Παγίδα Θουκυδίδη 2026: Η νέα ισορροπία ΗΠΑ-Κίνας

Η συνάντηση Τραμπ-Σι δεν έλυσε τις παγκόσμιες συγκρούσεις, αλλά αποκάλυψε έναν κόσμο αλληλεξαρτήσεων, αμοιβαίου φόβου και εύθραυστης ισορροπίας.

Παγίδα Θουκυδίδη 2026: Η νέα ισορροπία ΗΠΑ-Κίνας
epa12955651 Chinese President Xi Jinping inspects an honour guard with U.S. President Donald Trump during a welcome ceremony at the Great Hall of the People in Beijing, China, 14 May 2026. EPA/Maxim Shemetov / POOL

Αναπαράγεται συχνά η άποψη πως η ανθρωπότητα πλησιάζει σε μια ολέθρια καταιγίδα. Οι πολεμικές συρράξεις σε Ουκρανία και Ιράν συνεχίζονται, η ένταση βαθμιαία αυξάνεται στην Ανατολική Ασία, ενώ η διεθνής κοινότητα στερείται αξιόπιστου διαμεσολαβητή· ΗΠΑ, ΟΗΕ, ΕΕ, Ινδία και Ρωσία αδυνατούν να παίξουν αυτόν τον ρόλο. Αν ξεσπάσει μια απρόβλεπτη κρίση, δεν θα υπάρχει τρόπος να περιοριστεί. Ίσως για αυτό και ο Σι παρομοίασε την τρέχουσα κατάσταση με την παγίδα του Θουκυδίδη· την ανταγωνιστική λογική που οδηγεί δύο δυνάμεις -την κυρίαρχη και την ανερχόμενη- σε σύγκρουση όχι επειδή την επιδιώκουν, αλλά επειδή αδυνατούν να εμπιστευτούν η μία την άλλη.

Κατά κάποιο τρόπο, το διεθνές σκηνικό θυμίζει εκείνο στις αρχές του 20ού αιώνα: η Κίνα αμφισβητεί την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ, όπως η αυτοκρατορική Γερμανία αμφισβητούσε τότε τη θαλασσοκράτειρα Βρετανία. Οι αναλογίες εντυπωσιάζουν: σταδιακή υποχώρηση της παγκοσμιοποίησης (Μπελ Επόκ πριν από 120 χρόνια), αυξανόμενος τεχνολογικός ανταγωνισμός, εξαπλωμένη κοινωνική αναταραχή. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι ένας νέος παγκόσμιος πόλεμος είναι αναπόφευκτος. Σημαίνει όμως ότι υπάρχουν πολλά ερεθίσματα για σοβαρό προβληματισμό.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, Σι Τζινπίνγκ και Ντόναλντ Τραμπ συναντήθηκαν στο Πεκίνο την περασμένη εβδομάδα, στην πιο αναμενόμενη διπλωματική επαφή της τρέχουσας περιόδου. Η συνάντηση εντάσσεται σε μια εξαιρετικά ρευστή διεθνή κατάσταση: προ ολίγων ημερών βρέθηκε στο Πεκίνο ο Ιρανός ΥΠΕΞ· τις επόμενες εβδομάδες θα το επισκεφθεί ο Πούτιν. Καλώς ή κακώς, τα –αρχικά δημοσιευμένα– αποτελέσματα της συνάντησης δεν εντυπωσίασαν ιδιαίτερα. Εν τούτοις, δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι επισημοποιήθηκε η ισοτιμία της Κίνας έναντι των ΗΠΑ.

Ο Τραμπ έφτασε στο Πεκίνο με μια ακολουθία κορυφαίων επιχειρηματιών. Ανακοίνωσε την πώληση 200 Boeing και μεγάλα έργα LNG. Ομολογουμένως, εντυπωσιακά νούμερα. Το πρόβλημα είναι ότι τα έχουμε ξαναδεί. Το 2017, στην πρώτη επίσκεψή του στο Πεκίνο, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε επίσης ανακοινώσει συμφωνίες 250 δισ. δολαρίων, μα κινεζικές επενδύσεις δεν υλοποιήθηκαν. Η αδυναμία παραγωγής κοινών κειμένων και δεσμευτικών συμφωνιών είναι πλέον επαναλαμβανόμενο μοτίβο, ειδικά στις αμερικανοκινεζικές… εκεχειρίες του 2025-2026.

