Εγχώρια αμυντική βιομηχανία: Από τη Σίνδο ως την Ευρώπη

Η ευρωπαϊκή στροφή στην ισχυρότερη άμυνα αποκαλύπτει το ελληνικό παραγωγικό κενό αλλά και την μεγάλη ευκαιρία

Εγχώρια αμυντική βιομηχανία: Από τη Σίνδο ως την Ευρώπη
ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ/EUROKINISSI

Θυμάμαι ένα πέρασμα πριν λίγους μήνες από μία επιχείρηση της ΒΙΠΕΘ. Τίποτα το εντυπωσιακό, με την πρώτη ματιά. Μάλλον απλά και χαμηλά κτίρια, θόρυβος μηχανουργείου, περονοφόρα να μπαινοβγαίνουν, ένα ανθρώπινο μελίσσι. Ωστόσο, σε έναν χώρο που θα περνούσε μάλλον απαρατήρητος, κατασκευάζονταν εξαρτήματα ακριβείας για αεροναυπηγική χρήση. Όχι «ελληνικά προϊόντα» υπό την έννοια της τοπικής αγοράς. Προϊόντα που ενσωματώνονται σε διεθνή οπλικά συστήματα. Η Ελλάδα ήδη παράγει ισχύ. Απλώς δεν το έχει συνειδητοποιήσει.

Η εν λόγω αντίφαση είναι ο πυρήνας του προβλήματος. Ζούμε σε μια χώρα που συζητά για την άμυνα ως δημοσιονομικό βάρος, την ώρα που απειλείται ευθέως, είναι ναυτιλιακή υπερδύναμη και παράλληλα διαθέτει έναν διάσπαρτο μα αξιόλογο βιομηχανικό ιστό. Και όλα αυτά ενώ η διεθνής πραγματικότητα αλλάζει βίαια. Η δήλωση Τσακλόγλου στο Delphi Economic Forum περί αναγκαιότητας των επενδύσεων στην άμυνα δεν ήταν μια ακόμη τεχνοκρατική παρατήρηση. Ήταν μια βασική παραδοχή της εποχής μας: τίποτα πλέον δεν είναι δεδομένο.

Χάρη στους Τραμπ και Πούτιν, η Ευρώπη ξυπνά. Ξυπνά σαστισμένη και αργή. Για τριάντα χρόνια επένδυσε στην παραδοχή ότι η ειρήνη είναι μόνιμη και η ασφάλεια της εξασφαλισμένη. Το αποτέλεσμα είναι σήμερα ορατό. Πολυδιάστατη εξάρτηση από τις απρόβλεπτες ΗΠΑ. Ρωσικός και τουρκικός μεγαλοϊδεατισμός. Υβριδικές επιθέσεις. Ενεργειακή υποτέλεια. Κατακερματισμένη αμυντική βιομηχανία. Αδικαιολόγητα τεχνολογικά κενά. Το ReArm Europe των 800 δισεκατομμυρίων δεν χαρακτηρίζεται στρατηγική πρωτοβουλία. Είναι κίνηση πανικού, εξαιτίας αδράνειας δεκαετιών.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η -διήμερη- επίσκεψη Μακρόν στην Αθήνα αποκτά άλλο νόημα. Δεν αφορά μόνο τις φρεγάτες FDI, τα Rafale, ή το καθεστώς Ερντογάν. Αφορά τη μετατόπιση της ίδιας της Γηραιάς Ηπείρου προς μια λογική αμυντικής αυτάρκειας και ισχυρότερης αλληλεγγύης. Το γεγονός ότι μαζί του βρέθηκε ο επικεφαλής της Naval Group δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι ένδειξη ότι η χώρα μας αντιμετωπίζεται ως πιθανός βιομηχανικός εταίρος, όχι απλώς ως πελάτης όπλων.

Εδώ λοιπόν εντοπίζεται η ελληνική ιδιαιτερότητα. Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, η εθνική άμυνα παύει να είναι ταμπού. Ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός εξοπλισμών, ο εξορθολογισμός του οπλοστασίου, η απαίτηση για 25% εγχώρια συμμετοχή, η έντονη συζήτηση για πολύ περισσότερη εγχώρια παραγωγή υπαινίσσονται αλλαγή κατεύθυνσης. Τούτου λεχθέντος, η απόσταση από τη ρητορική ως την πράξη παραμένει μεγάλη.

Παρά τη αναμφίβολη σημασία τους, το πραγματικό ζήτημα δεν είναι οι δαπάνες. Είναι η δομή της παραγωγής. Η Ελλάδα έμαθε να λειτουργεί χωρίς βιομηχανική στρατηγική. Οσες υγιεις ιδιωτικές επιχειρήσεις υπάρχουν δεν αναπτύχθηκαν χάρη σε κρατικό σχεδιασμό, αλλά παρά την απουσία του. Από την -πολύπαθη-  Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία και τα υπό αναγέννηση ΕΑΣ, μέχρι τις εξαγωγικές εταιρείες ηλεκτρονικών και λογισμικού, όπως οι Theon, Skytallis και IDE, το μοτίβο επαναλαμβάνεται: νησίδες αριστείας μέσα σε ένα περιβάλλον αποσπασματικό, στερημένο δημιουργικών συνεργειών. Ο Κένταυρος, το ήδη δοκιμασμένο σύστημα anti-drone της ΕΑΒ, ψάχνει μιμητές.

