Πρόβλεψη Μηδέν: Ο σύγχρονος πόλεμος καταρρίπτει κάθε στρατιωτικό στερεότυπο

Από τα drones των $500 στα χαρακώματα του Α' ΠΠ: τα μαθήματα των πρόσφατων συγκρούσεων και η ανάγκη για μια νέα ελληνική αμυντική στρατηγική.

Πρόβλεψη Μηδέν: Ο σύγχρονος πόλεμος καταρρίπτει κάθε στρατιωτικό στερεότυπο
UNSPLASH

​Οι σημερινοί επιχειρηματίες κατά κανόνα συμφωνούν στο εξής: το πιο δύσκολο στη δουλειά τους δεν είναι το πλάνο, μα η πρόβλεψη· τι θα κοστίζουν τα εμπορεύματα και οι πρώτες ύλες σε έξι μήνες, πόση διαθεσιμότητα εργαζομένων θα υπάρχει, ποιο πρότζεκτ θα επηρεαστεί από μια αλλαγή κανονισμού στις Βρυξέλλες.

​Κάτι ανάλογο συμβαίνει, σαφώς πιο έντονα, σε όσους πολέμους παρακολουθούμε τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Το Κίεβο κλονίζεται εξαιτίας της παραίτησης ενός υπουργού Άμυνας που αποπειράθηκε να αποκεντρώσει πλήρως το σύστημα προμηθειών· ο Μιχαήλ Φέντοροφ προσπάθησε να απαλλάξει τον στρατό από διαδικασίες που κρατούσαν τα drones στα χαρτιά ενώ ο εχθρός τα έστελνε ήδη στο μέτωπο· η αποχώρησή του, εν μέσω τριβών με την ανώτατη στρατιωτική ηγεσία και μαζικών διαδηλώσεων, δείχνει πόσο εύθραυστη είναι οποιαδήποτε τολμηρή μεταρρύθμιση. Στη Μέση Ανατολή, το Ιράν και ο άξονάς του δοκιμάστηκαν με τρόπους που κανείς δεν είχε προβλέψει, έχοντας πάντως καταφέρει να σταθούν στα πόδια τους· ταυτόχρονα, η πανάκριβη αεράμυνα των αραβικών ηγεμονιών δεν στάθηκε ικανή να αναχαιτίσει τα φθηνά ιρανικά όπλα. Στη Γάζα και στον Λίβανο, ο πόλεμος αποδείχθηκε παράλληλα πιο πρωτόγονος και πιο ψηφιακός από όσο θα φανταζόταν κανείς, μέχρι στιγμής δίχως ξεκάθαρο αποτέλεσμα.

​Η λέξη που πλέον επαναλαμβάνεται σε κάθε ανάλυση είναι «απρόβλεπτο». Όχι υπό την έννοια ότι δεν γνωρίζουμε τον εκάστοτε νικητή –ποτέ δεν τον γνωρίζαμε με βεβαιότητα– αλλά υπό την έννοια ότι έχουν καταρρεύσει τα στερεότυπα για την ίδια τη διεξαγωγή μιας μάχης. Ένας στρατός πολιτών με τζιπ και φορητό οπλισμό αναχαίτισε τη μεγαλύτερη πυρηνική δύναμη του πλανήτη. Drones των πεντακοσίων δολαρίων, συναρμολογημένα σε μικρές αποθήκες, μπορούν να καταστρέψουν οπλικά συστήματα αξίας πολλών εκατομμυρίων. Το πεδίο μάχης έχει πλέον γίνει «διαφανές»: ένας συνδυασμός από δορυφόρους, εναέριους-θαλάσσιους-επίγειους αισθητήρες και ανοικτές διαδικτυακές πηγές εντοπίζουν σχεδόν οτιδήποτε κινείται. Η νύχτα και η κακοκαιρία παραμένουν ικανές να αποκρύψουν τους αντιμαχόμενους, όμως όχι όσο πριν από δύο δεκαετίες.

Κατά συνέπεια, οι απώλειες υλικών είναι συνεχείς και τεράστιες. Όπλα και τακτικές που θεωρούνταν απαρχαιωμένα –τουφέκια και νάρκες του Β’ ΠΠ, ψυχροπολεμικά πυροβόλα και τεθωρακισμένα, χαρακώματα και τούνελ σκαμμένα όπως στον Α’ ΠΠ– αποδεικνύονται καθοριστικά επειδή η ποσότητα διαθέτει συχνά τη δική της υπέρτερη ποιότητα.

​Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο άνθρωπος-πολεμιστής, με την εμπειρία και το ένστικτό του, ξαναγίνεται πρωταγωνιστής. Έχει έτσι επιβεβαιωθεί μια κλασική παραδοχή που η Ευρώπη είχε βολικά λησμονήσει: η αξία μιας καλά εκπαιδευμένης εφεδρείας, διότι καμία τεχνολογία δεν αναπληρώνει τον αριθμό των απωλειών όταν ο πόλεμος διαρκεί μήνες και χρόνια, αντί για ημέρες και εβδομάδες.

​Παρόμοια φυσικά και η εικόνα περί την υψηλή τεχνολογία. Έξυπνα πυρομαχικά που διορθώνουν την πορεία τους εν πτήσει συνυπάρχουν με μαζικής παραγωγής προϊόντα πολιτικής χρήσης: ο ηλεκτρονικός πόλεμος –η προσπάθεια να τυφλώσεις τον αντίπαλο– έχει καταστεί τόσο κρίσιμος όσο το ίδιο το πυρομαχικό· ο κυβερνοπόλεμος ξεκινά πολύ πριν φανεί οποιοδήποτε αεροσκάφος ή τανκ· εφαρμογές για smartphones, κιάλια και λέιζερ του εμπορίου, και τηλεκατευθυνόμενα ελικοπτεράκια αυξάνουν εκθετικά τη μαχητική ικανότητα ενός στρατεύματος. Οι υβριδικές επιχειρήσεις, δηλαδή ο συνδυασμός στρατιωτικής πίεσης, παραπληροφόρησης, οικονομικού εκβιασμού και υποκίνησης εσωτερικής αστάθειας, δεν αποτελούν πια εξαίρεση αλλά κανόνα.

​Υπάρχει αντίφαση; Όχι ακριβώς· απλώς ο πόλεμος, όπως και η οικονομία, δεν κινείται σε ευθεία γραμμή μα σε σπείρες, όπου το παλιό επιστρέφει διαφορετικό.

​Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιτέλους ανακαλύπτει ό,τι η Ελλάδα ήξερε ανέκαθεν: η ασφάλεια δεν αγοράζεται με διμερές εμπόριο, αλλά οικοδομείται με υψηλές πάγιες δαπάνες, με στρατηγικά αποθέματα, με ικανότητα ταχείας παραγωγής. Τα προγράμματα επανεξοπλισμού που συζητούνται στις Βρυξέλλες κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση, μα η ευελιξία μιας ένωσης με 27 διαφορετικά βιομηχανικά συμφέροντα δεν συμβαδίζει εύκολα με τον άστατο ρυθμό του σύγχρονου πολέμου: η φύση του δεν είναι πρόβλημα που λύνεται με μια νέα «λευκή βίβλο»· είναι κατάσταση με την οποία πρέπει κανείς να μάθει να ζει, όπως ζει με έναν κακό γείτονα. Εδώ να θυμίσουμε ότι για την υπόλοιπη ΕΕ, κακός γείτονας είναι η Ρωσία, όχι η Τουρκία.

​Για τη χώρα μας, της οποίας η γεωγραφική θέση αποτελεί ταυτόχρονα ευλογία και κατάρα, τα παραπάνω δεν είναι θεωρητική συζήτηση. Σημαίνουν, καταρχάς, ότι η άμυνα δεν επιτρέπεται να βασίζεται αποκλειστικά σε λίγα εντυπωσιακά συστήματα: στα F-35, στις Belharra, στους «θόλους», στα ακριβά προγράμματα που –δικαίως– καταλαμβάνουν τα πρωτοσέλιδα. Απαιτείται και ένα στρώμα εγχώρια παραγόμενων μέσων, χαμηλού κόστους· αναλώσιμα drones κάθε μεγέθους και χρήσης, κάθε είδους πυρομαχικά και εξειδικευμένα οχήματα σε μεγάλη ποσότητα, άφθονα και επαρκή μέσα για αποστολές αντί-drone και για οπτική-ηλεκτρονική παραπλάνηση.

