Θέουτα: Η ΕΕ δεν πήρε μαθήματα από τον Έβρο το 2020
Από την υβριδική επίθεση στα ισπανικά σύνορα στην ανάγκη για μια πραγματική πανευρωπαϊκή πολιτική φύλαξης των συνόρων.
Αν θέλουμε να κατανοήσουμε πόσο σοβαρή ήταν η εισβολή δεκάδων χιλιάδων λαθρομεταναστών στη Θέουτα, ας αναλογιστούμε απλώς το εξής: την κατάληψη -έστω και για 24/48 ώρες- της Ορεστιάδας από ένα πλήθος 15.000 νέων ανδρών, πολλών με ποινικό παρελθόν.
Η Θέουτα είναι ξεκάθαρα Ισπανία εδώ και πολλούς αιώνες. Η θέση της στην απέναντι ήπειρο δεν σημαίνει κάτι ιδιαίτερο. Το ίδιο ισχύει για τα βρετανικά νησιά Τζέρσεϊ, που βρίσκονται μπροστά στις γαλλικές ακτές. Το ίδιο ισχύει για το Καστελλόριζο. Επομένως είναι λάθος να συζητάμε για παράνομη κατοχή ξένου εδάφους, όταν πρόκειται για έδαφος ισπανικό πολύ πριν την ύπαρξη του Μαρόκου. Δεν υφίσταται οποιαδήποτε ηθική δικαιολόγηση αυτού που συνέβη.
Πώς προέκυψε όμως η συγκεκριμένη συστημική κατάρρευση; Μέχρι στιγμής παραμένει άγνωστο. Πάντως, ο άρτιος συντονισμός τόσων ανθρώπων δικαίως υπαινίσσεται υβριδική επίθεση κατά της Ισπανίας, τουλάχιστον υπό την ανοχή των μαροκινών αρχών. Δεν έχει σημασία το αίτιο, κρυφό ή φανερό. Εκείνο που μετράει είναι ότι κάποιος επέτυχε να διασύρει και να υπονομεύσει την κυβέρνηση κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Θέλοντας να μεταθέσει ευθύνες προς κάθε κατεύθυνση, ο Σάντσεθ επικαλέστηκε και την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη. Η στάση του αυτή μας προκαλεί πικρά χαμόγελα. Πριν έξι χρόνια, η χώρα του δεν επέδειξε αλληλεγγύη προς την Ελλάδα όταν αντιμετώπισε -με αναπάντεχη επιτυχία- μια μάλλον χειρότερη επίθεση. Την ίδια στάση παγίως τηρεί απέναντι σε ελληνικές διαμαρτυρίες γύρω από την πώληση στην Τουρκία όπλων επικίνδυνων για την ασφάλειά μας. Ας μην ξεχνάμε ότι το τουρκικό αεροπλανοφόρο είναι ισπανικής προέλευσης.
Όπως και η άμυνα έναντι εξωτερικών απειλών, πρέπει επιτέλους να εμπεδωθεί πως η λαθρομετανάστευση αποτελεί πανευρωπαϊκό πρόβλημα, άρα απαιτεί πανευρωπαϊκή λύση. Αντί αυτής, οι Βρυξέλλες μεταφέρουν την ευθύνη αντιμετώπισης των ροών στις κατά τόπους κυβερνήσεις. Η εν λόγω πρακτική είναι άδικη και αντιπαραγωγική· σχετικά λίγα κράτη υφίστανται αυτού του είδους την πίεση στα σύνορά τους, αλλά καλούνται να σηκώσουν το βάρος για όλους τους υπόλοιπους. Η κατάσταση περιπλέκεται περαιτέρω όταν αυτά κυβερνώνται από κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες αρκετά θετικά διακείμενες απέναντι στα ανοιχτά σύνορα. Η κυβέρνηση Σάντσεθ είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα (πολύ πρόσφατη η πλήρης νομιμοποίηση 500.000 παράνομων μεταναστών), και φυσικά το ίδιο μπορεί να ειπωθεί για ορισμένες τάσεις του ΣΥΡΙΖΑ το 2016.
Παρά τα γεγονότα του 2020, η Ελλάδα δεν έχει απαλλαγεί από το φαινόμενο τούτο. Οι παράνομες αφίξεις συνεχίζονται, με εκείνες στην Κρήτη να είναι οι πιο προβεβλημένες. Αν κάτι έχει αλλάξει είναι η μορφή του φαινομένου: σήμερα εξελίσσεται πολύ πιο διακριτικά. Οι εισερχόμενοι δεν συσσωρεύονται πια στα νησιά, καταλήγοντας στην ενδοχώρα όπου… λιάζονται. Ίσως η χώρα μας στάθηκε τυχερή χάρη σε ένα γεγονός φαινομενικά άσχετο: η ένταξη Βουλγαρίας και Ρουμανίας στη Σένγκεν πιθανώς αποτρέπει τον μόνιμο εγκλωβισμό ξένων εδώ, δεδομένου ότι όσοι φτάνουν στο Αιγαίο επιδιώκουν να φτάσουν στα βορειοευρωπαϊκά κράτη. Ωστόσο, και πάλι τονίζεται πόσο κοινή είναι η πρόκληση. Είτε μένουν στις χώρες πρώτης εισόδου είτε προχωρούν αλλού, οι άνθρωποι αυτοί δεν θα έπρεπε να μετακινούνται εκτός νόμιμης διαδικασίας.
Την τελευταία δεκαετία, το όλο πρόβλημα βαίνει επιδεινούμενο. Η έξαρση του στις Ηνωμένες Πολιτείες μεταξύ 2020-2024 είχε ως άμεση συνέπεια την επανεκλογή Τραμπ. Στην ΕΕ θα οδηγήσει στην εκλογή κομμάτων σαφώς πιο συγκροτημένων, και άρα πολύ πιο επικίνδυνων. Αν θα φτάσουμε στο σημείο αυτό, θα οφείλεται στην αδιαφορία όσων δηλώνουν υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων για τα ανθρώπινα δικαιώματα των ίδιων των Ευρωπαίων, ασχέτως φυλής και θρησκεύματος.