Αξίζει να αναφερθεί ότι το τόσο κρίσιμο ζήτημα της Ταϊβάν αντιμετωπίστηκε από τις δύο πλευρές διαφορετικά. Ο Κινέζος ηγέτης προειδοποίησε ρητά ότι η χώρα του θα έφτανε ακόμη και σε ένοπλη αντιπαράθεση για το νησί. Από τη μεριά τους, οι Αμερικανοί δεν αναφέρθηκαν δημοσίως στο θέμα. Η ασυμμετρία τούτη δεν είναι τυχαία: η Κίνα διεκδικεί, η Αμερική αποφεύγει μια πιθανή σύγκρουση. Κατά συνέπεια, η αποφυγή ενθαρρύνει τις κινεζικές διεκδικήσεις και η Ταϊβάν παραμένει μάλλον το πιο επικίνδυνο εκκρεμές ζήτημα: ούτε επιλύθηκε, ούτε εξαλείφθηκε.

Η επίσκεψη Τραμπ συμπίπτει με τον πόλεμο κατά του Ιράν, που διαρκεί πολύ πέρα από τις αμερικανικές προβλέψεις. Ο συγκεκριμένος πόλεμος τόνισε τη διαπραγματευτική θέση της Κίνας: το Πεκίνο είναι ο μεγαλύτερος αγοραστής ιρανικού πετρελαίου και ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος της Τεχεράνης. Εκ των πραγμάτων, η κινεζική διπλωματία αναγκάζεται να εμπλακεί ως αναγκαστικός διαμεσολαβητής, με τις ευλογίες όλων. Η σχέση Πεκίνου-Τεχεράνης δεν είναι ιδεολογική, μα συναλλακτική. Αυτό ακριβώς επιτρέπει στην Κίνα να απολαμβάνει τη βραχυπρόθεσμη αμερικανική ήττα στην περιοχή. Τούτου λεχθέντος, η Κίνα φαίνεται να διεκδικεί πλέον ρόλο ρυθμιστή σε όλα τα γεωπολιτικά μέτωπα, χωρίς όμως να μπορεί να εξασφαλίσει ασφαλή ναυσιπλοΐα. Δηλαδή, παρά τις -αμφιλεγόμενες- πολεμικές επιδόσεις των ΗΠΑ, τα γεγονότα στον Περσικό ανέδειξαν την αξία των ενόπλων δυνάμεών τους όσον αφορά την ασφάλεια του παγκόσμιου εμπορίου.

Και η εκατέρωθεν επίδειξη… όπλων συνεχίζεται. Η τελευταία κινεζική αναστολή εξαγωγών σπάνιων γαιών είχε αναστατώσει την παραγωγή αυτοκινήτων, ηλεκτρονικών συστημάτων, όπλων και ανεμογεννητριών σε όλη τη Δύση. Ταυτόχρονα, η εξέλιξη της ΤΝ, των ημιαγωγών και των κβαντικών υπολογιστών αποτελεί σημείο τριβής μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων, δεδομένης της κινεζικής υστέρησης. Ίσως η διαχείριση της υπόθεσης TikTok να αποτελέσει πρότυπο για μελλοντικές συνεργασίες: κοινοπραξία με μειοψηφική κινεζική συμμετοχή, πλειοψηφικό αμερικανικό επενδυτικό σχήμα, εποπτεία ασφάλειας δεδομένων από την Oracle. Ενδιαφέρουσα προσέγγιση, μα δυστυχώς ανεπαρκής μπροστά στο μέγεθος της τεχνολογικής αντιζηλίας.

