Καλοχώρι, Ελλάδα 2.0 και η καχεξία των μεσαίων επιχειρήσεων

Η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται, όμως η παραγωγική της βάση παραμένει ευάλωτη, με τις μεσαίες επιχειρήσεις να δυσκολεύονται να βελτιώσουν την παραγωγικότητά τους βάθος.

Καλοχώρι, Ελλάδα 2.0 και η καχεξία των μεσαίων επιχειρήσεων
EUROKINISSI

Στο Καλοχώρι, στην άτυπη βιομηχανική συγκέντρωση, όπως και σε δεκάδες παρόμοιες επιχειρηματικές ζώνες, εκφράζεται ίσως καλύτερα από κάθε στατιστική η σημερινή εθνική οικονομία: παραγγελίες έρχονται, προσωπικό αναζητείται, το myDATA καταγράφει υψηλότερους κύκλους εργασιών. Ωστόσο, ένα μεγάλο κομμάτι της αγοράς συνεχίζει να λειτουργεί αμυντικά, σχεδόν φοβικά. Οι ιδιοκτήτες μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων συνήθως δεν σκέφτονται πώς θα επεκταθούν. Σκέφτονται πώς δεν θα εκτεθούν στους προμηθευτές τους και στους παρόχους ενέργειας.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανακοίνωσε την πλήρη συμβασιοποίηση του δανειακού σκέλους του Ταμείου Ανάκαμψης. Σύμφωνα με τον κυριακάτικο απολογισμό του, 17,7 δισ. ευρώ πέρασαν στην πραγματική οικονομία, γεννώντας ανάπτυξη, επενδύσεις και νέες θέσεις εργασίας. Παράλληλα, περισσότερες από 15.000 μικρομεσαίες επιχειρήσεις έλαβαν δάνεια ύψους 3 δισ. ευρώ, ανεβάζοντας το συνολικό ποσό σε σχεδόν 10 δισ. ευρώ, εφόσον προστεθούν οι απευθείας ενισχύσεις που τους δόθηκαν. Αν και πρόκειται για ιστορική επιτυχία, το ζήτημα είναι κάπως πιο σύνθετο.

Η κυβέρνηση προβάλλει ότι το 60% των επιχειρήσεων που συμμετέχουν στα προγράμματα του ΤΑΑ είναι μικρομεσαίες, παραλείποντας να αναφέρει πως οι ΜμΕ αποτελούν πάνω από το 95% του συνόλου. Παραλείπει επίσης ότι αυτές απορροφούν μόλις το ένα τρίτο των διαθέσιμων πόρων. Το μακράν μεγαλύτερο κομμάτι κατευθύνεται στις μεγάλες εταιρείες, δηλαδή σε όσες είχαν ήδη άνετη πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό, λόγω κεφαλαιακής επάρκειας και στιβαρών εσωτερικών δομών. Το εντυπωσιακό παράδοξο: 937 μεγάλες επιχειρήσεις (0,3% του συνόλου) απασχολούν περισσότερους εργαζόμενους από τις 263.000 πολύ μικρές επιχειρήσεις (1–9 άτομα), που αντιστοιχούν στο 87% όλων. Έτσι απεικονίζεται η διαρθρωτική δυαδικότητα της ελληνικής οικονομίας. Τι βρίσκεται ενδιάμεσα;

Από το 2019 μέχρι σήμερα οι -πολύτιμες- μεσαίες επιχειρήσεις ομολογουμένως αυξήθηκαν. Πιο συγκεκριμένα, οι εταιρείες με 50 έως 249 εργαζόμενους έφτασαν περίπου τις 4.800, σχεδόν χίλιες περισσότερες, με +95.000 εργαζόμενους (473.000 συνολικά). Η κυβέρνηση παρουσιάζει τούτη την εξέλιξη ως ένδειξη μετασχηματισμού της οικονομίας. Αληθεύει, αλλά μέχρι ενός σημείου. Το μεγαλύτερο μέρος της αριθμητικής ανόδου δεν προήλθε από συγχωνεύσεις-απορροφήσεις, εξαγωγική απογείωση ή τεχνολογική έκρηξη. Η αύξηση των μεσαίων επιχειρήσεων οφείλεται κυρίως σε οργανική ανάπτυξη συγκεκριμένων κλάδων -τουρισμός, κατασκευές, λοιπές υπηρεσίες- αλλά και σε κάτι πιο αθόρυβο: στη «φορολογική ανάδυση».

Τα ηλεκτρονικά βιβλία και οι ψηφιακές διασταυρώσεις ανάγκασαν πολλές μικρές επιχειρήσεις να εμφανίσουν έσοδα που παλαιότερα έμεναν κρυφά, με αποτέλεσμα να αλλάξουν κατηγορία. Τουτέστιν, η καταγεγραμμένη μεταβολή δεν συνεπάγεται και παραγωγική μεταμόρφωση, όπως προσδοκούσε το σχέδιο Ελλάδα 2.0. Δεν συνεπάγεται δημιουργία ισχυρότερων επιχειρηματικών σχημάτων και -κατ’ επέκταση- νέου πλούτου.

Εδώ, λοιπόν, εντοπίζεται μια επίμονη παθογένεια στη δομή της εγχώριας αγοράς. Μόνο το 13,6% των εργαζομένων απασχολείται σε επιχειρήσεις 50-249 ατόμων -ποσοστό χαμηλό σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, όπου οι μεσαίες διαθέτουν σαφώς μεγαλύτερο ειδικό βάρος.

Η εξωστρέφεια αυξάνεται, αλλά παραμένει εξαρτημένη από λιγοστούς τομείς. Το σχετικό πρόγραμμα του ΕΣΠΑ έχει μέγιστο προϋπολογισμό 500.000 ευρώ ανά δικαιούχο -ποσό χρήσιμο, μα ανεπαρκές για να χτιστεί διεθνές δίκτυο πελατών. Η καινοτομία εξακολουθεί να είναι περιορισμένη, λόγω αναιμικών δαπανών R&D. Ως εκ τούτου, η παραγωγικότητα της οικονομίας συνολικά παραμένει χαμηλή, οπότε οι πραγματικοί μισθοί δυσκολεύονται να ακολουθήσουν το κόστος ζωής.

Το Ταμείο Ανάκαμψης ίσως αποδειχθεί η ύστατη ευκαιρία για να αλλάξει επιτέλους το εθνικό παραγωγικό πρότυπο. Για να προκύψει μια νέα γενιά ισχυρών μεσαίων επιχειρήσεων, με τεχνολογικό βάθος, διεθνή προσανατολισμό και ανθεκτικότητα. Δυστυχώς, αντί αυτού, η χώρα ολοκληρώνει τη μεγαλύτερη επενδυτική περίοδο των τελευταίων δεκαετιών χωρίς να έχει αλλάξει εις βάθος. Εάν δεν σημειωθεί εντυπωσιακή ανατροπή, θα μιλάμε για στρατηγική αποτυχία.