Το νέο χωροταξικό των ΑΠΕ και η γνωστή ελληνική παθολογία
Η Ελλάδα αποκτά επιτέλους ειδικό σχέδιο για την χωροθέτηση των ΑΠΕ, αλλά μαζί με αυτό επανεμφανίζονται οι παραδοσιακές κακοδαιμονίες: αποσπασματικότητα και θεσμική αμηχανία.
Το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας προκαλεί έντονες συζητήσεις. Λογικό. Για πρώτη φορά, μετά από χρόνια ραγδαίας αλλά μάλλον άναρχης ανάπτυξης της δραστηριότητας αυτής, η Ελλάδα φαίνεται να επιδιώκει σοβαρά κάτι αυτονόητο για κάθε σύγχρονο κράτος: να αποκτήσει ξεκάθαρους κανόνες για τη χωροθέτηση των ΑΠΕ στην επικράτεια. Το κατακερματισμένο σύστημα χωροταξικού σχεδιασμού αποτρέπει την αποτελεσματική ενσωμάτωσή τους στο ενεργειακό μείγμα, σύμφωνα με διαδοχικές ενωσιακές εκθέσεις. Επιπρόσθετα, η χώρα έχει τιμωρηθεί από ευρωπαϊκά όργανα επειδή δεν διαθέτει επαρκές προστατευτικό υπόβαθρο για τις περιοχές Natura. Με τον νέο χάρτη, τα εν λόγω ζητήματα ελπίζεται να αποτελέσουν παρελθόν.
Για σχεδόν δύο δεκαετίες, ο κρατικός μηχανισμός συχνά αδειοδοτούσε ενεργειακές επενδύσεις χωρίς αυτές να εντάσσονται σε έναν συνολικό σχεδιασμό. Το αποτέλεσμα ήταν καταστροφή του τοπίου, μη συνδέσιμες στο εθνικό δίκτυο μονάδες, πρόχειρες εξαιρέσεις και επαναλαμβανόμενες δικαστικές εμπλοκές. Το γεγονός ότι πλέον επιχειρείται ταυτόχρονα θέσπιση νέων χωροταξικών για τουρισμό, βιομηχανία και ΑΠΕ συνιστά αξιέπαινη θεσμική πρόοδο. Αργοπορημένη, αλλά πραγματική πρόοδο.
Όπως όμως και στις άλλες δύο περιπτώσεις σχεδίων, η κυβέρνηση νομοθετεί αρκετά άτολμα, προσπαθώντας να γεφυρώσει αγεφύρωτες διαφορές· επιχειρεί να ικανοποιήσει επενδυτικά σχήματα, ΜμΕ, τοπικές κοινωνίες και περιβαλλοντικές οργανώσεις, δίχως να επιλέγει ξεκάθαρο μοντέλο ενεργειακής ανάπτυξης. Πρόκειται για κατευνασμό προεκλογικής σκοπιμότητας γύρω από ένα ζήτημα που σχεδιάζεται με ορίζοντα δεκαετιών.
Ίσως το πιο χαρακτηριστικό πρόβλημα του υπό συζήτηση σχεδίου είναι ο υψομετρικός και γεωγραφικός περιορισμός για τα αιολικά πάρκα σε μικρά νησιά. Δυστυχώς, μοιάζει περισσότερο με μπάλωμα παρά με μακροπρόθεσμη ενεργειακή στρατηγική, διότι δεν βασίζεται σε λεπτομερή χαρτογράφηση περιβαλλοντικής επιβάρυνσης και σε εξατομικευμένη αξιολόγηση ανά ζώνη. Επίσης, το νέο χωροταξικό αποκλείει περιοχές Natura 2000, δάση και υδροβιότοπους, αλλά δεν εστιάζει στους πολύτιμους γόνιμους κάμπους· την ίδια στιγμή, η Δυτική Ευρώπη στρέφεται προς αγροβολταϊκά μοντέλα, όπου συνδυάζεται παραγωγή τροφίμων και ενέργειας, αποσκοπώντας σε αυτάρκεια τροφίμων.
Ακόμη, αξίζει να σημειωθεί πως αγνοείται η οπτική ρύπανση αγροτουριστικών περιοχών, σε μια χώρα που προβάλλει την αυθεντικότητα ως δέλεαρ· ένας επισκέπτης της Λακωνίας, της Πίνδου, των Κυκλάδων ή του Πηλίου δεν έρχεται για να βλέπει ανεμογεννήτριες και μαύρους καθρέπτες. Τέλος, οι μεσαίοι ιδιοκτήτες φωτοβολταϊκών (ξανα)βλέπουν ένα νομοθέτημα που, αν και αφορά την πράσινη μετάβαση, αποφεύγει να προωθήσει με τόλμη την αποθήκευση ενέργειας σε μικρότερες μονάδες ηλεκτροπαραγωγής· χωρίς μαζική αποθήκευση, παραμένουμε εξαρτημένοι από εργοστάσια 24ωρης καύσης εισαγόμενου φυσικού αερίου.
Το νέο πλαίσιο για τις ΑΠΕ κινδυνεύει λοιπόν να δυσαρεστήσει τους πάντες: μικρούς και μεγάλους επενδυτές, περιβαλλοντικές οργανώσεις και κυρίως τοπικές κοινωνίες, οι οποίες αισθάνονται ότι κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονται ερήμην τους, εντελώς συγκεντρωτικά. Η Γερμανία, η Δανία και άλλες βόρειες χώρες διαπίστωσαν ότι οι αντιπαραθέσεις γύρω από τον ήλιο και τον άνεμο δεν σταματούν ποτέ πλήρως. Μπορούν όμως να περιοριστούν όταν υπάρχει ειλικρινής διαβούλευση, σαφής χαρτογράφηση, συμμετοχικός σχεδιασμός, διαφανής αδειοδότηση και θεσμική συνέχεια. Δηλαδή ακριβώς όσα η Ελλάδα τώρα προσπαθεί να καθιερώσει, έστω σπασμωδικά.
Η χώρα μας παράγει πλέον τόσο πολλή ενέργεια, ώστε να έχει καταστεί εξαγωγέας. Η ηλεκτροπαραγωγή από ΑΠΕ αποτελεί δυναμικό τομέα της εθνικής οικονομίας, με πολύ αξιόλογες αναπτυξιακές προοπτικές. Χρειαζόμασταν οπωσδήποτε ειδικό χωροταξικό και σύντομα θα το αποκτήσουμε, πιθανότατα μετά από ορισμένες τροποποιήσεις. Μένει να φανεί αν θα αποδειχθεί σχέδιο μακράς πνοής ή ένας ακόμη συμβιβασμός που θα περάσει απαρατήρητος.