Το γεγονός ότι αποφεύχθηκε νέα κλιμάκωση της εμπορικής διαμάχης είναι από μόνο του θετικό, αλλά με χρονικά περιορισμένη επίδραση. Η κινεζική κυριαρχία στις σπάνιες γαίες εξακολουθεί να αποτελεί δομικό κίνδυνο για ΗΠΑ και ΕΕ. Στην αγορά ομολόγων, η εκεχειρία μειώνει βραχυπρόθεσμα τις πιέσεις. Ωστόσο, η δομική αβεβαιότητα για τον ρόλο του δολαρίου ως αποθεματικού νομίσματος συνεχίζει να προκαλεί ανησυχία σε βάθος χρόνου (οι αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων σημείωσαν κατακόρυφη άνοδο το πρωί της Παρασκευής).

Πώς άραγε είδαν τη συνάντηση οι υπόλοιποι δρώντες; Η Μόσχα λογικά δεν επιθυμεί μια ενδεχόμενη προσέγγιση των δύο μεγαλύτερων δυνάμεων. Άλλωστε, όποιος δεν κάθεται στο τραπέζι, συνήθως αποτελεί το μενού, και οι ρωσικοί φυσικοί πόροι αποτελούν μεγάλο δέλεαρ. Η εξαγωγική ΕΕ ανησυχεί άμεσα για νέες διαταραχές στις αλυσίδες εφοδιασμού κρίσιμων ορυκτών και εξαρτημάτων· μια ανησυχία που εντάθηκε μετά τις κινεζικές περικοπές εξαγωγών σπάνιων γαιών, με άμεσες συνέπειες για την ευρωπαϊκή βαριά βιομηχανία. Για τη Γηραιά Ήπειρο όμως, μια αδιαμεσολάβητη αμερικανοκινεζική προσέγγιση θα μπορούσε αργότερα να υποσκάψει τη θέση της στην παγκοσμιοποίηση. Η Ευρώπη επίσης θα μπορούσε να βρεθεί στο μενού.

Η ανερχόμενη Ινδία παρακολουθεί με συγκρατημένη ικανοποίηση: μια αμερικανοκινεζική αποκλιμάκωση αφαιρεί πίεση από το Νέο Δελχί, που επί της παρούσης επιδιώκει να μην επιλέξει στρατόπεδο. Ταυτόχρονα όμως, μειώνει τη χρησιμότητά του ως στρατηγικού αντίβαρου και εναλλακτικού εμπορικού εταίρου της Δύσης, με όσα αυτό συνεπάγεται για τον IMEC και την Ελλάδα. Από τη μεριά της, η αναθεωρητική Τουρκία βλέπει μια μεγάλη ευκαιρία: σε έναν κόσμο «διαχειριζόμενων ανταγωνισμών», η Άγκυρα -με ταυτόχρονη παρουσία σε ΝΑΤΟ, Μέση Ανατολή, Ανατολική Μεσόγειο και Κεντρική Ασία- αποκτά αξία που δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Πάντως, υπάρχουν και τρεις παράγοντες που δεν αναδείχθηκαν όσο θα έπρεπε. Πρώτος, οι εσωτερικές πολιτικές πιέσεις: και οι δύο ηγέτες βρέθηκαν στο Πεκίνο με ελλείμματα δημοτικότητας. Ο Τραμπ λόγω της ακρίβειας (ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 3,8%, στο υψηλότερο επίπεδο από τον Μάιο του 2023). Ο Σι λόγω οικονομικής επιβράδυνσης, υψηλής ανεργίας νέων και υπερβολικής εξάρτησης από εξαγωγές που η παγκόσμια αστάθεια απειλεί. Και οι δύο χρειάζονταν νίκες για εγχώρια κατανάλωση. Αυτό εξηγεί γιατί η συνάντηση παρήγαγε ανακοινώσεις αντί συμφωνιών. Δεύτερος, ο Παγκόσμιος Νότος: χώρες όπως η Βραζιλία, η Ινδονησία, η Νιγηρία και η Σαουδική Αραβία δεν παρακολουθούν ως παθητικοί θεατές. Ένας επερχόμενος κόσμος G2 παραδόξως ενισχύει τη διαπραγματευτική ισχύ των μεσαίων δυνάμεων, διότι και οι δύο κολοσσοί τις χρειάζονται. Τρίτος, η κλιματική αλλαγή: σε μια συνάντηση που κατέγραψε κάθε γεωπολιτικό θέμα, δεν υπήρξε ουσιαστική αναφορά στο κλίμα. Αυτό δεν είναι απλώς παράλειψη. Είναι ένδειξη ότι η γεωπολιτική επιστροφή στη λογική ισχύος εκτοπίζει ζητήματα που απαιτούν συλλογική δράση. Οι δύο μεγαλύτεροι ρυπαντές του πλανήτη συζήτησαν τα πάντα εκτός από αυτό που μακροπρόθεσμα απειλεί περισσότερο την ανθρωπότητα.

