Αναθεώρηση Συντάγματος μόνο με εθνική σκοπιμότητα
Οι αλλαγές στο Σύνταγμα δεν επιτρέπεται να υπηρετούν μικροκομματικά σχέδια αλλά να ενισχύουν τη θεσμική σταθερότητα της χώρας.
Η κυβέρνηση άνοιξε και επισήμως τη συζήτηση για νέα αναθεώρηση Συντάγματος -μια πρωτοβουλία που ο Πρωθυπουργός είχε προαναγγείλει από καιρό. Η επιλογή στιγμής είναι η πρέπουσα: η τωρινή Βουλή -τυπικά- απέχει 18 μήνες από τη λήξη της θητείας της, χρόνος επαρκής για θεσμική διαβούλευση.
Μήνυμα Κ. Μητσοτάκη για τη Συνταγματική Αναθεώρηση: Πρόθεσή μας να είναι γενναία και τολμηρή (VIDEO)
Οι προτάσεις που έπεσαν χθες στο τραπέζι, αν και κομβικές, εγείρουν το εξής ερώτημα: αποσκοπούν σε μεταρρυθμίσεις ουσίας ή εντάσσονται σε μια προσπάθεια με περισσότερο κομματικό παρά εθνικό χαρακτήρα;
Η ατζέντα περιλαμβάνει άρθρα πολυσυζητημένα, ποικίλης βαρύτητας: για τα μη κρατικά πανεπιστήμια, για την προστασία του περιβάλλοντος, για την εκλογή ΠτΔ, για την ποινική ευθύνη υπουργών, για την ηγεσία της Δικαιοσύνης και για τη μονιμότητα στο Δημόσιο.
Δυστυχώς η ως τώρα εμπειρία δείχνει ότι στην Ελλάδα οι συνταγματικές αναθεωρήσεις σπάνια λειτουργούν θεραπευτικά. Συνήθως αποτελούν πεδίο άγονης αντιπαράθεσης ή εργαλείο πολιτικής στρατηγικής. Γιατί συμβαίνει αυτό; Διότι αντί η δημόσια συζήτηση να επικεντρώνεται στην ουσία -στον τρόπο λειτουργίας των θεσμών και στη νοοτροπία εφαρμογής των νόμων- εγκλωβίζεται κάθε φορά σε νομικίστικες λεπτομέρειες. Κατά συνέπεια, οι διαδοχικές αναθεωρήσεις δεν έχουν αναβαθμίσει τον βασικό μας νομο όσο θα επιθυμούσαμε· σε ένα βαθμό μάλιστα τον έχουν ζημιώσει, επειδή του έχουν αφαιρέσει κύρος. Το Σύνταγμα προορίζεται να ρυθμίζει διαχρονικά ζητήματα, όχι να προσαρμόζεται στις εκάστοτε πολιτικές συγκυρίες. Οι περίπου ανά δεκαετία αναθεωρήσεις του -ενώ εφαρμόζονται ακόμη νόμοι του Μεσοπολέμου και του ‘50- αποδυναμώσει τη λαϊκή πίστη στην αξία του. Αυτό δεν σημαίνει ότι ένα πολιτειακό κείμενο πρέπει να μένει ισοβίως ίδιο και απαράλλαχτο. Αντίθετα, πρέπει να εξελίσσεται σύμφωνα με τις κοινωνικές τάσεις, χωρίς όμως να ευτελίζεται.
Εδώ να αναφερθεί πως ορισμένα προβλήματα που επικαλείται το Μαξίμου δεν αποδίδονται τόσο στις διατάξεις αυτές καθαυτές, όσο στην καθημερινή εφαρμογή τους. Το άρθρο 16 υποτίθεται ότι έχει τεθεί ήδη στο περιθώριο με τη βούλα του ΣτΕ, μετά την αδειοδότηση μη κερδοσκοπικών ΑΕΙ. Το 24 δεν απέκλεισε την επιχειρηματική δραστηριότητα· περισσότερα προβλήματα προκύπτουν από σφάλματα των κατά τόπους διοικήσεων, όπως τελευταία είδαμε στο Σαρακήνικο. Αν υιοθετηθεί η αλλαγή του 30, θα καταλήξουμε με περισσότερους πρώην προέδρους από πρώην πρωθυπουργούς. Το 86 δεν ψηφίστηκε για να ενθαρρύνει τη διαφθορά· ψηφίστηκε για να προστατέψει τη διοίκηση από τη δικομανία, άσχετα αν πλέον γίνεται κατάχρηση αυτής της προστασίας. Μπορεί να αλλάξει τύποις ο τρόπος εκλογής των κορυφαίων δυνατών, μα ένα νέο άρθρο 90 δε θα θωρακίσει τη Δικαιοσύνη από παρασκηνιακούς παράγοντες. Το άρθρο 103 δεν αποτελεί την αποκλειστική αιτία για τη δυσκαμψία του Δημοσίου· τούτη εν πολλοίς οφείλεται στην ανικανότητα ή/και φαυλότητα όσων εμπλέκονται σε οργανογράμματα και πειθαρχικές διαδικασίες. Συνεπώς, μια ακόμη συνταγματική αναθεώρηση, όσο αναγκαία κι αν κρίνεται σήμερα, δεν θα διορθώσει ανάλογα προβλήματα χωρίς διακομματική βούληση και συνέπεια.
Το πρωτεύον ζητούμενο λοιπόν δεν είναι αν θα αλλάξει ξανά το Σύνταγμα· είναι αν θα το σεβόμαστε όλοι μας, οι πάνω και οι κάτω, οι μέσα και οι έξω. Η Ελλάδα χρειάζεται ένα σταθερό, λακωνικό, κατανοητό και ευέλικτο βασικό νόμο, όχι έναν φορτωμένο καμβά πάνω στον οποίο κάθε κυβέρνηση ζωγραφίζει· η τακτική να ανακοινώνεται αναθεώρηση είτε για να αποπροσανατολιστεί η κοινή γνώμη, είτε για να πιεστεί η αντιπολίτευση, αποτελεί θεσμική επιπολαιότητα. Εν τούτοις, δεν επιτρέπεται να εστιάζουμε μόνο στην κυβερνώσα πλειοψηφία και να παραβλέπουμε το ρόλο των υπολοίπων κομμάτων. Ενόσω ενεργούν μικροπολιτικά, εξισώνοντας την αναθεωρητική διαδικασία με εκείνη οποιουδήποτε νομοθετήματος, τότε η χώρα θα παραμένει στάσιμη.
Εν κατακλείδι, αν η επόμενη αναθεώρηση κινηθεί στη λογική του εντυπωσιασμού και της αποφυγής πολιτικού κόστους, θα είναι επανάληψη του γνώριμου έργου: του έργου για ένα πολιτικό σύστημα που μιλά αδιάκοπα για μεταρρυθμίσεις, χωρίς ποτέ να μεταρρυθμίζεται.