Γυναικοκτονίες: Πίσω από αυτές κρύβονται δίκτυα προστασίας που… δεν λειτούργησαν

Ριζική αναδιάρθρωση των δομών -υποτίθεται πρόληψης και υποστήριξης- για γυναίκες που απειλούνται μαζί με τα παιδιά τους κάθε μέρα, κάθε στιγμή. Η ρητορική της καταδίκης δεν αρκεί πια, χρειάζεται να καλυφθεί και το κενό της πρόληψης

Γυναικοκτονίες: Πίσω από αυτές κρύβονται δίκτυα προστασίας που… δεν λειτούργησαν
ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI

Οι επιτροπές ισότητας σε δήμους και περιφέρειες -όπου θα έπρεπε να λειτουργούν στο… φουλ κοινωνικές υπηρεσίες για να προλαμβάνονται οι Γυναικοκτονίες- προωθούν ημερίδες, καμπάνιες, δηλώσεις και εκδηλώσεις που καταδικάζουν τη βία. Ωστόσο, δεν καταγράφεται κάποιο συστηματικό αίτημα για ενίσχυση των καταφυγίων, των κέντρων συμβουλευτικής ή των πολυ-επαγγελματικών ομάδων που θα παρέμβαιναν έγκαιρα σε οικογένειες υψηλού κινδύνου…

Η Ελλάδα διαθέτει θεσμικές δομές για την προστασία των γυναικών, των παιδιών και των οικογενειών, όπως ο νόμος 3500/2006 για την ποινικοποίηση της ενδοοικογενειακής βίας, η εθνική γραμμή SOS 15900, τα κέντρα συμβουλευτικής υποστήριξης, τα καταφύγια, τα κέντρα κοινωνικής αλληλεγγύης και τα τμήματα κοινωνικής πρόνοιας των δήμων και περιφερειών. Μαζί με το Εθνικό Δίκτυο Υπηρεσιών Αντιμετώπισης Βίας κατά των Γυναικών και το Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, αυτές οι δομές αποτελούν το επίσημο πλαίσιο παρέμβασης (Η κορύφωση ή η αρχή στον καιρό της πανδημίας)

Μικρό το ποσοστό που καταφεύγει στην ΕΛ.ΑΣ.

Όμως ακαδημαϊκές έρευνες και επιδημιολογικές μελέτες δείχνουν ότι η λειτουργία όλων των παραπάνω  δομών, είναι συχνά αποσπασματική και… υποστελεχωμένη, με αποτέλεσμα να μην καλύπτουν πλήρως τις ανάγκες πρόληψης και υποστήριξης και να μετράμε βασανισμούς και θανάτους.  Το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων (EIGE) έχει επισημάνει ότι πολλές γυναίκες θύματα ενδοοικογενειακής βίας δεν απευθύνονται στην αστυνομία και το παλεύουν με φίλους και συγγενείς. Οι ίδιες μελέτες τονίζουν ότι η πρόληψη της βίας δεν μπορεί να επαφίεται μόνο στις αστυνομικές αρχές. Έρευνες για την αστυνόμευση της ενδοοικογενειακής βίας, τουλάχιστον στη χώρα μας, δείχνουν ότι η παρέμβαση της αστυνομίας μία ή δύο φορές δεν επιτυγχάνει και πολλά,  καθώς δεν συνοδεύεται από μακροπρόθεσμη κοινωνική εποπτεία, ψυχολογική υποστήριξη και διαρκή παρακολούθηση (Στοιχεία σοκ)

