Στη Θεσσαλονίκη, το Υπερταμείο υλοποιεί οράματα του ’80
Η πόλη σήμερα βρίσκεται ανάμεσα σε έργα αναγέννησης και σε μία -εύλογη- αίσθηση μηδενισμού.
Από το Υπερταμείο είχαμε χθες μια αποτύπωση βασικών δράσεων του 2025 στο πεδίο της ανάπτυξης υποδομών. Για εδώ, αναφέρονται πρωτοβουλίες που τακτοποιούν κρίσιμες εκκρεμότητες δεκαετιών: την αξιοποίηση της Μαρίνας Καλαμαριάς, το εμπορευματικό hub στο πρώην στρατόπεδο Γκόνου, την αναβάθμιση του οδικού άξονα Χαλάστρα-Εύζωνοι. Πρόκειται για παρεμβάσεις που υπόσχονται καλύτερη συνδεσιμότητα, ενίσχυση της τοπικής οικονομίας και βελτίωση της ποιότητας ζωής, εφόσον συντονιστούν σωστά και δεν μείνουν ημιτελείς.
Αναμφίβολα η πόλη διανύει φάση μεταμόρφωσης. Το Μετρό λειτουργεί στη βασική του γραμμή ενώ η επέκταση προς την Καλαμαριά θα ολοκληρωθεί ως την άνοιξη. Αν οι μελέτες προχωρήσουν, το 2030 θα έχει ξεκινήσει και η διαγωνιστική διαδικασία για την επέκταση προς Τούμπα και Παπαγεωργίου. Τι άλλο αναμένεται σε πέντε χρόνια από τώρα;
Μετά την παράδοσή του το 2027, το Flyover θα αποσυμφορήσει την Εσωτερική Περιφερειακή, μειώνοντας εκπομπές και χρόνους μετακίνησης. Η ανάπλαση της ΔΕΘ μάλλον θα έχει ολοκληρωθεί, μετεξελίσσοντας το υπάρχον εκθεσιακό κέντρο. Το παιδιατρικό νοσοκομείο του Ιδρύματος Νιάρχου θα λειτουργεί, η Παλιά Παραλία θα έχει επεκταθεί με ξύλινο ντεκ, και η πόλη θα διαθέτει περισσότερο πράσινο σε νέα πάρκα, σε αναβαθμισμένες πλατείες και στο ανανεωμένο παραλιακό μέτωπο. Μετά τα έργα στον Προβλήτα 6 και στη σιδηροδρομική-οδική σύνδεση του, το λιμάνι θα έχει ενισχυθεί ριζικά.
Παράλληλα, τα νέα κέντρα logistics θα έχουν αναλάβει ρόλο, η μαρίνα της Καλαμαριάς θα καταστεί υπερτοπικός πόλος έλξης, ενώ ο προαστιακός σιδηρόδρομος θα συνδέει αποτελεσματικά τα προάστια και τις εντός αστικού ιστού συνοικίες της δυτικής μεριάς, προσφέροντας νέες δυνατότητες πρόσβασης.
Πάντως η -επιτέλους- ολοκλήρωση μεγάλων έργων και ορισμένων επενδύσεων real estate και πληροφορικής δεν αρκεί για να αναστραφεί η βαθιά κοινωνική κόπωση της πόλης και της ευρύτερης περιοχής. Ομολογουμένως, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς, η μεταμνημονιακή Θεσσαλονίκη δεν έχει απωλέσει το μερίδιό της στο εθνικό ΑΕΠ, ούτε εχει περισσότερη ανεργία από την Αττική. Ωστόσο έχει χάσει κάτι πιο πολύτιμο: τη ζωντάνια πολύ μεγάλου μέρους του παραγωγικού της δυναμικού.
Ολόκληρες ζώνες -δυτικά, στο ιστορικό κέντρο μα και στα ανατολικά- έχουν υποβαθμιστεί δραματικά. Δρόμοι που πριν είκοσι χρόνια έσφυζαν από ζωή, σήμερα παραμένουν με άδεια καταστήματα, γραφεία και διαμερίσματα, χωρίς ορατή προοπτική ανάκαμψης. Αυτή η στασιμότητα δεν καταγράφεται σε ποσοστά, αλλά σε ψυχική διάθεση· στην αίσθηση πως τίποτα ουσιαστικό δεν αλλάζει, ούτε πρόκειται να αλλάξει. Αίσθηση μηδενιστική, που έμμεσα αποτυπώνεται στις πολιτικές δημοσκοπήσεις.
Η Θεσσαλονίκη του 2030 μπορεί να είναι μια πόλη πιο πράσινη και πιο συνδεδεμένη· μπορεί ταυτόχρονα να παραμείνει εγκλωβισμένη στη σημερινή της αδράνεια και μεμψιμοιρία. Τα έργα θα ολοκληρωθούν, αλλά το ερώτημα είναι αν θα οδηγήσουν σε δημιουργία πλούτου, δηλαδή σε εξωστρεφείς επενδύσεις, σε καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας και σε βιώσιμη ανάπτυξη. Σε ένα φρέσκο σκηνικό, ευεργετικό για την πολιτιστική και πολιτική ζωή του τόπου. Δυστυχώς, η υλοποίηση οραμάτων του ’80 και του ’90 από μόνη της αδυνατεί να εξαφανίσει τη δραματική αναπτυξιακή υστέρηση.
Η πόλη βρίσκεται πάνω στην κόψη, ανάμεσα στην ελπίδα της αναγέννησης και στον κίνδυνο της αποτελμάτωσης. Το μέλλον της θα εξαρτηθεί από την ικανότητά της να επαναδιατυπώσει το τοπικό παραγωγικό μοντέλο, ώστε να ξαναδοθεί ζωή στις γειτονιές της και αισιοδοξία στους ανθρώπους της. Μόνο τότε η Θεσσαλονίκη θα έχει πάψει να περιμένει το μέλλον της· θα έχει αρχίσει η ίδια να το οικοδομεί.