Άρα λοιπόν, παρακολουθήσαμε μια νέα Γιάλτα ή μια νέα Μάλτα; Η διάσκεψη στη Γιάλτα υπήρξε σαφής διαμοιρασμός σφαιρών επιρροής μεταξύ ισχυρών. Η συνάντηση Μπους-Γκορμπατσόφ στη Μάλτα το 1989 ήταν η επίσημη επικύρωση μιας διαδικασίας που είχε ήδη κριθεί: τέλος Ψυχρού Πολέμου, επέκταση δυτικής ηγεμονίας, νέα τάξη πραγμάτων. Εδώ να τονίσουμε ότι δεν υπάρχει σύγκριση με τη σύνοδο Νίξον-Μάο το 1973: εκεί, μια υπερδύναμη αναγνώριζε μια αντίπαλη περιφερειακή δύναμη ως απαραίτητο εταίρο ισορροπίας.

Η σημερινή πραγματικότητα δεν ταιριάζει ακριβώς σε κανένα από τα παραπάνω πρότυπα. Δεν είναι Γιάλτα, διότι δεν υπάρχει σαφής διαμοιρασμός κόσμων· ούτε οι ΗΠΑ είναι διατεθειμένες να παραχωρήσουν ρητά σφαίρες επιρροής, ούτε η Κίνα έχει τη δύναμη να τις επιβάλλει. Δεν είναι Μάλτα, διότι δεν υπάρχει νικητής που επικυρώνει θρίαμβο· αντιθέτως, και οι δύο πλευρές εμφανίζουν σοβαρές εσωτερικές ευπάθειες. Δεν είναι ούτε Γιάλτα ούτε Μάλτα, επειδή οι μεσαίες δυνάμεις έχουν αυξημένο ειδικό βάρος. Κατά κάποιο τρόπο, η διμερής συνάντηση βρίσκεται πιο κοντά στο Ελσίνκι του 1975: αποδοχή του υφιστάμενου status quo και χαρτογράφηση «κόκκινων γραμμών», χωρίς ξεκάθαρη επίλυση των πιο πολύπλοκων προβλημάτων.

Αυτό που σίγουρα προκύπτει από τη συνάντηση Τραμπ-Σι είναι, τελικά, μια ισορροπία τρόμου νέου τύπου. Δύο υπερδυνάμεις που διαθέτουν αρκετά εργαλεία για να βλάψουν η μία την άλλη -σπάνιες γαίες, ενέργεια, κυρώσεις, τεχνολογικές πατέντες, εμπορικούς δασμούς, χρηματοροές, γεωπολιτικές επεμβάσεις- αλλά επίσης αλληλεξαρτώνται σε αμέτρητα επίπεδα. Στην καλύτερη περίπτωση, αναγνωρίζουν ότι τουλάχιστον στην παρούσα φάση, τυχόν ανεξέλεγκτη κλιμάκωση δεν θα έχει νικητή, μόνο ηττημένους.

Με άλλα λόγια, αν και η παγίδα του Θουκυδίδη δεν αποφεύχθηκε οριστικά στο Πεκίνο, κερδήθηκε έστω χρόνος.