​Το ζήτημα δεν είναι αν η ελληνική αμυντική βιομηχανία μπορεί να παράξει ένα κορυφαίο μαχητικό –δεν μπορεί, ούτε χρειάζεται– αλλά αν μπορεί, γρήγορα και σε κλίμακα, να παράξει τα μικρότερα εκείνα συστατικά που καθορίζουν ποιος επιβιώνει και υπερτερεί στην πρώτη γραμμή. Κάποια βήματα έχουν γίνει, μέσα από συνεργασίες του ΚΕ.Τ.Υ.Α.Κ. και ιδιωτικών εταιρειών με Ισραηλινούς, Εμιρατιανούς και Ουκρανούς. Ωστόσο, η χαμηλή ταχύτητα υλοποίησης παραμένει το πρόβλημα, όχι η σύλληψη της σωστής ιδέας.

​Υπάρχει και μια ακόμη διάσταση, πολύ λιγότερο τεχνική μα εξίσου κρίσιμη: η ενεργοποίηση της κοινωνίας μας συνολικά. Η διεθνής εμπειρία απέδειξε περίτρανα ότι σε έναν παρατεταμένο αγώνα, ο επαγγελματικός στρατός δεν αρκεί. Από ένα σημείο και μετά χρειάζεται εφεδρεία που να μην είναι απλώς εγγεγραμμένη σε κατάλογο αλλά πραγματικά αξιόμαχη, μέσα από επαναλαμβανόμενη εκπαίδευση. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει κοινωνική συναίνεση, την οποία η ελληνική δημόσια συζήτηση αποφεύγει συστηματικά· η κάθε μορφής υποχρεωτική θητεία και τα καθήκοντα των εφέδρων μετατρέπονται σε πεδίο αντιπαράθεσης· δυστυχώς πολλοί Έλληνες είναι μεγάλοι πατριώτες στα λόγια, μα όχι απέναντι στις ευθύνες της πολεμικής ετοιμότητας.

​Το ίδιο ισχύει και για την ανθεκτικότητα των κρίσιμων εθνικών υποδομών σε μεταφορές, ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, περίθαλψη, ύδρευση και τρόφιμα. Όσον αφορά την υλική ανθεκτικότητά τους, κατά κανόνα είναι προσανατολισμένη στις ανάγκες της ειρήνης. Όσον αφορά την ψηφιακή ανθεκτικότητα, η χώρα έχει κάνει ορισμένα θεσμικά βήματα αλλά παραμένει, όπως και σε τόσα άλλα, πιο γρήγορη στις εξαγγελίες παρά στην εφαρμογή.

​Εδώ λοιπόν εντοπίζεται ένα πρόβλημα με το οποίο κανένα υπουργικό συμβούλιο δεν τολμά να καταπιαστεί: η κάθε επιπέδου συλλογική ενεργοποίηση δεν είναι θέμα ετήσιων ασκήσεων· είναι πρωτίστως θέμα εμπιστοσύνης του πολίτη προς το κράτος που τον καλεί να συμμετέχει. Όταν αυτή η εμπιστοσύνη μειώνεται, μειώνεται και η μακροχρόνια αντοχή. Η Ελλάδα ευτυχώς δεν βρίσκεται σε θερμό πόλεμο, όμως η σχέση πολίτη-κράτους δεν είναι αρκούντως υγιής· αρκεί να θυμηθεί κανείς πόσο γρήγορα μετατρέπεται κάθε συζήτηση για προμήθειες οπλικών συστημάτων σε υπόθεση σκανδάλου παρά σε υπόθεση σχεδιασμού, ή πόσο δύσκολα η κοινή γνώμη διακρίνει ανάμεσα στην αναγκαία μυστικότητα και στην ύποπτη αδιαφάνεια.

​Ως τώρα, η χώρα μας είχε την πολυτέλεια να παρατηρεί από απόσταση όσα δραματικά συμβαίνουν αλλού. Το μέγα ερώτημα είναι αν οι αρμόδιοι πράττουν τα δέοντα μετά από τόση παρατήρηση, ή αν περιορίζονται σε ακαδημαϊκές συζητήσεις.