάρη στην ευκολία εξυπηρέτησης και στις συχνότερες επισκέψεις των καταναλωτών. Τα μεγάλα καταστήματα, από την άλλη πλευρά, φαίνεται να επωφελούνται από την τάση για συγκεντρωμένες αγορές σε μία μόνο επίσκεψη.

Σε περιφερειακό επίπεδο, τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης εμφανίζει η Κεντρική Ελλάδα, ενώ ακολουθούν τα νησιά και η Κρήτη, όπου η αυξημένη τουριστική κίνηση εξακολουθεί να στηρίζει την κατανάλωση. Η Αττική, που εξακολουθεί να αποτελεί τη μεγαλύτερη αγορά της χώρας συγκεντρώνοντας σχεδόν το 44% του συνολικού τζίρου, κινήθηκε επίσης ανοδικά, όπως και η Θεσσαλονίκη, επιβεβαιώνοντας ότι η θετική εικόνα καταγράφεται σχεδόν σε ολόκληρη την ελληνική αγορά.

Θετικό πρόσημο διατήρησε και το ηλεκτρονικό κανάλι πωλήσεων. Ο κύκλος εργασιών του online grocery διαμορφώθηκε στα 133 εκατ. ευρώ το πρώτο πεντάμηνο του έτους, σημειώνοντας μικρή αύξηση σε σχέση με το 2025. Αν και ο αριθμός των παραγγελιών υποχώρησε, η μέση αξία κάθε ηλεκτρονικού καλαθιού αυξήθηκε, όπως και ο αριθμός των προϊόντων ανά αγορά, εξέλιξη που αποτυπώνει ότι οι καταναλωτές πραγματοποιούν λιγότερες αλλά μεγαλύτερης αξίας παραγγελίες.