Μετά τέσσερα χρόνια πολέμου, το τέλος των αυταπατών

Η Ρωσία βαλτώνει, η Ουκρανία αντέχει και η Ευρώπη επιστρέφει βίαια στην εποχή της γεωπολιτικής.

Μετά τέσσερα χρόνια πολέμου, το τέλος των αυταπατών
Εικόνα: Reuters

Συμπληρώθηκαν πια τέσσερα χρόνια πολέμου στην Ουκρανία. Ένας πόλεμος που αφύπνισε το ΝΑΤΟ και κυρίως την ΕΕ, η οποία μέχρι την εισβολή της Ρωσίας ζούσε μέσα σε μια ψευδαίσθηση διαρκούς ειρήνης, ελεύθερου εμπορίου και πράσινης μετάβασης. Ήταν το τέλος μιας μακράς αυταπάτης: ότι οι πολεμικές συγκρούσεις είναι πια υπόθεση άλλων ηπείρων.

Παρα την αιματοχυσία, ο πόλεμος παραμένει αμφίρροπος. Η Ρωσία έχει καταλάβει περίπου το 20% της ουκρανικής επικράτειας, χωρίς όμως να έχει επιτύχει τον αρχικό της στόχο: την ανατροπή του Ζελένσκι και την εγκαθίδρυση φιλορωσικού καθεστώτος, τύπου Λουκασένκο. Με τη στήριξη σύσσωμης της Δύσης, οι Ουκρανοί άντεξαν, πληρώνοντας όμως βαρύτατο ανθρώπινο και χρηματικό τίμημα.

Σε στρατηγικό επίπεδο, η Μόσχα απέτυχε να επιβληθεί όπως επιθυμούσε. Αντί να επεκτείνει την επιρροή της, συρρικνώθηκε γεωπολιτικά, χάνοντας τα ερείσματά της στη Μέση Ανατολή και στην Αφρική. Παράλληλα έχασε και τον καλύτερο πελάτη για το φυσικό αέριό της  -την Ευρωπαϊκή Ένωση- και υποχρεωτικά μπήκε σε μια δύσκολη σχέση εξάρτησης από την Κίνα. Ο παρατεταμένος πόλεμος φθοράς κοστίζει πλέον και στο εσωτερικό της, οδηγώντας σε μαζική στρατολόγηση, πρόσληψη μισθοφόρων και υποσχέσεις υπηκοότητας για όσους ξένους πολεμούν. Η Ρωσία σήμερα μετρά εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς και τεράστιες απώλειες σε στρατιωτικό υλικό· η οικονομία της δοκιμάζεται από τις κυρώσεις και τη διεθνή απομόνωση· η κοινωνία της υποφέρει υπο το βάρος των ψυχικά και σωματικά κατεστραμμένων βετεράνων.

Η Ουκρανία από την άλλη, ακόμη και αν δεν κερδίσει, δεν θα έχει ηττηθεί, τουλάχιστον κατά κράτος. Παραμένει ανεξάρτητη, με πολύ ενισχυμένη εθνική συνείδηση και με σοβαρή ευρωπαϊκή προοπτική. Αν ο πόλεμος σταματούσε αυτή τη στιγμή, θα υπήρχε μια νέα, πιο συνεκτική Ουκρανία και μια Ρωσία πιο φτωχή και απομονωμένη.

Η στέπα ως πεδίο μάχης απέδειξε πως οι συγκρούσεις δεν διεξάγονται μόνο με… κουμπιά. Ο πόλεμος των χαρακωμάτων επέστρεψε, απλώς πλάι σε drones και σε αυτόνομα οχήματα εδάφους και θαλάσσης. Ο συνδυασμός παλαιών και νέων τακτικών δείχνει πως η τεχνολογία δεν έχει αντικαταστήσει τον στρατιώτη στην πρώτη γραμμή. Από μόνο του το μέγεθος δεν αρκεί για να επικρατήσει κανείς, κατι που βέβαια γνωρίζαμε και χάρη στο Ισραήλ.

Για την Ελλάδα, τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Η Ρωσία επικαλέστηκε επιχειρήματα πανομοιότυπα με της Τουρκίας απέναντι μας. Τα επιχειρήματα του Κρεμλίνου -περί «ιστορικών εδαφών» και «αποστρατιωτικοποίησης»- μοιάζουν επικίνδυνα με όσα συχνότατα ακούμε  από την Άγκυρα. Όσο κι αν μας συνδέουν παραδοσιακοί δεσμοί με τη Ρωσία, η ελληνική στάση υπέρ της Ουκρανίας είναι θεσμικά και ιστορικά ορθή. Το απαραβίαστο των συνόρων δεν είναι διαπραγματεύσιμο.

Ωστόσο, ως χώρα διδαχθήκαμε κάτι περα από τα αμιγώς στρατιωτικά; Όπως έχει ειπωθεί, τον πόλεμο τον ξεκινά ο υπουργός των Στρατιωτικών, αλλά τον κερδίζει ο υπουργός των Οικονομικών, άρα δεν επιτρέπεται να παραμελούμε την ανάπτυξη. Οι καινοφανείς υβριδικές επιχειρήσεις απαιτούν εντελώς νέες μορφές αντιμετώπισής τους. Τα σαμποτάζ σε ρωσικά διυλιστήρια και βάσεις προβάλλουν την αξία της εσωτερικής ασφάλειας. Η ανάγκη για υψηλού επιπέδου έμψυχου δυναμικού αναδεικνύει την υποχρέωση να επενδύσουμε στη νεολαία μας.

Τέσσερα χρόνια μετά, η ανέμελη Ευρώπη έχει επιστρέψει άρον άρον στην πραγματικότητα: η ασφάλεια απαιτεί κόπο, συμμαχίες και προνοητικότητα. Από τη μεριά της, η Ελλάδα οφείλει να βγει πιο σοφή – και πολύ περισσότερο προετοιμασμένη.