Από τον Έβρο στη Θέουτα: Η Ευρώπη ανακαλύπτει εκ νέου την αξία της αποτροπής στο μεταναστευτικό
Η κρίση στον ισπανικό θύλακα της Θέουτα επαναφέρει στο προσκήνιο το μεταναστευτικό ως ζήτημα εθνικής και ευρωπαϊκής ασφάλειας
Η μαζική είσοδος δεκάδων χιλιάδων μεταναστών στη Θέουτα δεν αποτελεί μόνο ένα ακόμη επεισόδιο της μεταναστευτικής κρίσης που αντιμετωπίζει η Ευρώπη, αλλά πρόκειται για μείζον γεγονός με ευρύτερες γεωπολιτικές προεκτάσεις. Αναδείχθηκε για ακόμη μία φορά ότι τα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορούν μέσα σε λίγες ώρες να μετατραπούν σε πεδίο πίεσης με συνέπειες για ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο. Η επαναφορά συνοριακών ελέγχων από ευρωπαϊκά κράτη, καθώς και οι αποφάσεις που επηρεάζουν την καθημερινή λειτουργία της ζώνης Σένγκεν, επιβεβαιώνουν ότι μια κρίση στα εξωτερικά σύνορα πολύ γρήγορα μετατρέπεται σε ευρωπαϊκή κρίση.
Μέσα σε αυτή τη συγκυρία, η σύγκριση με τον Έβρο του 2020 γίνεται σχεδόν αναπόφευκτα. Πριν από έξι χρόνια η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή πίεση στα χερσαία σύνορά της με την Τουρκία. Εκείνη την περίοδο υπήρξαν έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό της χώρας και αρκετές επικρίσεις από ευρωπαϊκούς και διεθνείς κύκλους για τις επιλογές της κυβέρνησης. Η σημερινή πραγματικότητα όμως οδηγεί πολλούς να επανεκτιμήσουν εκείνες τις αποφάσεις μέσα από διαφορετική οπτική.
Ο Έβρος ως σημείο καμπής για την ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας
Η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε από την πρώτη στιγμή να αντιμετωπίσει την κρίση ως ζήτημα προστασίας της εθνικής κυριαρχίας και των εξωτερικών συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η άμεση κινητοποίηση των δυνάμεων ασφαλείας, η διαρκής επιτήρηση της συνοριακής γραμμής, η πολιτική βούληση για αποτροπή των παράνομων διελεύσεων και η συνεχής ενημέρωση των Ευρωπαίων εταίρων διαμόρφωσαν μια συνεκτική στρατηγική, η οποία λειτούργησε αποτελεσματικά σε επιχειρησιακό και πολιτικό επίπεδο.
Η σημασία εκείνης της επιλογής αποδείχθηκε στην πράξη. Η κρίση περιορίστηκε στα ελληνοτουρκικά σύνορα και δεν εξελίχθηκε σε ανεξέλεγκτη μετακίνηση πληθυσμών προς την υπόλοιπη Ευρώπη. Η Αθήνα κατάφερε να πείσει τους ευρωπαϊκούς θεσμούς ότι η προστασία του Έβρου αφορούσε ολόκληρη την Ένωση και όχι μόνο την Ελλάδα. Η παρουσία της ηγεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον Έβρο επιβεβαίωσε αυτή τη θεώρηση και δημιούργησε ένα νέο προηγούμενο ως προς την αντιμετώπιση της εργαλειοποίησης των μεταναστευτικών ροών.
Εκείνη την περίοδο διατυπώθηκαν πολλές επικρίσεις απέναντι στην ελληνική κυβέρνηση, κυρίως από την πλευρά των οπαδών των ανοικτών συνόρων. Με την πάροδο του χρόνου, αρκετές από τις επιλογές που αμφισβητήθηκαν υιοθετήθηκαν σταδιακά και από άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, οι οποίες διαπίστωσαν ότι η αποτελεσματική φύλαξη των εξωτερικών συνόρων αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση της ελεύθερης κυκλοφορίας στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η Θέουτα αναδεικνύει το κόστος της καθυστερημένης αντίδρασης
Η σημερινή κρίση στον ισπανικό θύλακα παρουσιάζει διαφορετικά χαρακτηριστικά, καθώς η γεωγραφία, οι σχέσεις της Ισπανίας με το Μαρόκο και οι επιχειρησιακές συνθήκες διαφέρουν σημαντικά από εκείνες του Έβρου. Παρά τα ιδιαίτερα αυτά δεδομένα, η εξέλιξη των γεγονότων καταδεικνύει ότι η έγκαιρη αποτροπή αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την έκβαση μιας τέτοιας κρίσης.
Η Ισπανία επέλεξε να δώσει ιδιαίτερη έμφαση στη συνεργασία με το Μαρόκο και στην αποκλιμάκωση της έντασης, καθυστερώντας την αντίδραση. Η επιλογή αυτή συνδέεται με την άποψη της ισπανικής κυβέρνησης σχετικά με τις στενές οικονομικές, εμπορικές και γεωπολιτικές σχέσεις των δύο χωρών, καθώς και με την ανάγκη διατήρησης της συνεργασίας σε ζητήματα ασφάλειας και αντιμετώπισης της παράτυπης μετανάστευσης. Παράλληλα όμως, η ταχύτητα με την οποία εξελίχθηκαν τα γεγονότα επέτρεψε σε πολύ μεγάλο αριθμό ανθρώπων να εισέλθει στη Θέουτα, δημιουργώντας μια κατάσταση που απέκτησε άμεσα κρίσιμες ευρωπαϊκές διαστάσεις.
