Οδηγεί κάπου η “θετική” ατζέντα Αθήνας-Άγκυρας;

Η προσεχής συνάντηση Μητσοτάκη–Ερντογάν θα διεξαχθεί σε περίοδο γενικευμένης έντασης και αμοιβαίας δυσπιστίας, με χαμηλές προσδοκίες και υψηλό ρίσκο.

Οδηγεί κάπου η “θετική” ατζέντα Αθήνας-Άγκυρας;
(ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ/EUROKINISSI)

Η συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν στην Άγκυρα στις 11 Φεβρουαρίου πραγματοποιείται σε φάση αντιφατική. Από τη μία, η θετική ατζέντα Αθήνας-Άγκυρας συντηρείται μεθοδικά, από την άλλη όμως η τουρκική προκλητικότητα επιμένει: χαρακτηριστική η αντι-ΝΟΤΑΜ μετά το τραγικό ναυάγιο στη Χίο, όπου επαναδιατυπώθηκαν οι γνωστές αιτιάσεις περί τουρκικής δικαιοδοσίας σε έρευνα και διάσωση. Η χρονική σύμπτωση του τραγικού αυτού περιστατικού με τη δρομολογημένη ελληνοτουρκική συνάντηση ίσως δεν είναι τυχαία. Οι υβριδικές μέθοδοι άσκησης πίεσης μέσω μεταναστευτικών ροών και γκρίζων ζωνών έχουν από καιρό ενταχθεί στο τουρκικό ρεπερτόριο.

Στις 11 Φεβρουαρίου η συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν στην Άγκυρα

Η Τουρκία επιδιώκει να διατηρεί ανοιχτούς διαύλους, ελέγχοντας όμως τον ρυθμό και το περιεχόμενο του διαλόγου. Αποφεύγει μεν την ένταση της περιόδου 2020-2021, δεν παραιτείται όμως από το αυθαίρετο αφήγημα της Γαλάζιας Πατρίδας, ούτε από την αμφισβήτηση του -απόλυτα νόμιμου- δικαιώματος της Ελλάδας να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 μίλια. Κάθε επίσημη δήλωση της τουρκικής διπλωματίας επαναφέρει την ίδια σταθερά: όλα στο τραπέζι, όλα διαπραγματεύσιμα.

Η ελληνική πλευρά παραμένει ψύχραιμη αλλά συγκρατημένα καχύποπτη, καθώς η χώρα μας δεν διεκδικεί κάτι. Η κυβέρνηση επιδιώκει να συντηρήσει το κανάλι επικοινωνίας και να αποφύγει κρίσεις, χωρίς όμως να δημιουργεί ψευδαισθήσεις για ιστορική προσέγγιση. Επιδιώκει μικρά, ρεαλιστικά αποτελέσματα –στην οικονομία, στον τουρισμό, στις εναέριες και θαλάσσιες παραβιάσεις– γνωρίζοντας ότι τα ακανθώδη θέματα (ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα) παραμένουν άθικτα. Δημοσίως, η γραμμή Μητσοτάκη είναι σαφής: καμία συζήτηση έξω από το διεθνές δίκαιο και καμία ανάγκη για επιδιαιτητές.

Δυστυχώς, παρά τη διπλωματική τυπικότητα, η Τουρκία παραμένει ένας απρόβλεπτος γείτονας που συνδυάζει επιδέξια λεκτικές προκλήσεις και εργαλειοποίηση κρίσεων. Με τις τακτικές της, επιβεβαιώνει ότι ο αναθεωρητισμός της είναι στρατηγικός και όχι περιστασιακός: κάθε κίνηση καλής θέλησης συνοδεύεται από μια εχθρική υπενθύμιση. Στη στάση της αυτή είναι ενωμένη: ο έγκλειστος Ιμάμογλου προτρέπει τους Ευρωπαίους να πουλήσουν Eurofighter στη χώρα του, με το σκεπτικό πως αυτή δεν περιορίζεται στον Ερντογάν, ή στον ίδιο.

Η ελληνική πλευρά οφείλει να κινείται με επίγνωση του τι είναι εφικτό. Οι προσεχείς συνομιλίες της Άγκυρας θα είναι χρήσιμες μόνο στο βαθμό που διατηρούν την ισχύουσα ισορροπία, χωρίς να επηρεάζουν τις πάγιες θέσεις μας, όπως και τις συμμαχίες μας. Επιβάλλεται δηλαδή να είμαστε προσεκτικοί, αφού θα μπορούσαμε να μπλέξουμε προσπαθώντας να κερδίσουμε την έξωθεν καλή μαρτυρία. Άλλωστε οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν χρειάζονται συναισθηματισμούς· χρειάζονται υπομονή, ψυχραιμία και συνεχή επαγρύπνηση.

Πάντως η νέα απόπειρα αμοιβαίας προσέγγισης βρίσκει τη Γείτονα με ανοιχτά μέτωπα στη Συρία, τα οποία θα αποδειχθούν σχεδόν άκακα αν επέλθει καθεστωτική ανατροπή στο Ιράν. Συνεπώς, η συγκεκριμένη συγκυρία μπορεί πράγματι να λειτουργήσει ως κίνητρο πρόσκαιρης αποκλιμάκωσης, μα όχι ως καταλύτης πλήρους αποκατάστασης της διμερούς σχέσης.

Η ως τώρα εμπειρία διδάσκει ότι όποτε η Αθήνα επενδύει στη νηνεμία, η Άγκυρα απλώς μετρά τον χρόνο μέχρι την επόμενη αντιπαράθεση. Ο πρωθυπουργός φυσικά δεν χρειάζεται έγκριση της κας Καρυστιανού  για να μιλά με τους απέναντι. Ωστόσο, καλό είναι να γνωρίζουμε γιατί κάνουμε ό,τι κάνουμε, διότι η εξ Ανατολών απειλή δεν πρόκειται να εξαλειφθεί στο ορατό μέλλον.