Να ξηλωθούν… όλα, να γίνουν από την αρχή

Διεθνείς και ελληνικές αναλύσεις επιβεβαιώνουν ότι μόνο η συνεχής, διαρθρωμένη εργασία με κοινωνικούς λειτουργούς, ψυχολόγους και εξειδικευμένες υπηρεσίες μειώνει τον κίνδυνο επανάληψης της βίας και προφυλάσσει τα παιδιά. Σε μια χώρα όπου η προστασία της οικογένειας αποτελεί εθνική προτεραιότητα, λόγω και κατάρρευσης του δημογραφικού, η αδυναμία ουσιαστικής στήριξης των μητέρων και των παιδιών έχει άμεσο αντίκτυπο και στο μέλλον της πατρίδας μας. Τα επαναλαμβανόμενα περιστατικά γυναικοκτονιών και ενδοοικογενειακής βίας δημιουργούν κλίμα φόβου και ανασφάλειας που αποθαρρύνει τη δημιουργία οικογενειών και επηρεάζουν ακόμη πιο αρνητικά την υπογεννητικότητα!

Απόσταση ρητορικής – πρόληψης

Επιστημονικές προσεγγίσεις από το Πανεπιστήμιο Αιγαίου, το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών και διεθνείς οργανισμούς συγκλίνουν στο ότι χρειάζεται ριζική ανασυγκρότηση των κοινωνικών υπηρεσιών. Όχι μόνο περισσότεροι πόροι, αλλά ένα ολοκληρωμένο, συνεχές δίκτυο που θα συνδέει αστυνομία, κοινωνικές υπηρεσίες, υγεία και εκπαίδευση σε πραγματική συνεργασία. Οι  επιτροπές ισότητας της αυτοδιοίκησης, παρότι έχουν θεσμοθετηθεί, λειτουργούν συχνά με κατακερματισμένο και ευκαιριακό τρόπο, εξαρτώμενες από βραχυπρόθεσμες χρηματοδοτήσεις από εθνικά ή ευρωπαικά κονδύλια. Έτσι, αντί για ουσιαστική ενίσχυση των κοινωνικών υπηρεσιών που θα εξασφάλιζαν συνεχή εποπτεία και πρόληψη, οι τοπικές αρχές περιορίζονται σε δράσεις ευαισθητοποίησης. Όμως η έλλειψη συντονισμού και η όποια συγκέντρωση πόρων στα αστικά κέντρα αφήνει κενά σε αγροτικές και νησιωτικές περιοχές όπου εκεί οι γυναίκες και μανάδες είναι ακόμη πιο μόνες και ακόμη πιο αβοήθητες…