Οι συνέπειες ξεπέρασαν τα ισπανικά σύνορα, με την επαναφορά συνοριακών ελέγχων από ευρωπαϊκά κράτη, καθώς και η έντονη ανησυχία που εκδηλώθηκε σε κυβερνήσεις της Δυτικής Ευρώπης, επιβεβαιώνουν ότι η ασφάλεια των εξωτερικών συνόρων επηρεάζει άμεσα τη λειτουργία ολόκληρης της ζώνης Σένγκεν. Η ελεύθερη κυκλοφορία στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης προϋποθέτει αποτελεσματικό έλεγχο στα εξωτερικά σύνορα, γεγονός που πλέον αναγνωρίζεται από ολοένα περισσότερες κυβερνήσεις.
Οι γεωπολιτικές σχέσεις με το Μαρόκο και τα όρια της συνεργασίας
Και η Ισπανία με το Μαρόκο έχουν διμερείς σχέσεις όπου η συνεργασία συνυπάρχει με σημαντικές ιστορικές διαφορές. Η Θέουτα και η Μελίγια αποτελούν διαχρονικά αντικείμενο διεκδίκησης από το Ραμπάτ, ενώ η κρίση της νησίδας Περεχίλ το 2002 υπενθύμισε ότι οι δύο χώρες μπορούν να βρεθούν ακόμη και μπροστά σε περιορισμένη στρατιωτική αντιπαράθεση.
Η συγκεκριμένη πραγματικότητα επηρεάζει αναπόφευκτα τον τρόπο με τον οποίο η Μαδρίτη διαχειρίζεται κάθε κρίση. Η διατήρηση λειτουργικών διαύλων επικοινωνίας με το Μαρόκο αποτελεί στρατηγική επιλογή της ισπανικής εξωτερικής πολιτικής, καθώς η συνεργασία των δύο χωρών επεκτείνεται στην ασφάλεια, στην αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, στην οικονομία και στον έλεγχο των μεταναστευτικών ροών.
Το ιστορικό των σχέσεων αυτών εξηγεί γιατί αρκετοί αναλυτές εξετάζουν το ενδεχόμενο εργαλειοποίησης της μετανάστευσης ως μέσου πολιτικής πίεσης. Μέχρι σήμερα δεν έχουν παρουσιαστεί δημόσια στοιχεία που να αποδεικνύουν οργανωμένη κρατική επιχείρηση εκ μέρους του Μαρόκου αντίστοιχη με εκείνη που υπήρξε το 2020 στον Έβρο. Σε κάθε περίπτωση πάντως, η πρόσφατη κρίση αποδεικνύει πόσο ευάλωτα παραμένουν τα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης όταν οι μεταναστευτικές ροές αποκτούν μαζικό χαρακτήρα και η στοχοθεσία τους ενέχει πολλαπλές ερμηνείες.
Η ελληνική εμπειρία αποκτά ευρωπαϊκή αξία
Η εξέλιξη των γεγονότων στη Θέουτα επιτρέπει μια ψύχραιμη αποτίμηση και της ελληνικής εμπειρίας. Οι επιλογές της κυβέρνησης Μητσοτάκη το 2020 παρουσιάζονται σήμερα με διαφορετικό τρόπο από πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, οι οποίες αντιμετωπίζουν αντίστοιχες προκλήσεις στα δικά τους σύνορα. Η αντίληψη ότι η αποτελεσματική φύλαξη των εξωτερικών συνόρων αποτελεί βασικό πυλώνα της ευρωπαϊκής ασφάλειας έχει ενισχυθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια και επηρεάζει πλέον τις αποφάσεις αρκετών κρατών μελών.
Η σημερινή κρίση υπενθυμίζει ότι η αποτροπή λειτουργεί πρωτίστως ως μηχανισμός πρόληψης. Όταν η πολιτεία εκπέμπει σαφές μήνυμα ότι τα σύνορα προστατεύονται αποτελεσματικά, περιορίζονται οι προσδοκίες όσων επιδιώκουν να τα παραβιάσουν και αποδυναμώνονται τα δίκτυα που οργανώνουν τις μετακινήσεις. Η εμπειρία του Έβρου απέδειξε ότι η αποφασιστικότητα, όταν συνοδεύεται από επιχειρησιακή επάρκεια και διεθνή διπλωματική κινητικότητα, μπορεί να αποτρέψει μια πολύ ευρύτερη κρίση.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται πλέον μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα, όπου η μετανάστευση συνδέεται όλο και περισσότερο με την ασφάλεια και τη γεωπολιτική σταθερότητα. Η κρίση στη Θέουτα υπενθυμίζει ότι κάθε αδυναμία στα εξωτερικά σύνορα μεταφέρεται γρήγορα στο εσωτερικό της Ευρώπης, επηρεάζοντας την ελεύθερη κυκλοφορία, την πολιτική συνοχή και την εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών. Υπό αυτό το πρίσμα, η ελληνική διαχείριση του Έβρου το 2020 αποκτά χαρακτήρα ευρωπαϊκού παραδείγματος. Η εμπειρία εκείνης της περιόδου δείχνει ότι η προστασία των εξωτερικών συνόρων, όταν αντιμετωπίζεται ως στρατηγική προτεραιότητα και συνοδεύεται από σαφή πολιτική βούληση, μπορεί να λειτουργήσει ως ασπίδα για ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση και να διαφυλάξει ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, την ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών.