Οι γερανοί των ναυπηγείων, και η επιστροφή της ελληνικής βιομηχανίας

Οι γερανοί των ναυπηγείων, και η επιστροφή της ελληνικής βιομηχανίας
ΑΠΕ-ΜΠΕ

Στην ακτογραμμή της δυτικής Αττικής, οι γερανοί έστεκαν ακίνητοι για δεκαετίες. Οι εντυπωσιακές -για τα εθνικά δεδομένα- εγκαταστάσεις υπενθύμιζαν μια Ελλάδα που κάποτε παρήγαγε, επισκεύαζε και εξήγαγε, αλλά σταδιακά κατέληξε να εισάγει σχεδόν τα πάντα. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε πως τα ναυπηγεία Ελευσίνας και Σκαραμαγκά κατέληξαν να συμβολίζουν τη βιομηχανική παρακμή της χώρας. Επομένως, η συμφωνία μεταξύ της ONEX και της νοτιοκορεατικής Hanwha δεν είναι μια συνηθισμένη επιχειρηματική είδηση. Πέρα από το αξιοπρόσεκτο -υψηλού επιπέδου- αμερικανικό ενδιαφέρον, είναι κάτι σαφώς πιο ουσιαστικό.

Στη δημόσια συζήτηση, οι αμυντικές δαπάνες συχνά αντιμετωπίζονται στενόμυαλα. Η προσοχή του κοινού στρέφεται στο χρηματικό κόστος, στα χαρακτηριστικά των οπλικών συστημάτων ή στις γεωπολιτικές ισορροπίες. Πολύ λιγότερο συζητάμε για όσα ευεργετήματα προκύπτουν όταν ένα κράτος καταφέρνει να μετατρέψει τις αμυντικές του ανάγκες σε μοχλό βιομηχανικής ανάπτυξης. Εκεί εντοπίζεται η πραγματική αξία του Project Trident.

Η εν λόγω συμφωνία προβλέπει επενδύσεις που μπορούν να φτάσουν το 1,35 δισ. ευρώ στην Ελευσίνα. Επενδύσεις σε αναβάθμιση υποδομών: νέες πλωτές δεξαμενές, σύγχρονα logistics και βιομηχανικό εξοπλισμό υψηλής τεχνολογίας. Σημαντική εξέλιξη. Ακόμη σημαντικότερο όμως είναι ότι δημιουργείται ένα οικοσύστημα παραγωγής. Μια δραστηριότητα όπου ναυπηγοί, μηχανικοί, προγραμματιστές, σχεδιαστές, τεχνικοί και άλλοι εξειδικευμένοι εργαζόμενοι δεν θα αναζητούν αναγκαστικά το μέλλον τους στο εξωτερικό.

Η Ελλάδα έχει πληρώσει ακριβά το brain drain. Επί χρόνια επένδυσε στην εκπαίδευση νέων για να τους βλέπει να παράγουν πλούτο αλλού. Οι πτυχιούχοι και διπλωματούχοι μας άρχισαν να φεύγουν πριν από την κρίση, αναζητώντας έξω απασχόληση σύμφωνη με τα προσόντα τους. Ωστόσο, οι βιομηχανίες υψηλής τεχνολογίας λειτουργούν ως μαγνήτες ανθρώπινου κεφαλαίου. Δεν προσφέρουν απλώς εργασία. Προσφέρουν καριέρα, εξειδίκευση και καλύτερες αμοιβές. Παγκοσμίως, ο αμυντικός και αεροδιαστημικός τομέας συγκαταλέγεται στις βιομηχανίες υψηλής τεχνολογίας, άρα στους πιο καλοπληρωμένους κλάδους της οικονομίας. Ταυτόχρονα, αξιοποιεί την τεχνογνωσία του και σε ειρηνικές εφαρμογές· η Ελευσίνα μπορεί άνετα να υποστηρίξει την «πράσινη» μετάβαση του εμπορικού στόλου.

Η διεθνής εμπειρία είναι αποκαλυπτική. Η Πολωνία δεν περιορίστηκε να αγοράσει κορεατικά οπλικά συστήματα· απαίτησε μεταφορά τεχνογνωσίας και συμμετοχή της εγχώριας βιομηχανίας. Η Τουρκία, η Ουγγαρία και η Ρουμανία ακολούθησαν αντίστοιχη πορεία. Η Νότια Κορέα, από χώρα που πριν λίγες δεκαετίες εισήγαγε τεχνολογία, εξελίχθηκε σε παγκόσμιο βιομηχανικό και αμυντικό παίκτη ακριβώς επειδή συνέδεσε τις -υπαρκτές- στρατηγικές της ανάγκες με την παραγωγή. Ξεκινώντας από παραγωγή βασικών όπλων και εκσυγχρονισμό παλαιών, η Νότια Κορέα ακολούθησε έναν δρόμο που δυστυχώς δεν συγκίνησε την Ελλάδα.

Αυτό είναι πλέον το πραγματικό διακύβευμα για εμάς. Όχι αν θα κατασκευαστεί μία κορβέτα, ένα τεθωρακισμένο, ένα drone ή ένα υποβρύχιο παραπάνω· και στο παρελθόν είχαμε συμπαραγωγές, όμως δεν άφησαν μόνιμο αποτύπωμα. Εάν επιτέλους η χώρα ανακτήσει κρίσιμες παραγωγικές δυνατότητες, η εγχώρια προστιθέμενη αξία θα αυξηθεί θεαματικά. Ζητούμενο είναι να συντηρεί, να επισκευάζει και να αναβαθμίζει σύνθετα συστήματα χωρίς να εξαρτάται πλήρως από ξένες αλυσίδες εφοδιασμού. Να συμμετέχει σε ευρωπαϊκά και νατοϊκά προγράμματα ως αξιόπιστος εταίρος και όχι ως αποκλειστικός αγοραστής.

Η χρονική συγκυρία είναι γενικά ευνοϊκή. Εξαιτίας της γενικευμένης αστάθειας, η Ευρωπαϊκή Ένωση εγκαινιάζει νέα χρηματοδοτικά εργαλεία (π.χ. SAFE) για την ενίσχυση της αμυντικής παραγωγής, ενώ οι γεωπολιτικές εξελίξεις ωθούν τα κράτη να επενδύσουν πολύ περισσότερο στην αυτάρκεια και την ανθεκτικότητα. Όποιος διαθέτει βιομηχανική βάση θα απορροφήσει κεφάλαια, τεχνολογία και συμβόλαια. Όποιος δεν διαθέτει, θα παραμείνει παθητικός θεατής.

Συνεπώς, το Project Trident, όπως και το χθεσινό μνημόνιο Σκαραμαγκά-Hyundai, δεν αφορούν μόνο την Αττική ούτε μόνο το Πολεμικό Ναυτικό. Αφορούν όλη τη χώρα και κυρίως τη θέλησή της να βρεθεί ανάμεσα σε όσους παράγουν σύνθετα βιομηχανικά προϊόντα και όχι μόνο υπηρεσίες χαμηλής προστιθέμενης αξίας. Αν δηλαδή μπορεί να αξιοποιήσει τη γεωγραφία της, την τεράστια εμπορική ναυτιλία της και τις συμμετοχές της σε ΕΕ και ΝΑΤΟ, ώστε να δημιουργηθεί χειροπιαστός πλούτος για τους πολίτες της.