Η Βόρεια Ελλάδα αποτελεί καθαρό παράδειγμα. Από τη Δεσκάτη μέχρι την Αλεξανδρούπολη και από τη Σίνδο μέχρι το Λάκκωμα, έχει διαμορφωθεί ένα άτυπο αμυντικό οικοσύστημα. Εταιρείες που παράγουν από αντι-drone τεχνολογία μέχρι θωρακίσεις και ηλεκτρονικά συστήματα. Μικρές, ευέλικτες, εξαγωγικές. Και ταυτόχρονα, μάλλον αποσυνδεδεμένες μεταξύ τους.

Το μοντέλο τούτο προφανώς έχει όρια. Μπορεί να επιβιώσει, μα δεν μπορεί να κλιμακωθεί. Η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού είναι ήδη εμφανής. Οι πολύ μεγάλες εταιρείες απορροφούν τα ταλέντα, αφήνοντας τις μικρότερες να παλεύουν για τεχνίτες. Το εκπαιδευτικό σύστημα δεν τροφοδοτεί την παραγωγή, με το κράτος να παρακολουθεί άπραγο. Πλην εξαιρέσεων, τα ΑΕΙ δεν τολμούν να συμμετάσχουν σε αμυντική έρευνα, φοβούμενα τις αντιδράσεις μειοψηφιών με πιθανούς ξένους καθοδηγητές. Το τραπεζικό σύστημα δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί τις αληθείς προοπτικές του κλάδου.

Το αποτέλεσμα είναι μια μορφή… κανιβαλισμού ανθρώπινου και χρηματικού κεφαλαίου. Όχι επειδή οι επιχειρήσεις λειτουργούν λανθασμένα, αλλά επειδή απουσιάζει το ενιαίο πλαίσιο. Αυτό είναι το σημείο όπου ο ξύλινος τεχνοκρατικός λόγος συνήθως απογοητεύει. Αν και εστιάζει στα πλεονάσματα, στην πράξη αγνοεί τη βάση παραγωγής.

Κι όμως, το παρελθόν δείχνει τον δρόμο. Το διαδίκτυο, το GPS, οι ημιαγωγοί, η αεροδιαστημική, τα πιο χρήσιμα κράματα: όλα προέκυψαν μέσα από αμυντική έρευνα. Χώρες όπως το Ισραήλ, η Νότια Κορέα, η Σερβία, η Ταϊβάν, η Ουκρανία και φυσικά η Τουρκία δεν έγιναν τεχνολογικές δυνάμεις εν μία νυκτί. Χρησιμοποίησαν τις αμυντικές ανάγκες τους ως επιταχυντή. Αναβάθμισαν παλιό στρατιωτικό υλικό. Επέτυχαν μεταφορά όλο και υψηλότερης τεχνογνωσίας. Έχτισαν παραγωγικά οικοσυστήματα. Συνέδεσαν στράτευμα και πανεπιστήμια με τελικό προϊόν. Από εισαγωγεις, κατέστησαν εξαγωγείς.

Στη σύγχρονη αποβιομηχανισμένη Ελλάδα, η αμυντική βιομηχανία προσφέρει ένα επιπλέον πλεονέκτημα. Το παγκόσμιο εμπορικό θεσμικό πλαίσιο επιτρέπει αυτό που απαγορεύεται για άλλες δραστηριότητες. Μέσω της ρήτρας XXI της GATT, ένα κράτος μπορεί να επιδοτήσει, να προστατεύσει, να κατευθύνει εφόσον έτσι επιβάλλει η ασφάλεια του. Με άλλα λόγια, να ασκήσει κλασική βιομηχανική πολιτική, να δημιουργήσει καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας. Άρα το μεγάλο ερώτημα δεν είναι αν μπορεί. Είναι αν θέλει.

Συνεπώς, για να μετατραπεί αυτή η ευνοϊκή συγκυρία σε βιώσιμο αποτέλεσμα, χρειάζονται στοιχεία αυτονόητα. Σοβαρότητα και προσήλωση. Σταθερές παραγγελίες. Πραγματική εγχώρια συμμετοχή, όχι συμβολική. Σύνδεση παιδείας και παραγωγής, ώστε να πάψει η απώλεια ανθρώπινου κεφαλαίου. Και κυρίως, σαφής κατεύθυνση: σε ποιούς ακριβώς τομείς επενδύει η χώρα, και γιατί.

Δυστυχώς η επόμενη γεωπολιτική φάση δεν θα συγχωρεί την αποσπασματικότητα. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις είτε θα ενταχθούν σε υφιστάμενες και νέες ευρωπαϊκές αλυσίδες αξίας, είτε θα μείνουν εκτός. Οι συνέργειες δεν θα είναι επιλογή. Θα είναι προϋπόθεση. Και αυτή δεν προκύπτει αυτόματα. Σε πολύ μεγάλο βαθμό θα απαιτηθεί υπερκομματικη πολιτική βούληση.

Εν κατακλείδι, στην τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα το συλλογικό δίλημμα δεν είναι αμιγώς οικονομικό. Είναι εθνικά υπαρξιακό. Ή θα παράγεις, ή θα εξαρτάσαι. Η ιστορία έχει δείξει τι συμβαίνει σε όσους επιλέγουν το δεύτερο.