Υπόθεση Ντόκου: Το πρόβλημα της Εθνικής Ασφάλειας είναι μεγαλύτερο
Η πρόσφατη εξαπάτηση του Συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας αποκαλύπτει ότι η μεγαλύτερη αδυναμία της χώρας δεν είναι η τεχνολογία των αντιπάλων, αλλά η απουσία κουλτούρας ασφαλείας και στιβαρών θεσμών.
Στην καθημερινή επικαιρότητα, οι περισσότερες ειδήσεις ξεχνιούνται -δικαίως- μέσα σε λίγες ώρες. Σπάνια υπάρχουν περιστατικά που θα έπρεπε να οδηγήσουν σε βαθιά θεσμική αυτοκριτική. Η υπόθεση του Θάνου Ντόκου, ο οποίος εξαπατήθηκε από γνωστούς Ρώσους φαρσέρ (εμφανίστηκαν ως Ουκρανοί αξιωματούχοι), ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Όχι επειδή ένας άνθρωπος μπορεί να πέσει θύμα μιας καλά οργανωμένης επιχείρησης παραπλάνησης, αλλά επειδή πρόκειται για πρόσωπο πολύ ψηλά στην πυραμίδα της εθνικής ασφάλειας.
Το πιο εύκολο είναι να αντιμετωπιστεί η εν λόγω υπόθεση ως μία ακόμη άτυχη στιγμή. Το δύσκολο -μα απαραίτητο- είναι να αναρωτηθούμε τι αποκαλύπτει το συμβάν για τον τρόπο λειτουργίας του ελληνικού κράτους. Διότι στις σύγχρονες υβριδικές συγκρούσεις ο στόχος δεν είναι πάντοτε η κλοπή απόρρητων πληροφοριών. Συχνά αρκεί η δημόσια έκθεση ενός αξιωματούχου, η δημιουργία αμφιβολιών για την αξιοπιστία των θεσμών και η ενίσχυση της πεποίθησης ότι ένα κράτος μπορεί να αιφνιδιαστεί ακόμη και από απλές μεθόδους εξαπάτησης. Συχνά αρκεί ο διασυρμός του αντιπάλου, κάτι που επιτυγχάνει ο ισχυρισμός περί τυπικού μηνύματος Gmail.
Οι δύο Ρώσοι πίσω από τη συγκεκριμένη επιχείρηση έχουν επαναλάβει αντίστοιχες κινήσεις απέναντι σε κορυφαίους δυτικούς πολιτικούς (μεταξύ τους οι Τζόρτζια Μελόνι, Ντέιβιντ Κάμερον, Εμανουέλ Μακρόν, Ταγίπ Ερντογάν και Μπόρις Τζόνσον). Η μέθοδός τους είναι γνωστή: ψευδής ταυτοποίηση, καταγραφή της συνομιλίας, κατάλληλο μοντάζ, επιλεκτική δημοσιοποίηση με προπαγανδιστικό όφελος. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η Ελλάδα αποτέλεσε στόχο. Αυτό ήταν αναμενόμενο, λόγω της στάσης της στο Ουκρανικό. Το ερώτημα είναι αν διαθέτει τα αντανακλαστικά που απαιτεί η εποχή των εν γένει υβριδικών απειλών, των deepfake και της τεχνητής νοημοσύνης.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι θετική, τουλάχιστον επί του παρόντος. Κατά τα φαινόμενα, η χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την εθνική ασφάλεια πρόχειρα, περισσότερο ως αντικείμενο προσώπων παρά ως προϊόν σύνθετων διαδικασιών. Στις περισσότερες δυτικές δημοκρατίες λειτουργούν μόνιμα συμβούλια εθνικής ασφάλειας, με μόνιμη δομή, αυστηρά πρωτόκολλα, επαγγελματική γραμματεία και θεσμική μνήμη που επιβιώνει των κυβερνήσεων. Στην Ελλάδα, αντιθέτως, η ύπαρξη και η δράση τους εξακολουθεί να εξαρτάται υπερβολικά από τις ικανότητες και τις επιλογές μεμονωμένων αξιωματούχων.
Το περιστατικό ανέδειξε ακόμη μία παθογένεια. Παρά την ψηφιοποίηση του κράτους, παρά το σκάνδαλο των υποκλοπών, παρά τις συνεχείς αναφορές σε κυβερνοαπειλές, η κουλτούρα ασφαλείας του κρατικού μηχανισμού παραμένει ανεπαρκής. Μπορεί κάποιος να διαθέτει σπουδαίο ακαδημαϊκό υπόβαθρο στις διεθνείς σχέσεις, όμως χωρίς βασική εκπαίδευση στην ασφάλεια επικοινωνιών παραμένει εξαιρετικά ευάλωτος. Σήμερα οι επιθέσεις δεν στοχεύουν μόνο τα πληροφοριακά συστήματα. Στοχεύουν και τον ανθρώπινο παράγοντα: τη φλυαρία, τον παραγοντισμό, την έπαρση, την ψευδαίσθηση ατρωσίας. Ειδικά ο Ντόκος, με την πρότερη διαδρομή του στο -μάλλον αμφιλεγόμενο- ΕΛΙΑΜΕΠ, αποτελούσε θαυμάσιο στόχο.
Κατά καιρούς, η χώρα μας πλήρωσε ακριβά την υποτίμηση ανάλογων προκλήσεων: στα Ίμια, στην υπόθεση Οτσαλάν, στα Δεκεμβριανά του ’08, στη Λιβύη, στις υποκλοπές· φωτεινή εξαίρεση αποτελούν οι επιτυχίες σε Έβρο και Αιγαίο το 2020. Μέσα από παιδαριώδεις χειρισμούς, ανεξέλεγκτες διαρροές, ενδοϋπηρεσιακές αντιπαραθέσεις, φαινόμενα αναξιοκρατίας και δημόσια περιστατικά που διέσυραν κρατικούς μηχανισμούς, διαιωνίζεται η ίδια εντύπωση: ότι η σοβαρότητα συχνά εξαντλείται στις δηλώσεις και όχι στις διαδικασίες. Ωστόσο, το σοβαρό επιτελικό κράτος δεν κρίνεται όταν όλα λειτουργούν προβλέψιμα. Κυρίως κρίνεται όταν κάποιος επιχειρεί να το εξαπατήσει και να το χειραγωγήσει.
Η είδηση, λοιπόν, δεν είναι ότι ένας υψηλόβαθμος αξιωματούχος έπεσε θύμα μιας -αγνώστων κινήτρων- παραπλάνησης. Η είδηση είναι το πόσο επιτακτική παραμένει η ανάγκη για πραγματικό Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας, ενιαία πρωτόκολλα επικοινωνίας, διαρκή εκπαίδευση, ψηφιακό γραμματισμό και συνεπείς μηχανισμούς λογοδοσίας. Ας μη ξεχνάμε πως, στον υπό αναμόρφωση κόσμο, τα σύνορα δεν απειλούνται μόνο από στρατούς. Απειλούνται και από συνηθισμένα PCs.