Ενεργειακή συνοχή για ευρωπαϊκή ανθεκτικότητα
Η Ευρώπη αναζητά ισορροπία ανάμεσα στην πράσινη μετάβαση, στη βιομηχανική παραγωγή και στη στρατηγική της αυτονομία.
Η χθεσινή προσύνοδος και η έκτακτη σύνοδος κορυφής που την ακολούθησε στο Άλντεν Μπίζεν επιβεβαίωσαν πόσο μετέωρη είναι η ΕΕ. Ύστερα από πολυετή αδράνεια, έχει φουντώσει η συζήτηση για την χαμηλή ανταγωνιστικότητα, ενώ οι τιμές ενέργειας βρίσκονται στο τραπέζι ως κρίσιμη προϋπόθεση επιβίωσης της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Η σημερινή Ευρώπη έχει εγκλωβιστεί μεταξύ σφύρας και άκμονος: ανάμεσα στον αμερικανικό οικονομικό επεκτατισμό και στο ρωσικό στρατηγικό αναθεωρητισμό. Στο μέσον αυτού του διπόλου, προσπαθεί να σχηματοποιήσει μια κοινή ατζέντα στοιχειώδους οικονομικής και γεωπολιτικής αυτονομίας.
Οι συζητήσεις γύρω από την ενεργειακή πολιτική δεν είναι πλέον θεωρητικές. Η Ευρώπη έχει χάσει το πλεονέκτημα φθηνής και σταθερής ενέργειας που απολάμβανε πριν από το 2022. Η Γερμανία, η Ιταλία και τα βιομηχανικά κράτη της Κεντρικής Ευρώπης πιέζουν για αναθεώρηση του ETS, άρα για χαμηλότερες τιμές ηλεκτρικού ρεύματος· αντίθετα η Κομισιόν εμμένει στη γραμμή της πράσινης μετάβασης. Την ίδια στιγμή, η Κίνα και η υπόλοιπη Ασία αποσπούν ευρωπαϊκό μερίδιο σε προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας. Αν δεν υπάρξει ρεαλιστική στρατηγική, ισορροπημένη ανάμεσα στη βιωσιμότητα και στην ανταγωνιστικότητα, το ευρωπαϊκό οικοδόμημα νομοτελειακά θα ρηγματωθεί. Άλλωστε το μεταπολεμικό οικονομικό θαύμα της Γηραιάς Ηπείρου και το κοινωνικό κράτος βασίστηκαν στη μεταποίηση, όχι στις υπηρεσίες.
Σχετικά έχουν κατατεθεί ενδιαφέρουσες προτάσεις, μάλλον καθυστερημένες: επιλογή προϊόντων «Made in Europe» από εταιρείες που λαμβάνουν δημόσια-ενωσιακή χρηματοδότηση· πανευρωπαϊκή μείωση κόστους γραφειοκρατίας για τις επιχειρήσεις, ώστε νέοι πόροι να στραφούν στην έρευνα και ανάπτυξη· Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, που θα προσφέρει πολύ πιο άνετη χρηματοδότηση· επικαιροποίηση του κανονισμού περί συγχωνεύσεων, για να διευκολυνθεί περαιτέρω η σύσταση μεγάλων ομίλων, σε ρόλο «Ευρωπαίων Πρωταθλητών». Αυτονόητες προτάσεις ανάπτυξης.
Η συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα σχετίζεται και με το εξελισσόμενο πρόγραμμα SAFE, το ταμείο επενδύσεων στον αμυντικό τομέα. Εάν αξιοποιηθεί ως μοχλός συντονισμένων επενδύσεων στην υψηλή τεχνολογία δύναται να επενεργήσει ευεργετικά. Δυστυχώς τα ως τώρα σημάδια δείχνουν πως οι περισσότερες χώρες αντιμετωπίζουν το SAFE ως έναν ακόμη μηχανισμό διανομής πόρων, και όχι ως εργαλείο ανασυγκρότησης της βιομηχανίας· Γάλλοι και Γερμανοί δεν μπορούν καν να συμφωνήσουν στην ανάπτυξη κοινού μαχητικού αεροσκάφους. Για ποια κοινή άμυνα μιλάμε;
Χθες στις Βρυξέλλες διεξαγόταν και μια λιγότερο προβεβλημένη αλλά εξίσου ουσιώδης συζήτηση: ο μετασχηματισμός του ΝΑΤΟ και η σταδιακή επανεκτίμηση της σχέσης του με την ΕΕ. Καθώς οι ΗΠΑ στρέφουν την προσοχή τους προς τον Ειρηνικό, οι Ευρωπαίοι άρχισαν να αντιλαμβάνονται πόσο ευάλωτοι είναι. Αν και είναι πασιφανές ότι άμυνα και οικονομία είναι αλληλένδετες, με εξαίρεση την Ελλάδα παραμέλησαν την εξωτερική τους ασφάλεια. Τώρα, η εξάρτησή τους από ξένους παράγοντες όσον αφορά θέματα ενέργειας, βασικών πρώτων υλών και άμυνας καταλήγει στο προφανές: ή θα αποκτήσει η Ευρώπη κοινό μηχανισμό προβολής στρατιωτικής ισχύος, ή θα συνεχίσει να ζει υπό μόνιμη αβεβαιότητα.
Παρά τις καθησυχαστικές δηλώσεις τους, οι Φον Ντερ Λάιεν, Κόστα και Μέτσολα γνωρίζουν καλά τις δυσκολίες. Μάριο Ντράγκι και Ενρίκο Λέτα έχουν ήδη καταθέσει γραπτώς τι πρέπει να γίνει, και ίσως έχουν υποτιμήσει το μέγεθος της υπαρξιακής απειλής για την Ένωση. Αν και ο χρόνος πιέζει, οι χθεσινές συναντήσεις ηγετών δεν παρήγαγαν χειροπιαστά αποτελέσματα. Τα στενά εθνικά συμφέροντα εξακολουθούν να τίθενται υπεράνω των κοινών. Τουλάχιστον δεν υπάρχει πια διαφωνία για το προφανές: δεν νοείται βιώσιμη Ευρώπη δίχως ανεκτό κόστος διαβίωσης, ενεργειακή συνοχή, κοινό οικονομικό ορίζοντα και αμυντική αυτάρκεια.