Το τίμημα του να προπηλακίσεις Ρουμάνο εικονολήπτη
Σε ένα περιστατικό στη Ρουμανία καθρεφτίζεται η απήχηση, μα και τα όρια της ελληνικής ανοχής απέναντι στην ανομία.
Στα ελληνικά ΜΚΔ προβλήθηκε η σύλληψη ενός συγγενή (;) των νεκρών στην Τιμισοάρα, αφού προπηλάκισε και απείλησε έναν Ρουμάνο εικονολήπτη. Παριστάμενοι δημοσιογράφοι κατήγγειλαν άμεσα το περιστατικό· η αστυνομία έφτασε στο σημείο και ακολούθησε προσαγωγή.
Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, ο συλληφθείς συμπεριφέρθηκε περίπου όπως θα συμπεριφερόταν στην Ελλάδα, χωρίς να υφίσταται οποιαδήποτε συνέπεια. Σε αντίστοιχες περιπτώσεις οι αστυνομικοί μας αρχίζουν τα καλοπιάσματα προς κάθε κατεύθυνση, προσπαθώντας να κλείσει το θέμα χωρίς συνέχεια.
Πάντως το περιστατικό συζητήθηκε για δύο λόγους. Πρώτος ήταν η απόλυτη αναλγησία εκ μέρους των Ρουμάνων· δεν αναλογίστηκαν πένθος ή ψυχική ένταση. Ο δεύτερος ήταν η φράση (στα αγγλικά) «Εδώ δεν είναι Ελλάδα, είναι Ρουμανία», που ακούστηκε στο τέλος του επεισοδίου. Ορισμένοι έγραψαν ότι όλα τα παραπάνω αποτέλεσαν ντροπή για τη χώρα μας. Ότι μέσα σε τριάντα χρόνια, η μετακομμουνιστική χώρα λειτουργεί με περισσότερη σοβαρότητα από τη δική μας, με αποτέλεσμα οι κάτοικοί της να μας υποτιμούν.
Ως συνήθως, αντιδρούμε υπερβολικά. Δεν υπάρχει λόγος να ντρεπόμαστε, διότι δεν υπάρχει τέλεια χώρα. Η Ελλάδα υπερτερεί στις υποδομές και στη γενικότερη ποιότητα ζωής, η Ρουμανία στην οικονομική ανάπτυξη και στην αστυνομική αυστηρότητα. Μόνο στην αυστηρότητα, καθώς οι διεθνείς δείκτες δεν την παρουσιάζουν ιδιαίτερα πιο ασφαλή από την Ελλάδα. Οι μαφίες της φημίζονται, έχοντας απλώσει τα πλοκάμια τους και στη δική μας επικράτεια.
Ωστόσο, ορισμένοι μας θύμισαν και την περίπτωση Πάσσαρη. Μας θύμισαν την εξαιρετικά βαριά και ως τώρα αμετάκλητη ποινή του, όπως και τις αυστηρές συνθήκες κράτησής του. Ομολογουμένως, κάποιος με τη δράση του εν λόγω κακοποιού αποκλείεται να παρέμενε έγκλειστος για τόσο μεγάλο διάστημα, και μάλιστα σε φυλακή υψίστης ασφαλείας. Το δικό μας ποινικό σύστημα είναι σαφώς πιο επιεικές, και αναλόγως επιεικής είναι η στάση της ΕΛ.ΑΣ. απέναντι σε πταίσματα και πλημμελήματα.
Η παραπάνω προσέγγιση δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Απαντάται στα περισσότερα δυτικοευρωπαϊκά κράτη, στον Καναδά και σε ορισμένες πολιτείες των ΗΠΑ. Τούτου λεχθέντος, η εν προσέγγιση τούτη έχει αρχίσει να προκαλεί δυσαρέσκεια. Οι εκ φύσεως νομοταγείς αναρωτιούνται γιατί θα πρέπει να ανέχονται κάθε λογής τραμπούκους στην καθημερινότητά τους -στα ΜΜΜ, στην ουρά του σούπερ μάρκετ, σε ένα νυχτερινό κέντρο, στο διπλανό αυτοκίνητο ή δίκυκλο. Η δυσαρέσκεια έχει αρχίσει να γενικεύεται και να ενισχύει ακροδεξιές πολιτικές δυνάμεις.
Εκ πρώτης όψεως, η φιλελεύθερη και καλοπροαίρετη αντιμετώπιση της μικρής παραβατικότητας είναι εύλογη. Φαντάζει γελοίο να οδηγηθεί κάποιος στη φυλακή για μια επίδειξη μαγκιάς. Οι συνθήκες εγκλεισμού είναι τόσο δύσκολες, ώστε η ποινή να θεωρείται δυσανάλογα βαριά σε σύγκριση με την πράξη. Περισσότερο από τη στέρηση της ελευθερίας, η φυλακή προκαλεί τρόμο εξαιτίας όσων συμβαίνουν στους χώρους της. Πέραν αυτού, δεν επιθυμούμε αστυνομικούς όπως ο Κορκονέας ή εκείνοι του ICE. Επιθυμούμε αστυνομικούς που θα σεβόμαστε, όχι που θα φοβόμαστε επειδή οπλοφορούν.
Δυστυχώς, η τηρούμενη στάση των αρχών παρερμηνεύεται, και από πολίτες και από κρατικούς λειτουργούς. Για αρκετούς γύρω μας, η ανοχή αντιμετωπίζεται ως ελευθερία παραβίασης του νόμου και της τάξης. Από την άλλη, η νομική ελαστικότητα έχει αναδείξει μια δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία στα υπηρεσιακά στελέχη, που συνδυάζεται με την πολιτικάντικη λογική της εκάστοτε ηγεσίας. Συνδυασμός ολέθριος όσον αφορά το κύρος της δικαιοσύνης και των σωμάτων ασφαλείας.
Κατά συνέπεια, για πολλούς (Ρουμάνοι τουρίστες ανάμεσά τους), η Ελλάδα έχει πια παραδώσει τα όπλα. Στα μάτια τους, μια μειοψηφία δήθεν ευαίσθητων επιβάλλει ανομία, η οποία βλάπτει τη μεγάλη πλειοψηφία. Και τη βλάπτει ποικιλοτρόπως, είτε πρόκειται για σκληρούς μπράβους, είτε για «συλλέκτες μετάλλων», είτε για μπαχαλάκηδες, είτε για επαγγελματίες επαίτες, είτε για παράνομους μετανάστες, είτε για επιθετικούς ντελιβεράδες, είτε για καταληψίες, είτε για αποθρασυμένους… Φύλακες του Άρθρου 120. Η γενικευμένη ανομία συχνά οδηγεί ακόμη και στον θάνατο, ως αποτέλεσμα άσκησης βίας, οδήγησης υπό την επήρεια ή απλώς κακής συγκυρίας.
Οι καθ’ ύλην αρμόδιοι και οι πολιτικές δυνάμεις καλούνται να βρουν μια μέση οδό. Ζητούμενο δεν είναι το θέαμα για τις τηλεοπτικές κάμερες· ζητούμενο είναι η αποτελεσματικότητα υπέρ του κοινωνικού συνόλου. Το πρότυπο αναλγησίας των σημερινών ΗΠΑ ή χωρών με πρόσφατο απολυταρχικό παρελθόν δεν είναι το κατάλληλο. Το ίδιο όμως ισχύει και για το υφιστάμενο καθεστώς εφαρμογής του νόμου. Η άσκηση προφανώς δεν είναι εύκολη, μα πρέπει να ξεκινήσει η επίλυσή της.