Τι προβλέπεται για τα παιδιά

Με αφορμή την τραγική υπόθεση της Καλαμάτας και τα ερωτήματα που έχουν ανακύψει στη δημόσια συζήτηση, το Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας υπενθυμίζει ότι “το πρωταρχικό μέλημα της Πολιτείας σε κάθε περιστατικό ενδοοικογενειακής βίας ή αιφνίδιας απώλειας της γονικής φροντίδας είναι η προστασία και η ασφάλεια των ανήλικων παιδιών. Η χώρα διαθέτει ένα οργανωμένο και ενισχυμένο θεσμικό πλαίσιο για την αναδοχή και, ειδικότερα, τη συγγενική αναδοχή, με ειδική διαδικασία για επείγουσες περιπτώσεις, αυξημένη οικονομική ενίσχυση και συγκεκριμένα δικαιώματα για τις οικογένειες που αναλαμβάνουν τη φροντίδα ενός παιδιού. Η κατεύθυνση της εθνικής πολιτικής παιδικής προστασίας είναι σαφής: όταν ένα παιδί δεν μπορεί να παραμείνει με τους γονείς του, προτεραιότητα αποτελεί η άμεση προστασία του και, όπου αυτό είναι ασφαλές και υπηρετεί το βέλτιστο συμφέρον του, η παραμονή του σε σταθερό οικογενειακό περιβάλλον. Η συγγενική αναδοχή προτιμάται κατά τον νόμο, όταν υπάρχει συγγενικό πρόσωπο που επιθυμεί να αναλάβει την πραγματική φροντίδα του παιδιού και αξιολογείται ως κατάλληλο από τις αρμόδιες αρχές. Έτσι, το παιδί μπορεί να παραμείνει κοντά σε πρόσωπα με τα οποία έχει ήδη οικογενειακούς και συναισθηματικούς δεσμούς και να διατηρήσει τη συνέχεια και τη σταθερότητα που χρειάζεται. Η Πολιτεία έχει διαμορφώσει ένα σημαντικά ενισχυμένο πλαίσιο οικονομικής στήριξης των αναδόχων οικογενειών, το οποίο ισχύει και για την περίπτωση της συγγενικής αναδοχής. Ήδη το 2021 θεσπίστηκε για πρώτη φορά το επίδομα αναδοχής, το ποσό του οποίου αυξήθηκε το 2024 και πλέον ανέρχεται: σε 525 ευρώ για κάθε παιδί τυπικής ανάπτυξης και σε 750 ευρώ για κάθε παιδί με αναπηρία (νοητική, κινητική, ψυχική ή αισθητηριακή). Επιπλέον, με τον ν. 4837/2021 ορίστηκε ρητά ότι οι ηλικιακοί περιορισμοί που ισχύουν στη γενική αναδοχή δεν εφαρμόζονται στη συγγενική αναδοχή. Επομένως, ούτε τα γενικά όρια ηλικίας των 25 έως 75 ετών για τον ανάδοχο ούτε η προβλεπόμενη διαφορά ηλικίας από 18 έως 60 έτη μεταξύ αναδόχου και παιδιού εμποδίζουν την ανάληψη της φροντίδας από κατάλληλο συγγενικό πρόσωπο. Για τις απρόβλεπτες ή επείγουσες περιστάσεις, όπως ο αιφνίδιος θάνατος γονέων ή η εγκληματική ενέργεια μεταξύ τους, προβλέπεται ειδική διαδικασία, ώστε να ενεργοποιείται η προστασία του παιδιού. Στις περιπτώσεις αυτές μπορεί να παραλειφθεί η προηγούμενη εγγραφή του συγγενικού προσώπου στο Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων. Παρότι η διαδικασία είναι ταχύτερη για τους συγγενείς-αναδόχους, η καταλληλότητά τους εξακολουθεί και αξιολογείται κανονικά. Οι κοινωνικές υπηρεσίες εξετάζουν προσεκτικά αν συγγενείς-ανάδοχοι μπορούν να προσφέρουν στο παιδί ένα ασφαλές και υποστηρικτικό οικογενειακό περιβάλλον, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες διαβίωσης, την υγεία και τη δυνατότητα φροντίδας του. Παράλληλα, τα παιδιά μπορούν να λαμβάνουν ψυχοκοινωνική στήριξη από δομές και υπηρεσίες ψυχικής υγείας που χρηματοδοτούνται από το Υπουργείο Υγείας, καθώς και από τις κοινωνικές υπηρεσίες των δήμων, ανάλογα με τις ανάγκες κάθε περίπτωσης. Η συγγενική αναδοχή αποτελεί βασικό εργαλείο της πολιτικής παιδικής προστασίας και πρόληψης της ιδρυματοποίησης. Η Πολιτεία διαθέτει ένα οργανωμένο πλαίσιο που συνδυάζει την ταχεία κινητοποίηση στις επείγουσες περιπτώσεις, την εξατομικευμένη αξιολόγηση, την αυξημένη οικονομική ενίσχυση, την εποπτεία και συγκεκριμένα δικαιώματα για τις ανάδοχες οικογένειες. Στο επίκεντρο βρίσκεται πάντοτε το παιδί: η ασφάλεια, η σταθερότητα και το δικαίωμά του, όπου αυτό είναι ασφαλές και εφικτό, να μεγαλώνει σε οικογενειακό περιβάλλον”

Όταν ο μπαμπάς σκοτώνει τη μαμά στο… διπλανό δωμάτιο